Μικρότερη εξάρτηση από το φυσικό αέριο, λιγότερη αναξιοποίητη «πράσινη» ενέργεια και χαμηλότερες δαπάνες για τη λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος συνδέονται με την ανάπτυξη υπεράκτιων αιολικών πάρκων στην Ελλάδα. Αυτό προκύπτει από μελέτη της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων (ΕΔΕΥΕΠ) και της εταιρείας συμβούλων EXERGIA.
Σύμφωνα με τη μοντελοποίηση, με ορίζοντα το 2035 και υπό την προϋπόθεση ανάπτυξης 3,9 GW υπεράκτιας αιολικής ισχύος, όπως προβλέπει το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), το ετήσιο λειτουργικό κόστος του ηλεκτρικού συστήματος μπορεί να περιοριστεί στα 320 εκατ. ευρώ. Στα δύο εναλλακτικά σενάρια, όπου η αντίστοιχη ανανεώσιμη παραγωγή προέρχεται από φωτοβολταϊκά και χερσαία αιολικά, το κόστος διαμορφώνεται σε 660 εκατ. ευρώ στην πρώτη περίπτωση και 740 εκατ. ευρώ στη δεύτερη.
Η διαφορά – σύμφωνα με τη μελέτη που παρουσιάστηκε χθες στο 8ο Renewable & Storage Forum – φθάνει από 340 εκατ. ευρώ έως 420 εκατ. ευρώ ετησίως. Η σύγκριση, ωστόσο, αφορά λειτουργικές δαπάνες και όχι το συνολικό κόστος ανάπτυξης των τεχνολογιών, καθώς δεν συνυπολογίζονται οι επενδύσεις για την κατασκευή των έργων.
Το διαφορετικό προφίλ παραγωγής αλλάζει την εικόνα
Η μελέτη, η οποία παρουσιάστηκε από τους κ.κ. Βασίλη Γιώτα από την ΕΔΕΥΕΠ και Γιώργο Βουρλιωτάκη από την EXERGIA, εξετάζει τη λειτουργία του ελληνικού ηλεκτρικού συστήματος σε τρία σενάρια. Το πρώτο ενσωματώνει την ανάπτυξη υπεράκτιων αιολικών, σύμφωνα με το ΕΣΕΚ. Στο δεύτερο η ίδια ετήσια ποσότητα ενέργειας αντικαθίσταται κατά 66,7% με ενέργεια από φωτοβολταϊκά και κατά 33,3% από χερσαία αιολικά. Στο τρίτο σενάριο, η συμμετοχή των φωτοβολταϊκών αυξάνεται στο 90% και μένει μόνο 10% για τα αιολικά.
Η σύγκριση αναδεικνύει τη σημασία των ωρών της ημέρας κατά τις οποίες παράγεται η ενέργεια από Ανανεώσιμες Πηγές (ΑΠΕ). Η υπεράκτια αιολική ενέργεια μπορεί να συμπληρώνει την ηλιακή παραγωγή σε διαφορετικές ώρες της ημέρας, περιορίζοντας τη συγκέντρωση μεγάλων ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας σε περιόδους κατά τις οποίες η ζήτηση ή οι δυνατότητες του συστήματος δεν επαρκούν για την απορρόφησή της. Οι διαφορετικές τεχνολογίες ΑΠΕ δεν είναι άλλωστε ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Αντίθετα, ο συνδυασμός τους με την αποθήκευση μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη αξιοποίηση της παραγωγής και στον περιορισμό των απωλειών ενέργειας λόγω περικοπών.
Λιγότερες περικοπές και μικρότερη ανάγκη αποθήκευσης
Στο σενάριο με τα υπεράκτια αιολικά, οι περικοπές ανανεώσιμης ενέργειας εκτιμώνται σε 0,72 TWh (τεραβατώρες) το 2035. Χωρίς τη συγκεκριμένη τεχνολογία, η ποσότητα αυτή αυξάνεται σε 2,55 TWh στο πρώτο εναλλακτικό σενάριο και σε 3,04 TWh στο δεύτερο. Με άλλα λόγια, η περικοπτόμενη ενέργεια είναι έως και 4 φορές μικρότερη όταν στο ενεργειακό μείγμα μπαίνουν και οι θαλάσσιες ανεμογεννήτριες. Η επίδραση των υπεράκτιων πάρκων γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν εξετάζονται οι ανάγκες που δημιουργούνται στον τομέα της αποθήκευσης. Σύμφωνα με τη μελέτη, για να επιτευχθούν αντίστοιχα επίπεδα περικοπών σε ένα σύστημα χωρίς υπεράκτια αιολικά, θα απαιτούνταν περίπου τριπλάσια ισχύς μπαταριών σε σχέση με τον στόχο του ΕΣΕΚ, ήτοι περίπου 14 GW επιπλέον για την εξισορρόπηση των περικοπών.
Έως 31% λιγότερη ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο
Σημαντική είναι η επίδραση και στη συμβατική ηλεκτροπαραγωγή. Τα υπεράκτια αιολικά μπορούν να περιορίσουν έως και 31% την ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο το 2035, στις 4,36 TWh, έναντι 6,12 και 6,36 TWh στα εναλλακτικά σενάρια. Μάλιστα, σε αυτό το σενάριο, οι ετήσιες εκπομπές CO₂ υποχωρούν σε 1,5 εκατ. τόνους, εξοικονομώντας 650.000 έως 750.000 τόνους ετησίως. Μειώνεται επίσης η έκθεση στις διεθνείς ανατιμήσεις καυσίμων. Σε ένα νέο σοκ τιμών ανάλογο του 2022, η πρόσθετη ετήσια επιβάρυνση εκτιμάται από τους μελετητές σε 850 εκατ. ευρώ, έναντι 1,84 δισ. ευρώ χωρίς υπεράκτια αιολικά, όταν το κενό παραγωγής καλύπτεται από φωτοβολταϊκά και χερσαία αιολικά, μια διαφορά άνω του 50%.
Καλύτερες συνθήκες για τις υπόλοιπες ΑΠΕ
Η ένταξη υπεράκτιων αιολικών στο ηλεκτρικό σύστημα αυξάνει τα έσοδα από την πώληση της παραγωγής φωτοβολταϊκών και χερσαίων αιολικών, με τη μέση τιμή αποτίμησής της να διαμορφώνεται στα 77 ευρώ/MWh, έναντι 68 και 65 ευρώ/MWh στα εναλλακτικά σενάρια. Για την εγκατεστημένη ισχύ που προβλέπει το ΕΣΕΚ, αυτό συνεπάγεται δυνητικά 500 εκατ. ευρώ πρόσθετα ετήσια έσοδα από την αγορά. Παράλληλα, οι ώρες με μηδενική οριακή τιμή πέφτουν στις 323, από 704 στο σενάριο με 90% φωτοβολταϊκά στο ενεργειακό μείγμα, ενώ η μεταβλητότητα των τιμών μειώνεται κατά 20%. Το μέσο οριακό κόστος παραμένει στα 94 ευρώ/MWh, υποχωρώντας στα 85 ευρώ/MWh εφόσον η υπεράκτια αιολική ισχύς αυξηθεί κατά 50%.
Λιγότερη πίεση στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις
Η παρουσία υπεράκτιων αιολικών ενισχύει, σύμφωνα με τη μοντελοποίηση, και τη θέση της Ελλάδας στο διασυνοριακό εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας. Οι καθαρές εξαγωγές εκτιμώνται σε 1,34 TWh το 2035, έναντι 0,76 TWh και 0,40 TWh στα δύο εναλλακτικά σενάρια. Η ανάπτυξη θαλάσσιων πάρκων αναμένεται να ενισχύσει τον εξαγωγικό ρόλο της Ελλάδας στην ηλεκτρική ενέργεια. Για το 2035, οι καθαρές εξαγωγές προβλέπονται στις 1,34 TWh, ενώ το εμπορικό πλεόνασμα εκτιμάται σε 207 εκατ. ευρώ, υπερβαίνοντας αισθητά τις επιδόσεις των εναλλακτικών σεναρίων.
Ταυτόχρονα, οι εισαγωγές ρεύματος μειώνονται κατά 10%13%, κυρίως τις βραδινές ώρες. Καταγράφονται επίσης 25% λιγότερες ώρες με φόρτιση άνω του 90% στις εξεταζόμενες γραμμές μεταφοράς 400 kV. Η αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων προϋποθέτει ενίσχυση των διασυνδέσεων, ενώ κρίσιμοι παράγοντες θα είναι η χωροθέτηση των έργων και τα σημεία σύνδεσης που θα ορίσει ο ΑΔΜΗΕ.
Η οικονομική αποτίμηση της μελέτης εξετάζει την τιμή αναφοράς μέσω συμβάσεων επί διαφοράς (CfD), στην οποία η ανάπτυξη υπεράκτιων αιολικών εξισώνεται οικονομικά με την εναλλακτική λύση των φωτοβολταϊκών και των χερσαίων αιολικών. Η αρχική τιμή ισοσκέλισης υπολογίζεται σε 98,8 ευρώ/MWh και αυξάνεται στα 123 ευρώ/MWh, όταν συνυπολογίζεται η χαμηλότερη αγοραία αξία της ηλιακής παραγωγής. Με την προσθήκη του οφέλους από την προστασία έναντι ενεργειακών κρίσεων, υπό την παραδοχή μίας κρίσης τιμών ανά πενταετία, η τιμή φτάνει τα 160,1 ευρώ/MWh. Σύμφωνα με τη μελέτη, κάτω από αυτό το επίπεδο, η υπεράκτια αιολική ενέργεια δεν απαιτεί μεγαλύτερη στήριξη μέσω CfD από την εναλλακτική λύση.














