Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Ο ρόλος των σχιστολίθων στην εκπαίδευση


Η ιστορία της εκπαίδευσης δεν γράφτηκε μόνο μέσα από παιδαγωγικές θεωρίες, μεταρρυθμίσεις και βιβλία. Διαχρονικά γράφτηκε επίσης πάνω σε πετρώματα, στην κυριολεξία. Για περισσότερο από έναν αιώνα, εκατομμύρια μαθητές στην Ευρώπη και στην Αμερική έμαθαν να γράφουν, να διαβάζουν και να λογαριάζουν πάνω σε μικρές πλάκες σχιστολίθου.

Οι «σχολικές πλάκες» (slates), φτιαγμένες από λεπτές πλάκες μεταμορφωμένου πετρώματος, αποτέλεσαν ένα από τα σημαντικότερα αλλά συχνά λησμονημένα “εργαλεία” της ιστορίας της εκπαίδευσης.

Ο σχιστόλιθος είναι ένα λεπτόκοκκο μεταμορφωμένο πέτρωμα που προέρχεται από τη μεταμόρφωση αργιλικών ιζημάτων και έχει την ιδιότητα να σχίζεται χωρίς μεγάλο κόπο σε λεπτές επίπεδες επιφάνειες και να λειαίνεται με ευκολία. Αυτά τα φυσικά χαρακτηριστικά τον κατέστησαν ιδανικό υλικό για επαναχρησιμοποιούμενες επιφάνειες γραφής.

Σε μια εποχή όπου το χαρτί και το μελάνι ήταν ακριβά και δύσκολα προσβάσιμα, ιδιαίτερα για τα λαϊκά στρώματα, οι σχιστολιθικές πλάκες αποτέλεσαν μια οικονομική λύση για τη μαζική εκπαίδευση (Buzbee, 2014). Η χρήση του υλικού αυτού μπορείς να διακριθεί σε δύο εντελώς διαφορετικές αλλά αλληλένδετες φάσεις: την εποχή της μικρής ατομικής πλάκας γραφής (slate) και την εποχή του μεγάλου σχολικού πίνακα τοίχου (blackboard). Η μετάβαση από την ατομική στη συλλογική διδασκαλία συνδέθηκε άμεσα με την τεχνολογική αξιοποίηση του σχιστολίθου και επηρέασε βαθιά την εκπαίδευση.

Οι πρώτες αναφορές στη χρήση λίθινων πλακών για γραφή προέρχονται ήδη από τον 11ο αιώνα. Ο Πέρσης λόγιος Αλ-Μπιρούνι, στο έργο του Kitab al-Hind, περιέγραψε τη χρήση μαύρων πλακών στα σχολεία της Ινδίας, πάνω στις οποίες τα παιδιά έγραφαν με λευκό υλικό (Al-Biruni, 1910). Η μαρτυρία αυτή θεωρείται μία από τις αρχαιότερες σαφείς αναφορές σε επαναχρησιμοποιούμενες επιφάνειες γραφής, παρόμοιες με τις μεταγενέστερες σχολικές πλάκες σχιστολίθου. Κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, οι μικρές πλάκες σχιστολίθου εξαπλώθηκαν ευρέως στην Ευρώπη. Έμποροι, τεχνίτες, λογιστές και ναυτικοί χρησιμοποιούσαν τέτοιες πλάκες για πρόχειρους υπολογισμούς και σημειώσεις, καθώς το χαρτί παρέμενε ακριβό και περιορισμένο αγαθό.

Η πρακτική αυτή συνδεόταν άμεσα με τις φυσικές ιδιότητες του σχιστολίθου: το λεπτόκοκκο υλικό, η επίπεδη επιφάνεια και η εύκολη σχιστότητα επέτρεπαν καθαρή γραφή και εύκολο καθάρισμα. Η σταδιακή μεταφορά αυτής της επαγγελματικής πρακτικής στη σχολική τάξη αποτέλεσε μια φυσική εξέλιξη, καθώς το ίδιο το υλικό ήταν εξίσου κατάλληλο για παιδαγωγικές ανάγκες (Kidwell et al., 2008).

Εξάπλωση

Κατά τον 18ο αιώνα, καθώς η στοιχειώδης εκπαίδευση άρχισε να εξαπλώνεται στη βόρεια και κεντρική Ευρώπη, οι ατομικές πλάκες σχιστολίθου καθιερώθηκαν ως το βασικό «τετράδιο» των μαθητών. Κάθε παιδί είχε τη δική του μικρή πλάκα, πάνω στην οποία αντέγραφε λέξεις, μαθηματικές πράξεις και ασκήσεις. Η δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης του υλικού μείωνε σημαντικά το κόστος της εκπαίδευσης και επέτρεπε τη μαζικότερη φοίτηση μαθητών από φτωχότερα κοινωνικά στρώματα. Ωστόσο, μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, η διδασκαλία παρέμενε ουσιαστικά ατομική. Ο δάσκαλος έπρεπε να μετακινείται από μαθητή σε μαθητή μέσα στην σχολική αίθουσα και να γράφει ξεχωριστά σε κάθε πλάκα, γεγονός που περιόριζε σημαντικά τη δυνατότητα μαζικής εκπαίδευσης. Η μεγάλη αλλαγή πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα.

Ο Σκωτσέζος παιδαγωγός James Pillans, διευθυντής του Old High School στο Εδιμβούργο, θεωρείται ένας από τους πρώτους εκπαιδευτικούς που συστηματοποίησαν τη χρήση μεγάλου πίνακα σχιστολίθου για συλλογική διδασκαλία. Χρησιμοποίησε μεγάλες επιφάνειες σχιστολίθου για τη διδασκαλία γεωγραφίας και χαρτογραφίας, ώστε όλοι οι μαθητές να μπορούν να βλέπουν ταυτόχρονα χάρτες και σχεδιαγράμματα (Jackson, 2006).

Η καινοτομία αυτή άλλαξε ριζικά τη δομή της σχολικής διδασκαλίας. Για πρώτη φορά ο δάσκαλος μπορούσε να απευθύνεται ταυτόχρονα σε ολόκληρη την τάξη. Ο μαυροπίνακας επέτρεψε τη συλλογική παρακολούθηση του μαθήματος, τη δημόσια διόρθωση λαθών, τη σχεδίαση σχημάτων, χαρτών και μαθηματικών πράξεων, καθώς και την καλύτερη οργάνωση της διδασκαλίας. Η εκπαίδευση πέρασε έτσι από το μοντέλο της εξατομικευμένης επίβλεψης στη συλλογική διδασκαλία. Η αλλαγή αυτή δεν ήταν μόνο τεχνική ή τεχνολογική αλλά και βαθιά κοινωνική. Ο μαυροπίνακας συνέβαλε στη δημιουργία του σύγχρονου σχολείου μαζικής εκπαίδευσης, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου τα κράτη επιδίωκαν την καθιέρωση υποχρεωτικής στοιχειώδους εκπαίδευσης (Buzbee, 2014). Με τη βοήθεια μιας μεγάλης επιφάνειας γραφής, ένας μόνο εκπαιδευτικός μπορούσε να διδάξει ταυτόχρονα δεκάδες μαθητές, γεγονός που μείωσε το κόστος και αύξησε τη διάδοση της εκπαίδευσης (Meyer et al., 1992). Παράλληλα, ο μαυροπίνακας εισήγαγε μια νέα οπτική διάσταση στη μάθηση. Η γνώση δεν μεταδιδόταν πλέον μόνο προφορικά αλλά αποκτούσε ορατή μορφή μπροστά σε όλους. Οι μαθητές μπορούσαν να παρακολουθούν την εξέλιξη μιας μαθηματικής πράξης, τη σχεδίαση ενός γεωγραφικού χάρτη ή την ανάλυση μιας λέξης σε πραγματικό χρόνο. Με αυτόν τον τρόπο, η διδασκαλία έγινε περισσότερο συλλογική, διαδραστική και οπτική.

Προς τα τέλη του 19ου και ιδίως στις αρχές του 20ού αιώνα, η βιομηχανική παραγωγή χαρτιού μείωσε δραστικά το κόστος του και σταδιακά οδήγησε στην αντικατάσταση των πλακών από τα τετράδια. Η μετάβαση αυτή είχε βαθιές παιδαγωγικές συνέπειες. Σε αντίθεση με τις πλάκες, τα τετράδια επέτρεπαν τη συστηματική καταγραφή της γνώσης, συνοδευόμενη πολλές φορές από σημειώσεις που επέτρεπαν τη αναδρομή σε αυτές για μελέτη και αναστοχασμό (Ong, 1982).

Η εξέλιξη από την ατομική σχιστολιθική πλάκα στον μαυροπίνακα και αργότερα στο τετράδιο αποτυπώνει ουσιαστικά την ιστορία της ίδιας της εκπαίδευσης. Από την επανάληψη και την αποστήθιση προς τη συλλογική παρακολούθηση, την οργάνωση της γνώσης και τελικά την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης. Και πίσω από αυτή τη μετάβαση βρίσκεται ένα ταπεινό μεταμορφωμένο πέτρωμα: ο σχιστόλιθος. Η ιστορία του σχολικού πίνακα αποκαλύπτει όμως τελικά κάτι βαθύτερο: ότι η εξέλιξη της εκπαίδευσης δεν εξαρτήθηκε μόνο από παιδαγωγικές ιδέες και μεθόδους, αλλά και από γεωλογικά υλικά, όπως ο σχιστόλιθος και στη συνέχεια η κιμωλία.

Πετρώματα που σχηματίστηκαν πριν από εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια και συνέβαλαν ουσιαστικά στη διαμόρφωση του σύγχρονου σχολείου και στη μετάβαση από την ατομική στη συλλογική μάθηση.

Η ιστορία δεν σταματά όμως εκεί. Σήμερα, ένας νέος κύκλος φαίνεται να κλείνει και να ανοίγει ένα καινούργιος: τα ψηφιακά tablets αντικαθιστούν τα τετράδια και οδηγούν στη λογική της ατομικής, επαναχρησιμοποιούμενης επιφάνειας γραφής. Κάθε μαθητής κρατά πάλι τη δική του «σχολική πλάκα», αυτή τη φορά φωτεινή και συνδεδεμένη. Ωστόσο, η επιστροφή της «πλάκας» δεν είναι αθώα: ενώ το τετράδιο εκπαίδευε στη διατήρηση, την οργάνωση και μέσω της συχνής επανάληψης στην προσαύξηση της γνώσης, το tablet ευνοεί την ταχύτητα, αγνοεί την επανάληψη, οδηγεί στη διασπορά της προσοχής και στηρίζει την εφήμερη αλληλεπίδραση.

Η παιδαγωγική πρόκληση της εποχής μας είναι στην ουσία η ίδια με εκείνη του 19ου αιώνα, γιατί θέτει το ίδιο ερώτημα: πώς ένα υλικό εργαλείο διαμορφώνει, ή παραμορφώνει τον τρόπο που σκεφτόμαστε και αποκτούμε τελικά γνώση.

*Καθηγητής και τέως Κοσμήτωρ της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης



Πηγή: www.naftemporiki.gr