Του Στέφανου Νικολαΐδη
Η πολιτική των «ήρεμων νερών» δεν απέτυχε, αλλά, σύμφωνα με τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη, πέτυχε τον σκοπό για τον οποίο επιλέχθηκε: να απομακρύνει τον κίνδυνο μιας μείζονος ελληνοτουρκικής κρίσης και ταυτόχρονα να δώσει στην Ελλάδα τον απαραίτητο χρόνο για να ενισχύσει την οικονομία, την άμυνά της και το διπλωματικό της αποτύπωμα.
Τώρα, απέναντι στις νέες κινήσεις της Άγκυρας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, η Αθήνα περνά σε μια εμφανώς πιο σκληρή ρητορική, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τον διάλογο. «Οποιαδήποτε απόπειρα προσβολής των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων αντιμετωπίζεται με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο», διαμηνύει ο υπουργός Εξωτερικών, ενώ ξεκαθαρίζει πως η Ελλάδα είναι «απολύτως έτοιμη για κάθε σενάριο».
Η τοποθέτηση του κ. Γεραπετρίτη στη συνέντευξή του στο «Βήμα της Κυριακής» αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά την απόφαση της Τουρκίας να ανακηρύξει δύο θαλάσσια πάρκα στο Βόρειο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, σε περιοχές που η Αθήνα θεωρεί ότι επικαλύπτουν ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και ελληνική μη οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα.
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης επιχειρεί καταρχάς να αποσυνδέσει την πολιτική των «ήρεμων νερών» από την αντίληψη ότι αυτή συνιστούσε μια μόνιμη επιλογή κατευνασμού.
«Τα ήρεμα νερά δεν συνιστούν αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την εξυπηρέτηση των εθνικών μας στόχων», σημειώνει, εξηγώντας ότι η επιλογή της λειτουργικής σχέσης με την Τουρκία ήρθε μετά από μια περίοδο παρατεταμένης και κλιμακούμενης έντασης, η οποία μπορούσε ακόμη και να οδηγήσει σε σύρραξη.
Σύμφωνα με τον υπουργό, η πολιτική αυτή είχε 5 βασικά αποτελέσματα.
Πρώτον, μειώθηκαν οι παραβιάσεις του Εθνικού Εναέριου Χώρου, περιορίστηκαν οι μεταναστευτικές ροές από την Ανατολή και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου μπόρεσαν να αναπνεύσουν και να αναπτυχθούν οικονομικά, χωρίς να προκύψει μια νέα μείζων ελληνοτουρκική κρίση.
Δεύτερον, η Αθήνα αξιοποίησε τον χρόνο για να ενισχύσει την οικονομία και κυρίως τις Ένοπλες Δυνάμεις. Ο κ. Γεραπετρίτης αναφέρεται στα Rafale, τα αναβαθμισμένα F-16, τις φρεγάτες Belharra, τη νέα πολυδιάστατη δομή δυνάμεων και στα F-35 που αναμένονται το επόμενο διάστημα.
Τρίτον, σύμφωνα με τον υπουργό, η Ελλάδα ενίσχυσε σημαντικά το διπλωματικό της αποτύπωμα. Αναφέρεται στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, την Ινδία και τις χώρες του Κόλπου, αλλά και στη διεύρυνση της ελληνικής παρουσίας διεθνώς.
Τέταρτον, η βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων συνέβαλε, κατά τον ίδιο, στην επανεκκίνηση των άτυπων συζητήσεων για το Κυπριακό, υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ.
Και, πέμπτον, η Αθήνα χρησιμοποίησε αυτή την περίοδο για να ενισχύσει νομικά και πολιτικά τις θέσεις της, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό και το πρόγραμμα αξιοποίησης του υποθαλάσσιου πλούτου.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται και η νέα παράμετρος που εισάγει η συνέντευξη.
Η Αθήνα δεν φαίνεται να εγκαταλείπει την πολιτική της αποκλιμάκωσης, αλλά θεωρεί ότι πλέον μπορεί να την ασκεί από διαφορετική βάση. Ο ίδιος ο υπουργός μιλά για μια Ελλάδα που βρίσκεται «στο απόγειο της ισχύος της».
Και απέναντι στις τουρκικές κινήσεις το μήνυμα είναι πλέον σαφές.
«Οποιαδήποτε απόπειρα προσβολής των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων αντιμετωπίζεται με οποιοδήποτε μέσο», αναφέρει ο κ. Γεραπετρίτης, ενώ σε άλλο σημείο τονίζει ότι «κανένα τετελεσμένο δεν μπορεί να παραχθεί μονομερώς».
Η διατύπωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα μετά την τουρκική ανακήρυξη των θαλάσσιων πάρκων.
Η Άγκυρα υποστηρίζει ότι πρόκειται για περιβαλλοντική πρωτοβουλία και απάντηση στις αντίστοιχες ελληνικές κινήσεις. Η Αθήνα, όμως, έχει ήδη χαρακτηρίσει την τουρκική απόφαση μονομερή και παράνομη, υποστηρίζοντας ότι τα πάρκα εκτείνονται πέραν των τουρκικών χωρικών υδάτων και σε περιοχές διεθνών υδάτων αλλά και ελληνικής υφαλοκρηπίδας.
Έτσι, η αντιπαράθεση μεταφέρεται πλέον σε ένα πεδίο όπου το περιβαλλοντικό ζήτημα λειτουργεί ως όχημα για την προβολή διαφορετικών αντιλήψεων σχετικά με το θαλάσσιο καθεστώς του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.
Η Διακήρυξη των Αθηνών δεν είναι «νεκρή»
Παρά τη σκληρή γλώσσα, ο υπουργός δεν αφήνει περιθώριο για την ερμηνεία ότι η Αθήνα θεωρεί πως ο διάλογος με την Τουρκία έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του.
Στο ερώτημα εάν η Διακήρυξη των Αθηνών θα πρέπει να θεωρείται «νεκρή», ο κ. Γεραπετρίτης απαντά αρνητικά.
Υπενθυμίζει ότι ο διάλογος με την Τουρκία δεν αποτελεί επινόηση της σημερινής κυβέρνησης και αναφέρεται στους 64 γύρους διερευνητικών επαφών που προηγήθηκαν, τους οποίους χαρακτηρίζει άτακτους και σε μεγάλο βαθμό ανώφελους ως προς την ενίσχυση των ελληνικών θέσεων.
Αντίθετα, υποστηρίζει ότι η Διακήρυξη των Αθηνών δημιούργησε για πρώτη φορά έναν δομημένο διάλογο τριών πυλώνων, ο οποίος λειτούργησε ως δίαυλος αποσυμπίεσης.
Ειδικότερα, ο υπουργός σημειώνει:
«Ο διάλογος με την Τουρκία δεν αποτελεί επινόηση της παρούσας κυβέρνησης. Όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης συζητούσαν με την Τουρκία, ενίοτε άτακτα και ανώφελα, με 64 γύρους διερευνητικών επαφών που δεν εισέφεραν τίποτε ουσιαστικό στην ενίσχυση των εθνικών μας θέσεων. Η Διακήρυξη των Αθηνών καθιέρωσε για πρώτη φορά έναν δομημένο διάλογο τριών πυλώνων. Ο δομημένος διάλογος λειτούργησε ως δίαυλος αποσυμπίεσης για τις σχέσεις των δύο χωρών».
Για να προσθέσει λέγοντας:
«Βεβαίως, δεν αναμέναμε να εκλείψουν ως διά μαγείας οι διαχρονικές μας διαφορές – εξάλλου η ίδια η Διακήρυξη προέβλεπε ότι τα μέρη διατηρούν τις νομικές τους θέσεις. Όμως, σε ένα διεθνές περιβάλλον εξαιρετικά ευμετάβολο και απρόβλεπτο, με διάχυτους πολέμους στην ευρύτερη γειτονιά μας, είναι σημαντικό να υπάρχει σαφές και καθορισμένο πλαίσιο επικοινωνίας και ειρηνικής επίλυσης των προβλημάτων μας. Και μάλιστα για πρώτη φορά με ρητή αποδοχή από την Τουρκία των παγκοσμίως αναγνωρισμένων αρχών του Διεθνούς Δικαίου».
Η Τουρκία ως περιφερειακή δύναμη
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ανάγνωση του υπουργού για τη συνολικότερη τουρκική στρατηγική.
Ο κ. Γεραπετρίτης θεωρεί ότι οι κινήσεις της Άγκυρας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο αποτελούν αντίδραση στις ελληνικές πρωτοβουλίες, τις οποίες η Αθήνα θεωρεί ότι στηρίζονται στο Διεθνές Δίκαιο.
Την ίδια στιγμή, όμως, τις εντάσσει σε μια ευρύτερη προσπάθεια της Τουρκίας να οικοδομήσει προφίλ περιφερειακής δύναμης, με ισχυρή αμυντική βιομηχανία και παρουσία σε μια σειρά από χώρες.
Οι αναφορές του στη Λιβύη και κυρίως στη Συρία δείχνουν ότι η Αθήνα παρακολουθεί πλέον την τουρκική δραστηριότητα όχι μόνο μέσα από το πρίσμα των ελληνοτουρκικών διαφορών, αλλά ως τμήμα μιας ευρύτερης αναδιάταξης ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
«Δυστυχώς, η παρουσία της Τουρκίας σε χώρες όπως η Λιβύη και η Συρία δεν είναι πάντοτε ωφέλιμη», σημειώνει ο υπουργός, προσθέτοντας ότι οι τελευταίες παρεμβάσεις στη Συρία φαίνεται να δημιουργούν στην Τουρκία τάση περαιτέρω επιβολής, με συνέπειες για την ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής.
Η πιο χαρακτηριστική ίσως φράση της συνέντευξης αφορά το εσωτερικό αλλά και το εξωτερικό ακροατήριο.
«Η Ελλάδα θα συνεχίζει να δομεί την εξωτερική της πολιτική στην περιοχή μας. Αν αυτό ενοχλεί κάποιους, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, ας το ξεπεράσουν», λέει ο υπουργός.
Και προσθέτει:
«Η Ελλάδα της παθητικής διπλωματικής αδράνειας πέρασε ανεπιστρεπτί».
Η Αθήνα θέλει να δείξει ότι ο διάλογος συνεχίζεται, αλλά δεν σημαίνει πάγωμα των ελληνικών πρωτοβουλιών. Ούτε ο Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός, ούτε η αξιοποίηση του υποθαλάσσιου πλούτου, ούτε οι κινήσεις για την ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας στην περιοχή πρόκειται να ανασταλούν επειδή η Άγκυρα αντιδρά.
Ταυτόχρονα, η ελληνική πλευρά επιμένει ότι καμία μονομερής ενέργεια δεν μπορεί να μετατρέψει μια διεκδίκηση σε διεθνώς αναγνωρισμένο δικαίωμα.
Αυτό είναι και το βασικό μήνυμα που επιχειρεί να εκπέμψει ο υπουργός Εξωτερικών: η Ελλάδα θα συνεχίσει να συνομιλεί, αλλά θα συνομιλεί από θέση μεγαλύτερης ισχύος και με σαφείς κόκκινες γραμμές ως προς τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Πηγή: skai.gr
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
















