Η κλιματική αλλαγή και τα ολοένα πιο συχνά φαινόμενα ακραίας ζέστης που αυτή συνεπάγεται, δεν φαίνεται να πλήττουν όλους τους Ευρωπαίους εξίσου, καθώς οι ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες τείνουν να είναι σε μεγάλο βαθμό απροετοίμαστες. Σύμφωνα με έρευνα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (European Environment Agency – EEA), δεν πρόκειται για μια κλιματική κρίση που μοιραζόμαστε ως κοινό στοιχείο, αλλά για έναν πολλαπλασιαστή ανισοτήτων που ήδη υπήρχαν.
Η ζέστη του καλοκαιριού δεν έχει το ίδιο βάρος για όλους. Οι ένοικοι ενός διαμερίσματος χωρίς μόνωση και μιας έπαυλης με προηγμένο σύστημα κλιματισμού δεν βιώνουν με τον ίδιο τρόπο τον καύσωνα. Τα στοιχεία δείχνουν, μάλιστα, ότι οι πολιτικές προσαρμογής που εφαρμόζονται σήμερα στην Ευρώπη συχνά καλύπτουν πρώτα όσους τις χρειάζονται λιγότερο, αφήνοντας εκτεθειμένους εκείνους που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη προστασίας.
Στο πλαίσιο της έρευνας του ΕΕΑ σε συνεργασία με το Eurofound, το 80,5% των 27.000 ερωτηθέντων από 27 κράτη της ΕΕ δήλωσε ότι βίωσε τουλάχιστον μία από τις κλιματικές επιπτώσεις της λίστας (ζέστη, πλημμύρα, πυρκαγιά, λειψυδρία κ.λπ.) την τελευταία πενταετία. Ωστόσο η ένταση με την οποία βίωσαν τα φαινόμενα δεν ήταν ίδια. Το χαμηλό εισόδημα, η ενοικίαση στέγης αντί της ιδιοκατοίκησης καθώς και η ευάλωτη υγεία φάνηκε να συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με το έλλειμμα ανθεκτικότητας ενός νοικοκυριού απέναντι στα ακραία καιρικά φαινόμενα.

Στη σχετική έκθεση επισημαίνεται ότι η ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή ποικίλλει μεταξύ των περιφερειών και των κοινωνικοοικονομικών ομάδων, συμπεριλαμβανομένων των πληθυσμών που είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι.
Κλιματική αλλαγή: Γεωγραφική ανισοκατανομή
Όπως αναφέρει η ερευνήτρια στη μονάδα κοινωνικών πολιτικών του Eurofound, Μαριάνα Μπάτζιο, τα ακραία καιρικά φαινόμενα μετατρέπονται σε χαρακτηριστικό γνώρισμα των ευρωπαϊκών καλοκαιριών, παρ’ όλα αυτά το βάρος δεν κατανέμεται καθόλου ομοιόμορφα. Ως εκ τούτου, πρέπει να ληφθεί υπόψη από τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής το γεγονός ότι κάθε πολίτης της Γηραιάς Ηπείρου δεν έχει την ίδια ικανότητα προσαρμογής, οικονομικά, σωματικά ή ψυχικά.
Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία για την άνιση κατανομή των καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. Στη νότια και κεντρική – ανατολική Ευρώπη, περισσότεροι από το 85% των κατοίκων δήλωσαν ότι βίωσαν διαταραχές που σχετίζονται με το κλίμα – από σοβαρούς καύσωνες σε εξωτερικούς χώρους έως αφόρητες θερμοκρασίες σε εσωτερικούς χώρους.
Το φαινόμενο με τις πυρκαγιές και τον καπνό που εκλύεται από την καύση αναφέρθηκε από το 41% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα, το 35% στην Πορτογαλία και το 20% στην Κύπρο, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να είναι μόλις 8%. Όσο για τις πλημμύρες, σχεδόν το 26% των ερωτηθέντων στην Αυστρία και το 19% στη Σλοβενία ανέφεραν ότι επηρεάστηκαν, σε σύγκριση το 11% του μέσου όρου σε επίπεδο ΕΕ.


Η γεωγραφική κατανομή των ανισοτήτων αντικατοπτρίζεται στην ανησυχία των ανθρώπων για το μέλλον. Πάνω από το 60% όσων ζουν στη νότια Ευρώπη ανησυχούν βαθιά για τις ακραίες θερμοκρασίες – ποσοστό υπερδιπλάσιο αυτού που καταγράφηκε στη βόρεια Ευρώπη. Στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη φοβούνται περισσότερο για τα τρόφιμα και το νερό: πάνω από το ήμισυ των ερωτηθέντων ανησυχούν για την πρόσβαση σε ασφαλές νερό για καθημερινή χρήση, έναντι λιγότερου από το ένα τέταρτο στη βόρεια Ευρώπη.
Στο σύνολο του δείγματος, πάνω από το 52% των ερωτηθέντων εξέφρασαν μεγάλη ή αρκετά μεγάλη ανησυχία για τις εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες στο μέλλον, ενώ το 48% εξέφρασε μεγάλη ή αρκετά μεγάλη ανησυχία για τις πυρκαγιές. Οι γυναίκες και οι νεώτεροι ερωτηθέντες (ηλικίας 1629 ετών) αποτελούν τις ομάδες που εκφράζουν τη μεγαλύτερη ανησυχία για τις μελλοντικές κλιματικές επιπτώσεις.
Η προστασία δεν (πρέπει να) είναι προνόμιο
Στο πλαίσιο της εκδήλωσης έντονων ή ακραίων φαινομένων λόγω κλιματικής αλλαγής, διαφορετικές περιοχές αντιμετωπίζουν διαφορετικούς κινδύνους με πολύ διαφορετική ένταση. Η γεωγραφία έχει μεν σημασία αλλά δεν είναι το μόνο κριτήριο για το πώς διαμορφώνεται η ανθεκτικότητα των ανθρώπων ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες.
Ο τόπος διαμονής καθορίζει την έκθεση σε κλιματικούς κινδύνους, αλλά όχι τη σοβαρότητα των επιπτώσεων. Δύο άνθρωποι στην ίδια πόλη της νότιας Ευρώπης μπορεί να βιώσουν τον ίδιο καύσωνα με πολύ διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με το αν το σπίτι είναι δικό τους ή όχι, αν έχουν την οικονομική δυνατότητα να πάρουν ένα κλιματιστικό ή έστω έναν ανεμιστήρα, ή αν τα προβλήματα υγείας τους επιδεινώνουν την αίσθηση της ζέστης ή η ζέστη επιδεινώνει τα συμπτώματά τους.
Με βάση τα ευρήματα της έρευνας (δείτε την εδώ), σε ποσοστό άνω του 38% οι Ευρωπαίοι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να διατηρήσουν τα σπίτια τους επαρκώς δροσερά κατά τις περιόδους αιχμής της καλοκαιρινής ζέστης. Για τα νοικοκυριά που αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα οικονομικά, το ποσοστό αυτό αυξάνεται σε πάνω από 66%.


Η ευπάθεια δεν περιορίζεται μόνο στη ζέστη. Τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος έχουν διπλάσιες πιθανότητες να πληγούν από πυρκαγιές και τετραπλάσιες πιθανότητες να υποφέρουν από έλλειψη καθαρού νερού.
Οι ενοικιαστές, οι οικογένειες με χαμηλό εισόδημα και τα άτομα με προβλήματα υγείας είναι ταυτόχρονα οι πιο εκτεθειμένοι σε κίνδυνο και οι λιγότερο προετοιμασμένοι να προστατευτούν στο σπίτι τους. Είναι πολύ λιγότερο πιθανό να διαθέτουν σκίαση, μόνωση, εξαερισμό ή ασφάλιση έναντι ακραίων καιρικών φαινομένων, ενώ έχουν λιγότερες δυνατότητες να αντέξουν οικονομικά το αρχικό κόστος εφαρμογής αυτών των μέτρων. Είναι επίσης λιγότερο πιθανό να δουν μέτρα προσαρμογής που εφαρμόζονται από τις Αρχές να φτάνουν στις άμεσες γειτονιές τους.
Τι πρέπει να γίνει
Το πρόβλημα όσον αφορά την προσαρμογή των πληθυσμών στην κλιματική αλλαγή είναι ότι σε μεγάλο μέρος της η ευρωπαϊκή πολιτική εξακολουθεί να βασίζεται στην παραδοσιακή παραδοχή ότι οι πολίτες είναι πλήρως ενημερωμένοι, δρουν κατόπιν ορθολογικής σκέψης και έχουν την ίδια ικανότητα να διαπραγματεύονται τη γραφειοκρατία και να απορροφούν τα αρχικά κόστη των μέτρων προστασίας.
Δεκαετίες έρευνας στη συμπεριφορική επιστήμη, ωστόσο, έχουν δείξει ότι αυτή η εικόνα είναι ανακριβής. Οι άνθρωποι ενεργούν με βάση συνήθειες, προεπιλογές και κοινωνικές νόρμες, υποτιμούν τα μελλοντικά οφέλη σε σχέση με τα άμεσα κόστη και όταν βρίσκονται υπό οικονομική πίεση, διαθέτουν λιγότερη γνωστική ευελιξία για να σχεδιάσουν μέτρα ενεργειακής απόδοσης ή ασφάλισης.
Τα παραδοσιακά εργαλεία στα οποία βασίζονται οι κυβερνήσεις – κανονισμοί, επιδοτήσεις, φόροι και ενημερωτικές εκστρατείες – μπορούν να είναι αποτελεσματικά αλλά έχουν όρια, σημειώνει η Μαριάνα Μπάτζιο. Επίσης, τείνουν να λειτουργούν καλύτερα για πολίτες που είναι ήδη ενημερωμένοι, οικονομικά ευκατάστατοι και ικανοί να χειριστούν πολύπλοκες αιτήσεις, και λιγότερο αποτελεσματικά για εκείνους που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη να επωφεληθούν από αυτά.
Μια επιχορήγηση διαρθρωμένη ως επιστροφή χρημάτων μετά την πληρωμή προϋποθέτει ότι το νοικοκυριό μπορεί να πληρώσει εκ των προτέρων, μια αίτηση που υποβάλλεται αποκλειστικά ψηφιακά προϋποθέτει ψηφιακή παιδεία και χρόνο. Τέτοιες σχεδιαστικές επιλογές είναι λογικές αυτές καθαυτές, όμως αποκλείουν συστηματικά μεγάλες ομάδες του πληθυσμού, ειδικά εκείνους που υποφέρουν περισσότερο από την κλιματική αλλαγή.
Ένας από τους πιο ελπιδοφόρους σχεδιασμούς πολιτικών είναι εκείνες που λειτουργούν με βάση τον τρόπο που οι άνθρωποι συμπεριφέρονται στην πραγματικότητα και όχι με βάση το πώς θα έπρεπε ή αναμένεται να συμπεριφέρονται. Στην πράξη, αυτό μπορεί να σημαίνει μεταφορά του βάρους από τον πολίτη στη διοίκηση, όπως η αυτοματοποίηση της διαδικασίας ελέγχου της επιλεξιμότητας, η προσφορά προχρηματοδότησης αντί για επιστροφή εξόδων ή η δημιουργία υπηρεσιών άμεσης υποστήριξης. Εν τέλει, επισημαίνει η Μπάτζιο, η πραγματική ανθεκτικότητα απέναντι στους κινδύνους από την κλιματική αλλαγή θα οικοδομηθεί μόνο όταν οι πολιτικές φτάσουν στους ανθρώπους που τις χρειάζονται περισσότερο.
Πηγή: in.gr














