Πριν ο Ρόκι Μπαλμπόα αρχίσει να βάζει πάγο στα χέρια του για να πάρει το κάψιμο από τα μπουνίδια, ο άνθρωπος που τον επινόησε… τον έπαιζε στα δάχτυλα (με κονδύλι στο χέρι και δακτυλογράφο… ξεφτέρι). Αυτή η λεπτομέρεια στο «I Play Rocky» κινητοποιεί όλη την ιστορία, επειδή μετατοπίζει για λίγο το βλέμμα από το ιδρωμένο κούτελο του Sly (που έχουμε συνηθίσει να θαυμάζουμε στη μεγάλη οθόνη), στον κόπο και την επιμονή του να γράψει, να πάρει το πράσινο φως και να πρωταγωνιστήσει στην ταινία που ελάχιστα γνωρίζαμε για το «κου-κου» παρασκήνιο της. Πριν την αποθέωση, υπήρχε ένας άγνωστος τυπάκος με προγναθισμό, κακή προφορά, μεγάλη φιλοδοξία και πίστη στο ένστικτό του που θέλοντας να πείσει τον κόσμο ότι είχε κάτι να πει, έγινε «πολυεργαλείο» και μάνατζερ του ταλέντου του.
Ο Πίτερ Φαρέλι αφηγείται τη διαδρομή του νεαρού Σιλβέστερ Σταλόνε μέχρι τη δημιουργία του «Rocky», με τον Άντονι Ιπολίτο (βλέπω αν καταφθάνει υποψηφιότητα για Όσκαρ) στον κεντρικό ρόλο. Η βασική σύγκρουση σχετικά με το σενάριο είναι γνωστή, αλλά παραμένει εξαιρετικό κινηματογραφικό υλικό που στα κατάλληλα χέρια μετατρέπεται σε κωμωδία χαρακτήρων: ένας ηθοποιός χωρίς επαγγελματικό κύρος γράφει ένα σενάριο σε ελάχιστες μέρες που – για ένα ανεξήγητο λόγο – ενδιαφέρει το Χόλιγουντ . Αντί να το πουλήσει για σχεδόν 400.000 δολάρια και να λύσει τα οικονομικά του προβλήματα για μια ζωή, αρνείται να παραχωρήσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε κάποιον πιο εμπορικό ηθοποιό (επικρατέστερος ήταν ο Μπαρτ Ρέινολντς) και διαπραγματεύεται ξεπερνώντας τη γόνιμη ζώνη του εξευτελισμού.

Το σύστημα θέλει την ιστορία του, αλλά ο ίδιος… διατηρεί σοβαρές επιφυλάξεις με τους κανόνες που προσπαθούν να το επιβληθούν. Το «I Play Rocky» μας βγάζει νοκ-άουτ γιατί έχει πολλά να προσφέρει σε διαφορετικά είδη θεατών. Οι φανατικοί της σειράς ταινιών θα ανακαλύψουν τον πραγματικό κόσμο πίσω από εικόνες που γνωρίζουν σχεδόν καρέ καρέ· όσοι αντιμετωπίζουν το πρώτο «Rocky» ως αριστούργημα θα θυμηθούν ότι τα αριστουργήματα σπανίως γυρίζονται μέσα σε συνθήκες αντάξιες της μελλοντικής τους φήμης, οι απλώς περίεργοι θα μάθουν πώς φτιάχνεται μια ταινία όταν τα χρήματα, ο χρόνος και η εμπιστοσύνη των άλλων… δεν περισσεύουν. Όσο για τους δύσπιστους, μπορούν τουλάχιστον να απολαύσουν το θέαμα μιας βιομηχανίας που χρειάζεται αλλεπάλληλες συσκέψεις για να καταλήξει σε κάτι που αργότερα θα παρουσιάζει ως αυτονόητο.
Σήμερα βλέπουμε το «Rocky» ολοκληρωμένο, επικυρωμένο από δεκαετίες αγάπης, τηλεοπτικές επαναλήψεις και κινηματογραφική ιστορία, το 1976 ήταν σπέρμα υπό παραγωγή στους σάκους του μπαμπά του. Κάθε σκηνή ήταν μια πρακτική εκκρεμότητα, κάθε επιλογή μπορούσε να αποδειχθεί λανθασμένη και ο πρωταγωνιστής δεν είχε ακόμη γίνει ο Σταλόνε που ξέρουμε. Η ταινία του Φαρέλι μάς επιστρέφει στην αβεβαιότητα πριν από την επιτυχία, έστω κι αν εμείς γνωρίζουμε το «έζησαν αυτοί καλά, και εμείς καλύτερα», πριν τους τίτλους έναρξης.
Κι εδώ ταιριάζει το γαστρονομικό παράδοξο: με υλικά από φαστ φουντ μπορείς τελικά να φτιάξεις χαβιάρι ή μια εξαίρετη γαστρονομική απομίμηση, αρκεί να μη θεωρείς την τιμή των υλικών εγγύηση του αποτελέσματος. Μια απλή ιστορία με αναγνωρίσιμους χαρακτήρες, περιορισμένες δυνατότητες και λύσεις ανάγκης μπορούν να αποκτήσουν συγκινησιακή δύναμη που καμία «σίγουρη συνταγή» δεν εξασφαλίζει. Οι αξίες γεννιούνται από άλλες σχέσεις και συσχετισμούς: από το πότε θα αφήσεις έναν άνθρωπο να σωπάσει, από το πόσο θα πιστέψεις στην αμηχανία του, από την ακρίβεια με την οποία μια μικρή επιθυμία θα γίνει σημαντική για τον θεατή. Αυτός παραγγέλνει, αυτός έχει και τον τελευταίο λόγο στο φιλοδώρημα.
Ο Φαρέλι , με χιλιόμετρα στην κωμωδία – αλλά και τις ντράμεντι -, καταλαβαίνει ότι το συγκεκριμένο παρασκήνιο προσφέρεται για κωμωδία, ιδιαίτερα λόγω της νοσταλγικής πατίνας που αφήνει στις αναμνήσεις μας. Η απόσταση ανάμεσα στη σοβαρότητα με την οποία οι επαγγελματίες υπερασπίζονται μια απόφαση και στην αβεβαιότητα πάνω στην οποία αυτή στηρίζεται, είναι από μόνη της αστεία. Η παραγωγή μιας ταινίας αποτελεί – όπως φαντάζεστε – συλλογική εργασία ανθρώπων που πρέπει να δείχνουν βέβαιοι, συχνά προτού αποκτήσουν λόγο για να είναι. Το χιούμορ του «I Play Rocky» λειτουργεί καλύτερα όταν αφήνει αυτή την αντίφαση να φανεί, χωρίς να χρειάζεται να μετατρέψει όλους τους δύσπιστους… σε ανόητους, γιατί το πείσμα του Σταλόνε είναι εντυπωσιακό εκ των υστέρων, όταν δεν ξέρεις την κατάληξη. Τότε, και μόνο τότε, μπορεί να μοιάζει και με εξαιρετικά κακή οικονομική απόφαση. Η ιδέα ότι προτιμάς να είσαι αισιόδοξος και να κάνεις λάθος παρά απαισιόδοξος και να έχεις δίκιο, δίνει στην ταινία τον συναισθηματικό της τόνο. Ο αισιόδοξος διατηρεί κυρίως δυνατότητα δράσης, έστω και αν αυτή είναι απολύτως παράλογη. Ο απαισιόδοξος όμως έχει το πλεονέκτημα μιας άψογης πρόβλεψης, την οποία μπορεί να κορνιζάρει ή απλά να τη βάλει στον «γάτο» του (σε περίπτωση που είναι γατόφιλος με εμπιστοσύνη ζωής στον τετράποδο φίλο του).

Όσο εμείς που σκάμε τον οβολό μας για να αγοράσουμε εισιτήρια υποστηρίζουμε ασυνείδητα ότι η επιτυχία είναι το άπαν, ενισχύουμε τη θέση ότι το πείσμα μοιάζει με διορατικότητα. Η ταινία ευνοεί, φυσικά, τον αισιόδοξο. Το ενδιαφέρον του ήρωα βρίσκεται στη στιγμή πριν από αυτή τη δικαίωση, όταν καλείται να αποφασίσει τι είναι διατεθειμένος να χάσει για να μη βγει από την ίδια του την ιστορία. Ο τίτλος «I Play Rocky» περιέχει αυτή την επιμονή με την απλότητα μιας πρότασης που έχει επαναληφθεί τόσες φορές από τον χαρακτήρα, ώστε έχει πάψει να επιδέχεται διαπραγμάτευση.
Ο Άντονυ Ιπολίτο έχει να αντιμετωπίσει μια γνώριμη παγίδα στις βιογραφικές ταινίες: ο θεατής περιμένει πρώτα να αναγνωρίσει τη φωνή, το πρόσωπο και τον τρόπο κίνησης του ήρωα που γνωρίζει και θέλει να δει να ζωντανεύει εκ νέου. Η ομοιότητα συνήθως εξασφαλίζει την αρχική προσοχή, αλλά η ερμηνεία στο τέλος είναι αυτή που μας κρατάει δίπλα στον «άνθρωπο» προτού γίνει «είδωλο». Όταν παίζεις τον Σταλόνε, φυσικά θα μιλάς σα να έχει παραλύσει το μισό σου πρόσωπο, φυσικά θα τονίσεις την προφορά ιταλού νταλικιέρη που έκανε την πρακτική του σε οίκους ανοχής ως «νταβατζής του Νιου Τζέρσευ» και φυσικά θα πρέπει να μπουνοσαπίσει το σφαχτάρι στο ψυγείο με μορφασμούς που θα έκανε ο Λαυρέντης Διανέλος όταν του αποκάλυπταν ότι η κόρη του Αλίκη τραγουδάει με κάτι μούλικα το «πως το τρίβουν το πιπέρι». Το -πραγματικά δύσκολο- είναι να παίξεις τον Σταλόνε χωρίς να δείχνεις ότι γνωρίζεις το μέλλον του και να αφήσεις την αυτοπεποίθηση να συνυπάρχει με την αβεβαιότητα, την επιμονή με την ανάγκη να σε πάρουν επιτέλους στα σοβαρά.
Η ατάκα για το πόσες λήψεις χρειάζονται για να παίξεις τον εαυτό σου, δύο άραγε, γίνεται έτσι ένα θαυμάσιο σχόλιο πάνω στην ίδια την ταινία. Το να είσαι ο εαυτός σου μπροστά στην κάμερα απαιτεί τεχνική, επανάληψη και την παράξενη ικανότητα να ξαναβρίσκεις κάτι αυθόρμητο κατόπιν παραγγελίας. Ο Ιπολίτο, επιπλέον, παίζει έναν ηθοποιό που διεκδικεί να υποδυθεί έναν χαρακτήρα στον οποίο οι άλλοι αναγνωρίζουν στοιχεία του ίδιου. Ευτυχώς για όλους, δεν απαιτείται να λυθεί η εξίσωση πριν αρχίσει το γύρισμα.
Η δυσπιστία του πατέρα του Σλάι απέναντι στην υποκριτική, την οποία θεωρεί ψεύτικη, προσθέτει μια πιο προσωπική ανάγκη απόδειξης. Ο Σταλόνε πρέπει να υπερασπιστεί την αξία μιας εργασίας που βασίζεται στην επινόηση, σε έναν κόσμο όπου η χειροπιαστή χρησιμότητα προσφέρει ευκολότερες απαντήσεις. Η συγγραφή αρχικά δίνει σταδιακά μορφή σε αυτή την υπεράσπιση. Το «ο καθένας μπορεί να γράψει» ακούγεται δημοκρατικό μέχρι να βρεθείς μόνος απέναντι στη σελίδα. Όπως μας μαθαίνουν και στις σχολές σκηνοθεσίας «όλοι λέτε ότι έχετε ένα Μπρν Χουρ στο μυαλό σας, όμως θα το έχετε όταν περάσει στο χαρτί σας». Εκεί τελειώνει η γενική πρόσκληση και αρχίζει η δουλειά. Ο πάγος στα δάχτυλα, που συνηθίζεται στο μποξ, γίνεται σύμβολο ξεκούρασης όταν η έμπνευση από την πολύ-συγγραφή τσακίζει τις αρθρώσεις του και με το κονδύλι.
Υπάρχει, όμως, και το κόστος που αναλαμβάνουν οι άλλοι, κυρίως όταν γίνεται αυτοσκοπός η συζήτηση για τον καλό σύζυγο που δεν λέει ψέματα· τότε ανοίγει μια ρωγμή στον ευχάριστο μύθο της επιμονής. Όταν κάποιος αφιερώνεται ολοκληρωτικά σε ένα όνειρο, οι κοντινοί του άνθρωποι δεν συμμετέχουν όλοι με τους ίδιους όρους. Μπορεί να πιστεύουν σε εκείνον και συγχρόνως να ιδρώνουν και εκείνοι τη φανέλλα, να φοβούνται ή να χρειάζονται ειλικρίνεια περισσότερο από άλλη μία υπόσχεση. Η μελλοντική επιτυχία δεν δικαιώνει αυτομάτως κάθε συμπεριφορά που προηγήθηκε.
Ανάλογα, η ιστορία με τον σκύλο που υπεραγαπά, τον πουλά ελλείψη χρημάτων και τον αγοράζει ξανά σε υπερ-πολλαπλάσια τιμή, αποκτά βάρος επειδή εισάγει ένα όριο στην αποτίμηση των πάντων. Μέσα σε έναν κόσμο προσφορών, αντιπροσφορών και ποσών που υποτίθεται ότι πρέπει να λύνουν κάθε διαφωνία, η συναισθηματική αξία παραμένει πεισματικά δύσκολη στη διαπραγμάτευση. Η σχέση με ένα ζώο δεν χρειάζεται να αποδείξει την αποδοτικότητά της· έχει ήδη υπάρξει, συχνά σε εποχές που κανείς άλλος δεν είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις προοπτικές σου.

Η ατάκα για τον «Νονό», ως ιστορία μιας οικογένειας που αγαπά τα ζυμαρικά, κρύβει μέσα στην κωμική της αυθαιρεσία μια σοβαρή παρατήρηση για τον κινηματογράφο: Η περίληψη του θέματος ουδέποτε εξηγεί τη συναισθηματική εμπειρία. Μπορείς να περιγράψεις το «Rocky» ως ταινία για την πυγμαχία και να έχεις παραλείψει σχεδόν όλα όσα το κάνουν αγαπητό: Τη μοναξιά, τη συστολή, την ανάγκη κάποιου να τον επιβραβεύσουν για ένα επίτευγμα, την επιθυμία να τελειώσει μια δύσκολη μέρα έχοντας διατηρήσει κάτι από την αξιοπρέπειά του.
Το «I Play Rocky» γνωρίζει πολύ καλά πόση δύναμη αντλεί από αυτά τα ήδη αγαπημένα υλικά, εδώ όμως βρίσκεται και ο περιορισμός του. Η αναγνώριση μιας σκηνής, μιας φυσιογνωμίας ή μιας χειρονομίας παράγει έτοιμη συγκίνηση, την οποία η νέα ταινία δεν δημιουργεί από έμπνευση. Ο Φαρέλι εμπιστεύεται τη ζεστασιά της αφήγησης και την απόλαυση της επανένωσης, αφήνοντας λιγότερο χώρο στις δυσάρεστες αμφισημίες. Τελικά, και αυτό το outsider είναι ένα διαμαντάκι· ένα έργο που θέλει εμφανώς να μας κάνει να περάσουμε καλά και δεν προσποιείται μεγάλη αμηχανία γι’ αυτή την επιθυμία. Η ουσιαστικότερη προσφορά του είναι ότι ανανεώνει την περιέργεια για το πρωτότυπο. Μας παρακινεί να το ξαναδούμε προσέχοντας τη δουλειά πίσω από την απλότητα, τις συλλογικές αποφάσεις πίσω από την εικόνα ενός μοναχικού ήρωα, τον κίνδυνο πίσω από όσα σήμερα θεωρούμε κλασικά. Οι φαν θα βρουν καινούργιες διαδρομές μέσα σε γνώριμες σκηνές· οι περίεργοι θα καταλάβουν κάτι περισσότερο για το πώς μια ταινία καταφέρνει τελικά να υπάρξει κι όσοι αντιμετωπίζουν τα αριστουργήματα σαν να γεννήθηκαν με γκαραντί, ας πάνε να δουν αν έρχομαι -εγώ ή ο Σταλόνε, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία-. Το χαβιάρι (όχι αυτό που αγαπάει ο θεός) κάποια στιγμή θα αναγνωριστεί. Προς το παρόν, φορέστε γάντια κουζίνας ή μποξ γιατί… πρέπει να βγει η σκηνή.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος














