Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Η πτώση των δεινοσαύρων και η εμφάνιση του ανθρώπου: Μια σύμπτωση και όχι μια εξελικτική νομοτέλεια


Οι διάσπαρτες χρονικά απόψεις, που συνέδεσαν την καταστροφή που προκάλεσε η πρόσκρουση του αστεροειδούς στο Chicxulub, στη χερσόνησο Γιουκατάν του Μεξικού, με την μαζική εξαφάνιση των δεινοσαύρων, οδηγώντας νομοτελειακά σε μια ευθεία πορεία στην εμφάνιση του ανθρώπου, αποτελεί μια από τις πιο γοητευτικές, αλλά ταυτόχρονα βαθιά λανθασμένες εξελικτικές προσεγγίσεις.

Το αφήγημα αυτό αντιμετωπίζει την εξέλιξη ως μια προκαθορισμένη σκάλα προόδου, όπου η μία βαθμίδα πρέπει να καταστραφεί για να δώσει τη θέση της στην επόμενη, με τελικό προορισμό τον Homo sapiens. Η σύγχρονη παλαιοντολογική έρευνα ωστόσο αποδομεί πλήρως αυτή την προσέγγιση, αποδεικνύοντας ότι η ιστορία της ανθρώπινης ζωής στη Γη είναι το προϊόν μιας χαοτικής αλληλουχίας τυχαίων γεγονότων και όχι ενός προδιαγεγραμμένου σχεδίου [1].

Το πρώτο «ρήγμα» σε αυτόν τον μύθο εντοπίζεται στην ίδια την ιδέα της ολοκληρωτικής εξαφάνισης των δεινοσαύρων. Όπως επιβεβαιώνουν οι σύγχρονες φυλογενετικές και γονιδιωματικές αναλύσεις, οι δεινόσαυροι δεν «σβήστηκαν» εντελώς από τον χάρτη πριν από 66 εκατομμύρια χρόνια. Μια συγκεκριμένη ομάδα θηριόποδων δεινοσαύρων επιβίωσε της πρόσκρουσης του αστεροειδούς και διαφοροποιήθηκε ταχύτατα, αποτελώντας τους προγόνους των σημερινών πτηνών [2]. Συνεπώς, η κυρίαρχη αυτή ομάδα δεν εξαφανίστηκε, αλλά άλλαξε μορφή και συνέχισε να εξελίσσεται.

Παράλληλα, οι απόψεις ότι τα θηλαστικά εμφανίστηκαν επειδή χάθηκαν οι δεινόσαυροι στερείται επίσης επιστημονικής βάσης. Τα απολιθώματα μαρτυρούν ότι τα πρώτα θηλαστικά εμφανίστηκαν κατά την Ύστερη Τριαδική περίοδο, σχεδόν ταυτόχρονα με τους πρώτους δεινοσαύρους. Για περισσότερα από 140 εκατομμύρια χρόνια, οι δύο αυτές ομάδες συνυπήρχαν, με τα μεσοζωικά θηλαστικά να αναπτύσσουν αξιοσημείωτη οικολογική και μορφολογική ποικιλομορφία [3].

Η καταστροφή στο τέλος του Κρητιδικού επομένως, δεν προκάλεσε την εμφάνιση των θηλαστικών αλλά λειτούργησε ως μια βίαιη «οικολογική απελευθέρωση» (ecological release), στην οποία η ριζική αναδιοργάνωση του φυτικού βασιλείου έπαιξε καταλυτικό ρόλο. Η πρόσκρουση του αστεροειδούς απελευθέρωσε τεράστιες ποσότητες αιθάλης και θείου στην ατμόσφαιρα, προκαλώντας έναν παγκόσμιο «πυρηνικό χειμώνα» που μπλόκαρε το ηλιακό φως και διέκοψε τη φωτοσύνθεση για μήνες ή και έτη [4]. Η μαζική νέκρωση των χερσαίων φυτών και του θαλάσσιου φυτοπλαγκτού γκρέμισε τη βάση της τροφικής πυραμίδας. Οι μεγάλοι φυτοφάγοι δεινόσαυροι πέθαναν από ασιτία, συμπαρασύροντας και τους μεγάλους θηρευτές τους [5].

Αντίθετα, η μετατροπή του πλανήτη σε ένα απέραντο στρώμα νεκρής οργανικής ύλης ευνόησε επιλεκτικά τα μικρά θηλαστικά και τα πτηνά. Όντας στην πλειονότητά τους σποροφάγα, εντομοφάγα ή πτωματοφάγα, μπόρεσαν να επιβιώσουν μέσα στο σκοτάδι καταναλώνοντας σπόρους που άντεχαν στο έδαφος και έντομα που τρέφονταν από την αποσύνθεση των δασών [6]. Όταν το φως επέστρεψε, η χλωρίδα του πλανήτη είχε αλλάξει ριζικά. Τα ανοιχτά δάση γυμνόσπερμων φυτών (όπως τα κωνοφόρα και τα κυκαδόφυτα) στα οποία «κυκλοφορούσαν» οι δεινόσαυροι αντικαταστάθηκαν από ταχέως αναπτυσσόμενα ανθοφόρα φυτά (αγγειόσπερμα), δημιουργώντας τα πρώτα πυκνά τροπικά δάση και προσφέροντας νέες οικολογικές θέσεις για τη ραγδαία εξέλιξη των θηλαστικών [7].

Το πιο προβληματικό σημείο του αφηγήματος αυτού παραμένει η αυθαίρετη σύνδεση της καταστροφής αυτής με την εμφάνιση του ανθρώπου. Μεταξύ της πτώσης του αστεροειδούς και των πρώτων δειγμάτων του Homo sapiens μεσολαβεί ένα τεράστιο χρονικό χάσμα περίπου 65,5 εκατομμυρίων ετών. Το διάστημα αυτό δεν ήταν μια προδιαγεγραμμένη, γραμμική πορεία προς την ανθρωπογένεση, αλλά μια μακρά περίοδος γεμάτη από απρόβλεπτες γεωλογικές και κλιματικές μεταβολές, όπως οι έντονες κλιματικές διακυμάνσεις στην Αφρική που επηρέασαν καθοριστικά την εξέλιξη των ανθρωπιδών, εκατομμύρια χρόνια αργότερα από την πτώση του αστεροειδούς. [8].

Η εξαφάνιση των μη ιπτάμενων δεινοσαύρων και η παράλληλη κατάρρευση της μεσοζωικής χλωρίδας ήταν αναμφίβολα μια ιστορική συγκυρία, καθώς αναδιάταξαν πλήρως τη βιοποικιλότητα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποτέλεσαν την άμεση αιτία της εμφάνισης του είδους μας. Αν ο αστεροειδής δεν είχε προσκρούσει στη Γη, η πορεία της ζωής θα είχε πάρει ένα εντελώς διαφορετικό μονοπάτι και η ανθρωπότητα, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα είχε υπάρξει ποτέ [1].

Βιβλιογραφικές Αναφορές

[1] Blount, Z.D., Lenski, R.E. and Losos, J.B., 2018. Contingency and determinism in evolution: Replaying life’s tape. Science, 362(6415), aam5979.

[2] Prum, R.O., Berv, J.S., Dornburg, A., Field, D.J., Townsend, J.P., Lemmon, E.M. and Lemmon, A.R., 2015. A comprehensive phylogeny of birds (Aves) using targeted next-generation DNA sequencing. Nature, 526(7574), pp.569-573.

[3] Luo, Z.X., 2007. Transformation and diversification in early mammal evolution. Nature, 450(7172), pp.1011-1019.

[4] Bardeen, C.G., Garcia, R.R., Toon, O.B. and Conley, A.J., 2017. On transient climate change at the Cretaceous−Paleogene boundary due to atmospheric soot injections. Proceedings of the National Academy of Sciences, 114(36), pp. E7415-E7424.

[5] Alvarez, L.W., Alvarez, W., Asaro, F. and Michel, H.V., 1980. Extraterrestrial cause for the Cretaceous-Tertiary extinction. Science, 208(4448), pp.1095-1108.

[6] Field, D.J., Bercovici, A., Berv, J.S., Dunn, R., Fastovsky, D.E., Lyson, T.R., Vajda, V. and Gauthier, J.A., 2018. Early evolution of modern birds structured by global forest collapse at the end-Cretaceous mass extinction. Current Biology, 28(11), pp.1825-1831.

[7] Carvalho M. R. et al. 2021. Extinction at the end-Cretaceous and the origin of modern Neotropical rainforests. Science,372, 63-68.

[8] deMenocal, P.B., 2004. African climate change and faunal evolution during the Pliocene-Pleistocene. Earth and Planetary Science Letters, 220(1-2), pp.3-24.

*Καθηγητής και τέως Κοσμήτορας της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρείας



Πηγή: www.naftemporiki.gr