Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

ΗΠΑ–Ιράν: 60 ημέρες χαμένες – Ο πόλεμος βαλτώνει και οι στόχοι του Τραμπ ξεθωριάζουν



Η προθεσμία των 60 ημερών που είχαν θέσει ΗΠΑ και Ιράν για την επίτευξη μιας ευρύτερης συμφωνίας εξέπνευσε τα μεσάνυχτα της Κυριακής και το αδιέξοδο μεταξύ των δύο χωρών φαίνεται να έχει παγιωθεί. Ουάσινγκτον και Τεχεράνη δεν έχουν καταλήξει σε σχέδιο για τον τερματισμό του πολέμου, οι διαπραγματεύσεις παραμένουν μετέωρες και η προοπτική μιας συνολικής διευθέτησης μοιάζει πιο μακρινή από ποτέ. 

Την ίδια ώρα, όσο η σύγκρουση παρατείνεται, η κυβέρνηση Τραμπ εμφανίζεται να απομακρύνεται σταδιακά από ορισμένους από τους πιο φιλόδοξους στόχους που είχε θέσει στην αρχή του πολέμου, σημειώνει σε ανάλυσή του το CNN.

Η Ουάσινγκτον και η Τεχεράνη είχαν υπογράψει τον Ιούνιο Μνημόνιο Κατανόησης, επιχειρώντας να βάλουν φρένο στις εχθροπραξίες και να δημιουργήσουν το έδαφος για μια «τελική συμφωνία» μέσα διάστημα δύο μηνών. Στόχος ήταν να τερματιστεί ο πόλεμος σε όλα τα μέτωπα και να ανοίξει ο δρόμος για τη διευθέτηση των πλέον δύσκολων ζητημάτων, με κυριότερο το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Η διορία, όμως, εξέπνευσε τα μεσάνυχτα χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Αντί για πρόοδο, οι δύο πλευρές έχουν επιδοθεί σε αλληλοκατηγορίες για παραβιάσεις της προσωρινής συμφωνίας, ενώ οι διαδοχικές αναζωπυρώσεις της έντασης έχουν υπονομεύσει την ήδη εύθραυστη διαδικασία και έχουν βαθύνει ακόμη περισσότερο την κρίση στη Μέση Ανατολή.

Η συμφωνία που δεν άντεξε ούτε έναν μήνα

Το πλαίσιο των 14 σημείων, το οποίο διαμορφώθηκε κυρίως με τη μεσολάβηση του Πακιστάν και την υποστήριξη άλλων γειτονικών χωρών, υπεγράφη στις 17 Ιουνίου από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) και τον Ιρανό ομόλογό του Μασούντ Πεζεσκιάν.

Η προσωρινή συμφωνία ήρθε έπειτα από περισσότερους από τρεις μήνες αιματηρών συγκρούσεων, οι οποίες είχαν προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στο εμπόριο του Κόλπου και ιδιαίτερα στις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Προέβλεπε, μεταξύ άλλων, την επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ, τη χαλάρωση ορισμένων οικονομικών περιορισμών εις βάρος του Ιράν και τη χάραξη ενός πλαισίου για μελλοντικές συνομιλίες σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας.

Η εύθραυστη ισορροπία, όμως, δεν κράτησε για πολύ. Οι διαφωνίες για το Στενό του Ορμούζ επανέφεραν γρήγορα την ένταση, ενώ στα τέλη Ιουνίου άρχισαν εκ νέου τα στρατιωτικά πλήγματα.

Στις 8 Ιουλίου ο Τραμπ έβαλε ουσιαστικά ταφόπλακα στη συμφωνία, δηλώνοντας ότι το Μνημόνιο Κατανόησης είχε «τελειώσει».

Ο κίνδυνος ενός ακόμη «ατελείωτου πολέμου»

Με τα αποθέματα αμερικανικών οπλικών συστημάτων να μειώνονται και χωρίς να διαφαίνεται μόνιμη διέξοδος, η Ουάσινγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με τον κίνδυνο να εγκλωβιστεί σε ακόμη έναν «ατελείωτο πόλεμο».

Ο Τραμπ έχει καταστήσει σαφές ότι η οικονομική πίεση στην Τεχεράνη αποτελεί βασικό εργαλείο της αμερικανικής στρατηγικής.

«Απλώς παρακολουθούμε το Ιράν, με τον τεράστιο πληθωρισμό του και το γεγονός ότι δεν έχει χρήματα», δήλωσε νωρίτερα αυτόν τον μήνα.

Η ιρανική πλευρά, πάντως, δεν δείχνει διατεθειμένη να υποχωρήσει. Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί δήλωσε το Σάββατο ότι δεν έχει ληφθεί ακόμη απόφαση για το αν θα επαναληφθούν οι διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ.

Απαντώντας, μάλιστα, στην πρόσφατη απειλή του Τραμπ να κηρύξει το Στενό του Ορμούζ αμερικανικό έδαφος αφού «ολοκληρώσουμε τη νίκη επί του Ιράν», ο Αραγτσί αντέτεινε ότι η κρίσιμη για τον ενεργειακό εφοδιασμό θαλάσσια οδός «δεν μπορεί να καταληφθεί με ένα tweet».

Παρότι ωστόσο, τα απευθείας πλήγματα μεταξύ αμερικανικών και ιρανικών δυνάμεων έχουν προς το παρόν σταματήσει, η βία από οργανώσεις που υποστηρίζονται από την Τεχεράνη συνεχίζεται στην ευρύτερη περιοχή.

Οι στρατιωτικές δυνάμεις της Υεμένης έχουν εντείνει την εκστρατεία τους κατά των Χούθι, οι οποίοι έχουν στοχοποιήσει ναυτιλιακούς κόμβους και συμμάχους των ΗΠΑ, ενώ ο Λίβανος γνώρισε πρόσφατα τη φονικότερη ημέρα ισραηλινών αεροπορικών επιδρομών από την κατάπαυση του πυρός του Ιουνίου.

Από την «παράδοση του Ιράν» στη φθηνή ενέργεια

Πίσω από το αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων αναδύεται, όμως, ένα δεύτερο ζήτημα: η σταδιακή μετατόπιση των ίδιων των στόχων που είχε θέσει η κυβέρνηση Τραμπ για τον πόλεμο.

Στην αρχή, ο Λευκός Οίκος μιλούσε με απόλυτους όρους. Στο τραπέζι βρίσκονταν η πλήρης παράδοση του Ιράν, ακόμη και η αλλαγή καθεστώτος, η οριστική αποτροπή απόκτησης πυρηνικού όπλου και ο τερματισμός της υποστήριξης της Τεχεράνης προς πληρεξουσίους της στη Μέση Ανατολή, όπως η Χεζμπολάχ.

Έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, η λίστα των στόχων έχει συρρικνωθεί αισθητά.

Η πιο χαρακτηριστική ένδειξη ήρθε από τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος, μιλώντας την Πέμπτη στο Fox News, εστίασε σε μόλις δύο στόχους για την έκβαση του πολέμου – και μάλιστα με σειρά προτεραιότητας που προκάλεσε εντύπωση.

«Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι οι χώρες του Κόλπου θα συνεχίσουν να διοχετεύουν πετρέλαιο και φυσικό αέριο στην παγκόσμια οικονομία, ώστε να υπάρχει σταθερότητα στις τιμές της ενέργειας», δήλωσε.

«Αυτός είναι ο υπ’ αριθμόν ένα στόχος: να διατηρήσουμε φθηνά το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο για τους Αμερικανούς σε ολόκληρη τη χώρα μας. Και, προφανώς, ο δεύτερος στόχος είναι να διασφαλίσουμε ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο», πρόσθεσε ο Αμερικανός αντιπρόεδρος.

Το πυρηνικό πρόγραμμα από πρώτο, δεύτερο

Η σειρά δεν πέρασε απαρατήρητη. Η κυβέρνηση Τραμπ μέχρι σήμερα διαμηνυε σχεδόν σταθερά ότι η αποτροπή της απόκτησης πυρηνικού όπλου από το Ιράν απότελεί την υπέρτατη προτεραιότητά της.

Όταν η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ ρωτήθηκε την Παρασκευή για τις δηλώσεις Βανς, επέμεινε ότι «και οι δύο στόχοι είναι εξίσου σημαντικοί για τον πρόεδρο».

Ακόμη κι έτσι, όμως, το γεγονός ότι οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου μπήκαν πλέον στον στενό πυρήνα των πολεμικών επιδιώξεων -τη στιγμή που άλλοι στόχοι εξαφανίστηκαν- συνιστά σαφή μετατόπιση.

Και η αλλαγή είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή επειδή ο ίδιος ο Τραμπ είχε απορρίψει ρητά αυτή τη λογική μόλις τον Μάιο.

Όταν είχε ερωτηθεί αν λαμβάνει υπόψη την οικονομική επίπτωση του πολέμου στην τσέπη των Αμερικανών στην προσπάθεια επίλυσης της κρίσης, είχε απαντήσει «ούτε στο ελάχιστο», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η αποπυρηνικοποίηση υπερείχε κάθε άλλης παραμέτρου.

Την Παρασκευή επανήλθε στην ίδια γραμμή, λέγοντας ότι «δεν θα ζητήσει ποτέ συγγνώμη» επειδή οι Αμερικανοί πληρώνουν λίγο περισσότερο για τη βενζίνη, δεδομένου του διακυβεύματος στο Ιράν.

Το γράψε-σβήσε των στόχων

Η ασάφεια, πάντως, δεν είναι κάτι καινούριο για τον τρόπο ηγεσίας του Τραμπ.

Ήδη από τον Μάρτιο, η κυβέρνηση απαριθμούσε συνήθως τέσσερις βασικούς στόχους για τον πόλεμο, οι οποίοι όμως άλλαζαν ανάλογα με το ποιος αξιωματούχος των ΗΠΑ μιλούσε γι’ αυτούς.

Σε ορισμένες περιπτώσεις γινόταν αναφορά στον τερματισμό της χρηματοδότησης των οργανώσεων-πληρεξουσίων του Ιράν. Σε άλλες, ο στόχος αυτός απουσίαζε.

Κάποιοι αξιωματούχοι μιλούσαν για καταστροφή της ιρανικής πυραυλικής υποδομής, ενώ άλλοι δεν την ανέφεραν καν. Άλλοτε εμφανιζόταν ως στόχος η εξουδετέρωση τόσο της πολεμικής αεροπορίας όσο και του ναυτικού του Ιράν, ενώ σε άλλες δηλώσεις γινόταν λόγος μόνο για το ναυτικό.

Με άλλα λόγια, όλο αυτό το διάστημα βλέπουμε την εικόνα μιας κυβέρνησης που φαίνεται να επαναδιατυπώνει τις επιδιώξεις της σχεδόν σε πραγματικό χρόνο.

Υπήρχε, ωστόσο, μία σταθερά: ουδέποτε στους πολεμικούς στόχους περιλαμβανόταν η διατήρηση σε χαμηλά επίπεδα των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου στις ΗΠΑ.

Επιστροφή στο σημείο μηδέν;

Η νέα έμφαση που δίνει η κυβέρνηση Τραμπ στην ενεργειακή ασφάλεια αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, αν συνυπολογιστεί ότι το Στενό του Ορμούζ παρέμενε ανοιχτό πριν από την έναρξη του πολέμου.

Υπό αυτό το πρίσμα, η αποκατάσταση της απρόσκοπτης ροής πετρελαίου και φυσικού αερίου δεν θα συνιστούσε μια νέα στρατηγική επιτυχία, αλλά ουσιαστικά επιστροφή στην προπολεμική κανονικότητα.

Έτσι, η αποτροπή της απόκτησης πυρηνικού όπλου από το Ιράν παραμένει ο μόνος στόχος που θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως απτό νέο κέρδος για την Ουάσινγκτον.

Ωστόσο, ακόμη και σε αυτό το κρίσιμο μέτωπο, η ρητορική της κυβέρνησης Τραμπ δείχνει πλέον σαφώς πιο ευέλικτη.

Από το «παραδώστε το ουράνιο» στο «είναι θαμμένο»

Μέχρι τον Μάιο είχε ήδη καταστεί σαφές ότι ο Λευκός Οίκος άρχιζε να απομακρύνεται από ορισμένες από τις αρχικές, σκληρές επιδιώξεις του.

Τον Ιούνιο, το Μνημόνιο Κατανόησης με το Ιράν έκανε ελάχιστη αναφορά σε στόχους που προηγουμένως παρουσιάζονταν ως αδιαπραγμάτευτοι.

Και τους τελευταίους δύο και πλέον μήνες ο Τραμπ έχει επανειλημμένως αφήσει να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να περιορίσει ακόμη και τις απαιτήσεις του γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα.

Ενώ αρχικά η κυβέρνηση επέμενε ότι η Τεχεράνη θα έπρεπε να παραδώσει το εμπλουτισμένο ουράνιό της, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει έκτοτε μιλήσει για το ενδεχόμενο να έχει ήδη προκληθεί αρκετή ζημιά στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν και το πυρηνικό υλικό να βρίσκονται θαμμένο τόσο βαθιά ώστε να είναι πρακτικά απρόσιτο.

Έχει επίσης υποστηρίξει ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν απλώς να παρακολουθούν την περιοχή από το διάστημα για να διασφαλίζουν ότι το Ιράν δεν θα επιχειρήσει να το ανασύρει.

Έφτασε, μάλιστα, στο σημείο να ισχυριστεί ότι το Ιράν έχει ήδη αποπυρηνικοποιηθεί.

Ο πήχης κατεβαίνει όσο ο πόλεμος παρατείνεται

Όλες αυτές οι τοποθετήσεις ενισχύουν την εικόνα ενός προέδρου που γνωρίζει ότι ίσως δεν είναι σε θέση να εξαναγκάσει την Τεχεράνη να αποδεχθεί την εξαιρετικά περιοριστική πυρηνική συμφωνία που αρχικά επιδίωκε.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάδειξη της φθηνής ενέργειας σε «υπ’ αριθμόν ένα στόχο» από τον αντιπρόεδρο Βανς μοιάζει λιγότερο με μεμονωμένη δήλωση και περισσότερο με το τελευταίο βήμα μιας σταδιακής υποχώρησης από τις αρχικές, απόλυτες επιδιώξεις της κυβέρνησης.

Αν, τελικά, ο πρώτος στόχος της Ουάσινγκτον είναι σήμερα απλώς η επιστροφή στην κατάσταση που επικρατούσε πριν από τον πόλεμο, τότε αυτό από μόνο του αποτυπώνει πόσο μακριά βρίσκεται η πραγματικότητα από τις φιλοδοξίες με τις οποίες ξεκίνησε η σύγκρουση.

Πηγή: skai.gr



Πηγή: www.skai.gr