Από το «Once» στο «Μπαλάντα των Ονείρων», ο Ιρλανδός δημιουργός μιλά για την πρωτοτυπία, τη μουσική, τις οικογένειες των καλλιτεχνών και τον μύθο του «κλεμμένου τραγουδιού».
Υπάρχουν δημιουργοί που ακολουθούν τις τάσεις και δημιουργοί που καταλήγουν να δημιουργούν τη δική τους κατηγορία. Ο John Carney ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Από το «Once» μέχρι το «Begin Again», το «Sing Street» και το «Flora and Son», έχει χτίσει ένα ιδιαίτερο κινηματογραφικό σύμπαν όπου η μουσική δεν λειτουργεί ως απλό συνοδευτικό στοιχείο της αφήγησης αλλά ως κινητήρια δύναμη των χαρακτήρων.
Στη νέα του ταινία, το «Μπαλάντα των Ονείρων» (Power Ballad), ο Carney επιστρέφει σε γνώριμα νερά αλλά με μια σημαντική διαφορά· αυτή τη φορά η μουσική δεν ενώνει τους ανθρώπους, τους κάνει εχθρούς. Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από ένα τραγούδι, την πατρότητα μιας ιδέας και τα θολά όρια ανάμεσα στην έμπνευση, την επιρροή και τη λογοκλοπή.


Ο ίδιος ο δημιουργός παραδέχεται ότι χρειάστηκαν αρκετές ταινίες μέχρι να αντιληφθεί πως το κοινό άρχισε να τον αντιμετωπίζει ως έναν ξεχωριστό δημιουργό μουσικών ιστοριών.
«Αρχίζω πλέον να νιώθω ότι είμαι εκείνος ο τύπος που κάνει αυτές τις μουσικές ταινίες», λέει χαμογελώντας. «Χρειάστηκαν αρκετές ταινίες για να συμβεί αυτό και δεν περίμενα ποτέ ότι θα εξελισσόταν έτσι. Όμως χαίρομαι πολύ που συνέβη. Ίσως αυτό το λίγο ασταθές, χειροποίητο ύφος που έχουν οι ταινίες μου να είναι τελικά ένα μέρος όπου ο κόσμος αισθάνεται άνετα να καθίσει για λίγο».
Παρά το γεγονός ότι οι ταινίες του έχουν αποκτήσει τη φήμη έργων που αγγίζουν έντονα το συναίσθημα του κοινού, ο ίδιος δεν θεωρεί τον εαυτό του ιδιαίτερα συναισθηματικό άνθρωπο.
«Δεν ξεκίνησα ποτέ μια ταινία με σκοπό να κάνω κάποιον να κλάψει», εξηγεί. «Η μουσική όμως με επηρέαζε βαθιά από παιδί. Δεν χρειαζόταν να ακούω καν τους στίχους. Έμπαινε κατευθείαν στην καρδιά μου. Θυμάμαι να πηγαίνω με το ποδήλατο στο σχολείο ακούγοντας μουσική στο Walkman του αδελφού μου και να νιώθω ότι απογειωνόμουν σαν τον Ε.Τ. Θυμάμαι επίσης να ακούω Tom Waits όταν ήμουν δώδεκα ετών και να κλαίω για κάποια κοπέλα που μου είχε ραγίσει την καρδιά. Ίσως οι ταινίες μου λειτουργούν επειδή προσπαθώ να ξαναζήσω αυτές τις εμπειρίες».
Το «Μπαλάντα των Ονείρων» γεννήθηκε, σύμφωνα με τον ίδιο, από μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα που είδε κάποτε στον δρόμο. Έναν μεσήλικα πατέρα που κρατούσε το παιδί του, είχε την κιθάρα του στον ώμο και πήγαινε στη δουλειά.
«Έμοιαζε με τον Bono. Είχε το περπάτημα και την αυτοπεποίθηση ενός ροκ σταρ. Ταυτόχρονα όμως ήταν ξεκάθαρα ένας πατέρας που πήγαινε στη δουλειά του. Ήταν μια υπέροχη εικόνα. Μακάρι να είχα πάει να του μιλήσω. Μακάρι να μπορούσα να τον βρω σήμερα και να του πω ότι έγραψα μια ταινία εμπνευσμένη από εκείνον».
Η ταινία εξερευνά όχι μόνο τη δημιουργία μουσικής αλλά και το πώς αυτή συνυπάρχει με την οικογενειακή ζωή, την οικονομική πραγματικότητα και την ενηλικίωση. Για τον Carney αυτό είναι πλέον πολύ πιο ενδιαφέρον από τις κλασικές ιστορίες καλλιτεχνών που προσπαθούν απλώς να εντυπωσιάσουν έναν έρωτα.


«Όταν είσαι είκοσι χρονών ξέρεις ακριβώς γιατί γράφεις τραγούδια. Θέλεις να κερδίσεις ένα κορίτσι ή ένα αγόρι. Θέλεις να φωνάξεις στον κόσμο ποιος είσαι. Όταν όμως μεγαλώνεις, παντρεύεσαι, κάνεις παιδιά και έχεις λογαριασμούς να πληρώσεις, τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα. Τότε η ερώτηση είναι διαφορετική. Πώς συνεχίζεις να γράφεις τραγούδια όταν ο άνθρωπος για τον οποίο ξεκίνησες να τα γράφεις δεν είναι πια εκεί;»
Η σχέση του με τη μουσική παραμένει εξαιρετικά προσωπική. Αν και έχει συνδέσει το όνομά του με μερικά από τα πιο αγαπημένα μουσικά φιλμ της σύγχρονης εποχής, δεν βλέπει τον εαυτό του πρωτίστως ως μουσικό.
«Η αλήθεια είναι ότι βαριέμαι εύκολα. Κάθομαι στον υπολογιστή για να γράψω και μετά από είκοσι λεπτά σηκώνομαι εκνευρισμένος και πάω στο πιάνο. Μετά επιστρέφω στο σενάριο. Μετά ξανά στο πιάνο. Κάπως έτσι ανακάλυψα ότι η δημιουργική μου διαδικασία βρίσκεται ανάμεσα στα δύο. Δεν το σχεδίασα ποτέ έτσι. Ήθελα να γίνω ένας σοβαρός σκηνοθέτης σαν τον Ingmar Bergman. Η ζωή όμως είχε άλλα σχέδια».
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της συζήτησης αφορούσε τη λογοκλοπή στη μουσική και το κατά πόσο μπορεί κάποιος να θεωρηθεί πραγματικά «κλέφτης» μιας μελωδίας. Ο Carney απορρίπτει κάθε απόλυτη προσέγγιση.


«Ήταν πολύ σημαντικό για μένα να μην υπάρχει ένας καλός και ένας κακός στην ταινία. Θα έβλεπα ευχαρίστως μια ταινία όπου ένας άνθρωπος «κλέβει» συνειδητά ένα τραγούδι και στο τέλος τιμωρείται. Αλλά δεν θα μπορούσα να τη γράψω. Δεν πιστεύω ότι η μουσική λειτουργεί έτσι. Δεν πιστεύω ότι οι άνθρωποι κάθονται και λένε «σήμερα θα κλέψω αυτό το τραγούδι». Τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα».
Η άποψη αυτή τον οδηγεί και σε μια ευρύτερη παρατήρηση για τη σημερινή μουσική βιομηχανία.
«Ζούμε σε μια εποχή όπου όλα ανακυκλώνονται. Είναι δύσκολο να ξέρεις τι σημαίνει πραγματικά πρωτοτυπία. Από τη μία πλευρά δεν θέλεις να ζεις σε έναν κόσμο όπου όλοι φοβούνται να δημιουργήσουν επειδή κάποιος δικηγόρος μπορεί να τους κατηγορήσει για λογοκλοπή. Από την άλλη πλευρά θέλεις να ακούς νέα πράγματα. Είναι μια πολύ λεπτή ισορροπία».
Σε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα σημεία της συνέντευξης, ο δημιουργός εξέφρασε μια άποψη που σίγουρα θα προκαλέσει αντιδράσεις.
«Για μένα η δεκαετία του ’80 ήταν η τελευταία περίοδος πραγματικά νέας μουσικής. Εμφανίστηκαν τα συνθεσάιζερ, τα drum machines και ολόκληρες νέες τεχνολογίες. Ξαφνικά δημιουργήθηκαν ήχοι που δεν υπήρχαν πριν. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και μετά νιώθω ότι κυρίως αναφερόμαστε σε πράγματα που έχουν ήδη υπάρξει. Ειλικρινά, σήμερα δεν ακούω κάτι που να μου φαίνεται πραγματικά καινούργιο».


Ακόμη και όταν μιλά για λογοκλοπή, προτιμά να εστιάζει στις γκρίζες ζώνες αντί για τις δικαστικές αίθουσες. Ως παράδειγμα φέρνει τις ιστορίες που κατά καιρούς έχουν απασχολήσει μεγάλους καλλιτέχνες.
«Κοιτάζω, για παράδειγμα, την υπόθεση του Ed Sheeran και χαίρομαι που κέρδισε. Την ίδια στιγμή όμως πρέπει να παραδεχτούμε ότι ζούμε σε μια εποχή όπου πολλά πράγματα μοιάζουν μεταξύ τους. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει τέλεια δικαιοσύνη σε αυτές τις ιστορίες. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ένα τέλος όπου όλοι παίρνουν ακριβώς αυτό που τους ανήκει και φεύγουν ευτυχισμένοι».
Μάλιστα θυμήθηκε μια ιστορία γύρω από τον George Michael και τον Barry Manilow, την οποία θεωρεί χαρακτηριστική.
«Αν θυμάμαι σωστά, είχαν καταλήξει να αντιμετωπίσουν το ζήτημα με τρόπο ώριμο, σχεδόν λέγοντας ότι κανείς δεν κατέχει απόλυτα μια μελωδία. Αυτή η προσέγγιση μου φαίνεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τις ιστορίες όπου όλοι καταλήγουν στα δικαστήρια».
Παρά τη βαθιά σύνδεσή του με το τραγούδι, ο Carney παραδέχεται ότι το πρώτο του μεγάλο πάθος ήταν η jazz.


«Είμαι εμμονικός με τη jazz. Απλώς δεν μπορώ να την παίξω. Τα δάχτυλά μου δεν κάνουν αυτό που λέει το κεφάλι μου. Είναι σχεδόν νευρολογικό πρόβλημα. Αλλά εξακολουθώ να λατρεύω τα παλιά μιούζικαλ, το «Guys and Dolls», το «Τραγουδώντας στη Βροχή» (Singing in the Rain), το «Ένα Αστέρι γεννιέται» (A Star Is Born). Θα ήθελα κάποια στιγμή να γράψω ένα τραγούδι που να μοιάζει απλό στην επιφάνεια αλλά να κρύβει τεράστια πολυπλοκότητα από κάτω».
Ο John Carney ξέρει καλά γιατί είπε την ιστορία στη «Μπαλάντα των Ονείρων» (Power Ballad), για την ακρίβεια το συνόψισε υπέροχα παρακάτω: «Δεν πιστεύω ότι η μουσική κλέβεται τόσο απλά όσο νομίζουμε».
Σε μια εποχή όπου οι συζητήσεις γύρω από την πνευματική ιδιοκτησία, την τεχνητή νοημοσύνη και την αυθεντικότητα γίνονται ολοένα πιο έντονες, ο Ιρλανδός δημιουργός επιλέγει να δει τα πράγματα μέσα από ένα πιο ανθρώπινο πρίσμα. Αντί να αναζητήσει ενόχους, αναζητά ανθρώπους. Αντί να ψάξει για απόλυτες απαντήσεις, επιμένει στις αντιφάσεις.
Και ίσως γι’ αυτό οι ταινίες του εξακολουθούν να αγγίζουν το κοινό. Επειδή πίσω από τα τραγούδια δεν βλέπει ποτέ νότες και συγχορδίες. Βλέπει ανθρώπους που προσπαθούν να καταλάβουν ο ένας τον άλλον.
Δείτε το trailer:
(*στη συνέντευξη τύπου, από Ελλάδα συμμετείχε και ο Γιάννης Βασιλείου με ερώτηση του στον καλλιτέχνη)
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος















