Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

ΗΠΑ vs Ιράν: Πώς τελειώνει ένας πόλεμος που κανείς δεν καταφέρνει να κερδίσει;



Του Αντώνη Ζήβα

Έξι μήνες μετά την έναρξη της αμερικανοϊσραηλινής εκστρατείας εναντίον του Ιράν, η σύγκρουση απέχει ακόμη από ένα καθαρό τέλος.

Έχουν περάσει πια έξι μήνες μετά την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων εναντίον του Ιράν με τη σύγκρουση να  έχει εισέλθει στον έβδομο μήνα χωρίς να έχει οδηγήσει ούτε στην κατάρρευση της Τεχεράνης ούτε σε μια συμφωνία που θα μπορούσε να σηματοδοτήσει το τέλος της.
Αντίθετα, η νέα ανταλλαγή πληγμάτων, μετά από περίπου έναν μήνα σχετικής ύφεσης, επανέφερε τον κίνδυνο μιας ευρύτερης ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή.

Στο κέντρο των εξελίξεων βρίσκεται το Στενό του Ορμούζ, όχι μόνο ως στρατηγικό σημείο αλλά ως ο σημαντικότερος οικονομικός μοχλός ολόκληρης της σύγκρουσης.

Το ερώτημα δεν είναι πια ποιος μπορεί να επικρατήσει στρατιωτικά. Είναι ποιος μπορεί να δημιουργήσει μια έξοδο από τον πόλεμο που θα μπορεί να παρουσιάσει στο εσωτερικό του ως νίκη.

Και αυτό είναι πολύ δυσκολότερο από μια στρατιωτική επιχείρηση.

(φωτογραφία 1: Μέλη αμερικανικού αεροπλανοφόρου φορτώνουν βόμβες σε αεροσκάφος)

Έξι μήνες πολέμου χωρίς να διαφαίνεται κάποια έξοδος

Όταν ξεκίνησε η αμερικανική εκστρατεία στα τέλη Φεβρουαρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε αφήσει να εννοηθεί ότι η στρατιωτική επιχείρηση θα μπορούσε να ολοκληρωθεί σχετικά γρήγορα. Έξι μήνες αργότερα, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να επιχειρούν στρατιωτικά στην περιοχή, το Ιράν εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να απαντά και καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει καταφέρει να επιβάλει μια τελική πολιτική λύση, ούτε φυσικά μία στρατιωτική νίκη.

Παρά τις επανειλημμένες κατά καιρούς και μεγαλόστομες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου περί επιτυχίας και αφανισμού του Ιράν και παρά τις προσπάθειες για συμφωνία, δεν έχει δημιουργηθεί ακόμη ένας σαφής δρόμος προς την έξοδο από τη σύγκρουση.

Η νέα έξαρση της σύγκρουσης των προηγούμενων ημερών είναι χαρακτηριστική.

Οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν νέα πλήγματα σε ιρανικούς στρατιωτικούς στόχους, μεταξύ άλλων σε συστήματα αεράμυνας, ραντάρ, ναυτικές υποδομές και δυνατότητες τοποθέτησης ναρκών. 

Το Ιράν απάντησε με επιθέσεις εναντίον αμερικανικών και συμμαχικών στόχων στον Κόλπο.

Έτσι, ο πόλεμος βρίσκεται σε μια ενδιάμεση κατάσταση: δεν υπάρχει ούτε πλήρης κατάπαυση ούτε ολοκληρωτική κλιμάκωση.

Υπάρχει ένας πόλεμος χαμηλότερης έντασης, με περιοδικές εξάρσεις, οικονομική πίεση και συνεχή απειλή ότι ένα μεμονωμένο περιστατικό μπορεί να οδηγήσει σε πολύ μεγαλύτερη σύγκρουση.

Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την επόμενη φάση τόσο δύσκολη να προβλεφθεί.

(φωτογραφία 2: Δεξαμενόπλοια στο στενό του Ορμούζ)

Το Ορμούζ είναι το μεγάλο διαπραγματευτικό όπλο

Εάν υπάρχει ένα σημείο στον χάρτη που μπορεί να καθορίσει την πορεία της σύγκρουσης, αυτό είναι το Στενό του Ορμούζ. Περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων ροών πετρελαίου και LNG εξαρτάται από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό. Πριν από τον πόλεμο, περίπου 125 εμπορικά πλοία περνούσαν καθημερινά από το στενό.

Η εικόνα σήμερα είναι εντελώς διαφορετική.

Σύμφωνα με στοιχεία της Kpler, εταιρείας ανάλυσης δεδομένων για τις παγκόσμιες ροές ενέργειας και εμπορευμάτων, μόλις τέσσερα πλοία μεταφοράς εμπορευμάτων πέρασαν την Πέμπτη 3/9 από το Ορμούζ: δύο δεξαμενόπλοια μεσαίου μεγέθους, ένα Kamsarmax και ένα Handysize.

Ο αριθμός ήταν πολύ χαμηλότερος από τον μέσο όρο των περίπου 15 διελεύσεων ημερησίως κατά το προηγούμενο δεκαήμερο. Τα στοιχεία δεν περιλαμβάνουν πλοία που έχουν απενεργοποιήσει τα συστήματα AIS.

Η μειωμένη κίνηση δεν σημαίνει ότι το Ορμούζ έχει κλείσει πλήρως. Σημαίνει όμως κάτι εξίσου σημαντικό για την παγκόσμια οικονομία: ότι η αβεβαιότητα και ο κίνδυνος έχουν καταστήσει τη διέλευση πολύ πιο δύσκολη και ακριβή.

Η Ουάσινγκτον υποστηρίζει ότι μπορεί να προστατεύσει τη ναυσιπλοΐα, ενώ τα δεδομένα των εμπορικών ροών δείχνουν ότι η κανονικότητα δεν έχει αποκατασταθεί.

Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο.

Ακόμη και χωρίς ένα τυπικό και απόλυτο κλείσιμο του στενού, το Ιράν μπορεί να αυξάνει το κόστος της σύγκρουσης για ολόκληρο τον κόσμο απλώς διατηρώντας την απειλή και την αβεβαιότητα. Και ακριβώς γι’ αυτό το Ορμούζ αποτελεί διαπραγματευτικό όπλο. Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται απαραίτητα να σταματήσει κάθε πλοίο. Αρκεί να καταστήσει τη διέλευση αρκετά επικίνδυνη ώστε οι ναυτιλιακές και ενεργειακές εταιρείες να επανεξετάζουν τις διαδρομές τους.

(φωτογραφία 3: Διυλιστήριο στο Ζουμπαΐρ του Ιράκ)

Οι πετρελαϊκές ροές μετατρέπουν τον πόλεμο σε παγκόσμιο πρόβλημα

Το κόστος αυτής της αβεβαιότητας αποτυπώνεται πλέον έντονα στις αγορές. Το Brent κινείται την Παρασκευή κοντά στα 104-106 δολάρια το βαρέλι, έχοντας νωρίτερα αγγίξει σχεδόν τα 110 δολάρια, ενώ το αμερικανικό WTI διαπραγματεύεται κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι. Παρά την υποχώρηση των τιμών από τα υψηλά της ημέρας, το πετρέλαιο παραμένει σε τροχιά εβδομαδιαίας ανόδου άνω του 7%, καθώς οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι κίνδυνοι για τις θαλάσσιες μεταφορές μέσω κρίσιμων περασμάτων εντείνουν τις ανησυχίες για την παγκόσμια προσφορά.

Το στοιχείο αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία από μια απλή αύξηση στην τιμή των καυσίμων. Το diesel βρίσκεται στην καρδιά της αμερικανικής οικονομίας: φορτηγά, αγροτικά μηχανήματα, μεταφορές και εφοδιαστική αλυσίδα εξαρτώνται από αυτό. Όταν αυξάνεται η τιμή του, το κόστος μεταφέρεται σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία και φυσικά στους καταναλωτές.

Ο κίνδυνος, επομένως, δεν είναι μόνο μια προσωρινή άνοδος της τιμής του πετρελαίου. Είναι η δημιουργία ενός νέου πληθωριστικού κύκλου, τη στιγμή που οι αγορές ήδη ανησυχούν για τη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ. Και αυτό γιατί η άνοδος του πετρελαίου και των καυσίμων ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις και το κόστος δανεισμού.

Έτσι, το Ορμούζ συνδέει πλέον άμεσα τη Μέση Ανατολή με την αμερικανική οικονομία.

Και αυτή η σύνδεση μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη για την πολιτική επιβίωση της στρατηγικής Τραμπ.
(φωτογραφία 4)

Η Ουάσινγκτον αλλάζει όπλο: από τις βόμβες στον οικονομικό στραγγαλισμό

Η αμερικανική στρατηγική φαίνεται να βασίζεται πλέον σε δύο παράλληλους άξονες. Ο πρώτος είναι η στρατιωτική πίεση. Ο δεύτερος είναι η προσπάθεια να στερηθεί το Ιράν τα οικονομικά μέσα που του επιτρέπουν να συνεχίζει τον πόλεμο και να χρηματοδοτεί το εμπόριό του.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη εξέλιξη των τελευταίων ημερών.

Οι ιρανικές εξαγωγές αργού έχουν μειωθεί δραματικά, από περίπου 1,7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως πριν από έναν χρόνο σε περίπου 260.000 βαρέλια ημερησίως τώρα, σύμφωνα με στοιχεία της Kpler. Παράλληλα, η Ουάσινγκτον επεκτείνει τις λεγόμενες δευτερογενείς κυρώσεις, δηλαδή την πίεση όχι μόνο στις ιρανικές επιχειρήσεις αλλά και σε ξένες τράπεζες και εταιρείες που βοηθούν την Τεχεράνη να παρακάμπτει τις κυρώσεις.

Την Παρασκευή 4/9, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών επέβαλε κυρώσεις στην τουρκική Golden Global Yatirim Bankasi και σε δύο θυγατρικές της, κατηγορώντας τις ότι διευκόλυναν οικονομικές συναλλαγές που συνδέονται με το Ιράν και τους Φρουρούς της Επανάστασης.

Η κίνηση έχει ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για άλλη μία δέσμη κυρώσεων κατά του Ιράν. Δείχνει ότι η Ουάσινγκτον είναι διατεθειμένη να πιέσει και χρηματοπιστωτικούς κόμβους σε τρίτες χώρες προκειμένου να κλείσει τα δίκτυα μέσω των οποίων η Τεχεράνη συνεχίζει να εμπορεύεται. Με άλλα λόγια, ο οικονομικός πόλεμος γίνεται ολοένα περισσότερο πόλεμος εναντίον ολόκληρου του δικτύου που επιτρέπει στο Ιράν να παραμένει συνδεδεμένο με την παγκόσμια οικονομία.

Είναι όμως έτσι;

Το πρόβλημα είναι ότι η ίδια πολιτική μπορεί να οδηγήσει και στο αντίθετο αποτέλεσμα.

(φωτογραφία 5: Ουρές αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών σε πρατήριο καυσίμων της Τεχεράνης στις 26 Αυγούστου 2026)

Το Ιράν πιέζεται  αλλά το κόστος δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε συνθηκολόγηση

Η οικονομική εικόνα του Ιράν είναι πλέον ιδιαίτερα δύσκολη. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Reuters από ανώτερους Ιρανούς αξιωματούχους, το εμπόριο της χώρας έχει μειωθεί κατά 25% έως 35%, ενώ το ριάλ έχει υποχωρήσει από περίπου 1 εκατομμύριο ριάλ ανά δολάριο πριν από έναν χρόνο σε πάνω από 2,2 εκατομμύρια. Ο επίσημος μέσος πληθωρισμός δωδεκαμήνου βρίσκεται στο 69,9%, ενώ οι τιμές τροφίμων, ποτών και καπνού έχουν αυξηθεί ακόμη περισσότερο. 

Η ανεργία αυξήθηκε στο 9,1% την άνοιξη και ο αριθμός των εργαζομένων μειώθηκε κατά περίπου 450.000 σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η κατάσταση στα καύσιμα. Το Ιράν, παρά το γεγονός ότι είναι ένας μεγάλος παραγωγός πετρελαίου, διαθέτει ανεπαρκή τεχνικά δυνατότητα διύλισης και εξαρτάται από εισαγωγές βενζίνης. Σύμφωνα με μία από τις πηγές του Reuters, τα αποθέματα μπορεί να επαρκούν μόλις για περίπου δύο μήνες. Αυτό σημαίνει ότι η αμερικανική στρατηγική δεν είναι στοχεύει μόνο να μειώσει τα έσοδα της Τεχεράνης.

Στόχος είναι να αυξηθεί τόσο πολύ το εσωτερικό οικονομικό κόστος ώστε η ιρανική ηγεσία να θεωρήσει ότι η συνέχιση της σύγκρουσης είναι ακριβότερη από έναν συμβιβασμό και φυσικά αυτό να περάσει στον ιρανικό λαό με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει για το καθεστώς.

Ωστόσο, εδώ βρίσκεται και το μεγάλο ερώτημα. Η οικονομική πίεση μπορεί να οδηγήσει σε διαπραγμάτευση. Μπορεί όμως να οδηγήσει και σε μεγαλύτερη επιθετικότητα, εάν η ιρανική ηγεσία θεωρήσει ότι δεν έχει πλέον τίποτα να χάσει. Το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει δυνατότητες ασύμμετρης δράσης. Η επίθεση σε εμπορικά πλοία, η απειλή για το Στενό του Ορμούζ και τα πλήγματα εναντίον αμερικανικών εγκαταστάσεων στον Κόλπο επιτρέπουν στην Τεχεράνη να αυξάνει το κόστος της σύγκρουσης χωρίς να χρειάζεται να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ σε μια κλασική αεροπορική ή χερσαία αναμέτρηση.

Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ δεν έχει μετατραπεί αυτομάτως σε πολιτική νίκη. Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει ένδειξη πολιτικής συνθηκολόγησης.

(φωτογραφία 6: Εικόνα από τις συνομιλίες μεταξύ Ιράν-ΗΠΑ στη Λουκέρνη της Ελβετίας τον Ιούνιο του 2026)

Το μεγάλο γεωπολιτικό πρόβλημα: κανείς δεν θέλει να κάνει την πρώτη κίνηση

Το βασικό αδιέξοδο της σύγκρουσης είναι πολιτικό. Η Ουάσινγκτον θέλει το Ιράν να σταματήσει τις επιθέσεις στη ναυσιπλοΐα και να αποδεχθεί νέους όρους για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Η Τεχεράνη, από την άλλη, θέλει ανταλλάγματα για να σταματήσει να χρησιμοποιεί τα στρατηγικά της πλεονεκτήματα. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος.

Οι ΗΠΑ λένε ότι δεν μπορούν να διαπραγματευτούν υπό πυρά. Το Ιράν θεωρεί ότι δεν μπορεί να εγκαταλείψει τα διαπραγματευτικά του χαρτιά πριν λάβει εγγυήσεις και οικονομική ανακούφιση. Και όσο καμία πλευρά δεν κάνει την πρώτη κίνηση, ο πόλεμος συνεχίζεται. Η προηγούμενη προσωρινή συμφωνία του Ιουνίου έδειξε ότι υπάρχει θεωρητικά ένας δρόμος προς την αποκλιμάκωση. Δεν κατάφερε όμως να μετατραπεί σε μόνιμο πλαίσιο.
Αυτό σημαίνει ότι μια νέα συμφωνία θα πρέπει πιθανότατα να είναι πολύ ευρύτερη. Δεν θα αφορά μόνο το πυρηνικό πρόγραμμα. Θα πρέπει να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα το Ορμούζ, τις κυρώσεις, τις πετρελαϊκές εξαγωγές, την ασφάλεια των αμερικανικών και περιφερειακών δυνάμεων και το ζήτημα των ιρανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων.

Με άλλα λόγια, δεν αναζητείται πλέον απλώς μια συμφωνία για τα πυρηνικά. Αναζητείται μια νέα ισορροπία ασφαλείας στη Μέση Ανατολή.

(φωτογραφία 7)

Το αμερικανικό δίλημμα: νίκη χωρίς ατελείωτο πόλεμο

Η Ουάσινγκτον αντιμετωπίζει ταυτόχρονα στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτικό δίλημμα. Ο Τραμπ θέλει να διατηρήσει την εικόνα ενός προέδρου που επέβαλε τους όρους του στην Τεχεράνη και δεν υποχώρησε υπό την πίεση του Ιράν. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν θέλει να βρεθεί εγκλωβισμένος σε έναν πόλεμο χωρίς ημερομηνία λήξης. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς δήλωσε τις προηγούμενες μέρες ότι η κατάσταση δεν θα πρέπει να χαρακτηρίζεται «πόλεμος», ενώ αρνήθηκε να δώσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για το τέλος της σύγκρουσης. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η Ουάσινγκτον δεν προτίθεται να επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις όσο το Ιράν συνεχίζει τις επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων.

Όμως η τοποθέτηση του αυτή δείχνει το βασικό αδιέξοδο.

Για να αρχίσει η διπλωματία, η Ουάσινγκτον ζητά πρώτα αλλαγή της ιρανικής συμπεριφοράς. ,Για να αλλάξει όμως συμπεριφορά η Τεχεράνη, ζητά ανταλλάγματα και κανείς δεν θέλει να κάνει την πρώτη κίνηση. Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η στάση του ίδιου του Τραμπ την Παρασκευή 4/9, όταν χαρακτήρισε τη σύγκρουση «small potatoes» (σ.σ. κατά κάποιο τρόπο ασήμαντη), υποβαθμίζοντας πολιτικά τη βαρύτητά της, ενώ παράλληλα υπερασπίστηκε τη στρατηγική της κυβέρνησής του. 

Πρόκειται για μια αντίφαση που έχει σημασία. Η κυβέρνηση θέλει να παρουσιάζει τη στρατιωτική εκστρατεία ως επιτυχημένη, αλλά ταυτόχρονα θέλει να αποφύγει την εικόνα μιας μεγάλης και παρατεταμένης πολεμικής εμπλοκής. Το πρόβλημα είναι ότι όσο περνά ο χρόνος, γίνεται δυσκολότερο να διατηρηθούν και οι δύο αφηγήσεις.

Για να αρχίσει η διπλωματία, η Ουάσινγκτον ζητά πρώτα αλλαγή της ιρανικής συμπεριφοράς. Για να αλλάξει όμως συμπεριφορά η Τεχεράνη, ζητά ανταλλάγματα και κανείς δεν θέλει να κάνει την πρώτη κίνηση.

(φωτογραφία 7: Εικόνα από τη βραδιά των προκριματικών εκλογών την Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026, στη Βοστώνη)

Και πάνω από όλα οι εκλογές του Νοεμβρίου

Μέσα σε όλα αυτά υπάρχει κι ένας παράγοντας που μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης: η αμερικανική εσωτερική πολιτική. Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου πλησιάζουν και οι Ρεπουμπλικάνοι υπερασπίζονται οριακές πλειοψηφίες στο Κογκρέσο. Το Reuters αποκάλυψε ότι συνεργάτες του Τραμπ ανησυχούν για το πολιτικό κόστος ενός παρατεταμένου πολέμου και επιδιώκουν να διατηρήσουν τη σύγκρουση υπό έλεγχο μέσω χαμηλών τόνων μέχρι τις εκλογές. Η ανησυχία αφορά ιδιαίτερα την πιθανότητα η άνοδος των τιμών της ενέργειας και η διάρκεια της στρατιωτικής εμπλοκής να μετατραπούν σε εκλογικό βάρος για τους Ρεπουμπλικάνους.

Τα στοιχεία της κοινής γνώμης είναι ακόμη πιο αποκαλυπτικά: Μόλις 25% των Αμερικανών δηλώνουν ότι θεωρούν πως ο πόλεμος με το Ιράν «αξίζει το κόστος», σύμφωνα με νέα δημοσκόπηση των  Reuters/Ipsos. Την ίδια στιγμή, η δημοτικότητα του Τραμπ παραμένει περίπου στο 33%, ενώ η οικονομία και το κόστος ζωής αποτελούν ήδη σημαντικές πηγές δυσαρέσκειας.

Το πετρέλαιο και το diesel μπορούν επομένως να μετατρέψουν μια μακρινή γεωπολιτική σύγκρουση σε καθημερινό εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα.
Αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο για τον Λευκό Οίκο. Εάν ο ψηφοφόρος βλέπει μόνο έναν ακόμη πόλεμο στη Μέση Ανατολή, το πολιτικό κόστος μπορεί να είναι περιορισμένο. Εάν όμως βλέπει ακριβότερη βενζίνη, ακριβότερα τρόφιμα και μεταφορές και παράλληλα δεν βλέπει καθαρό τέλος στη σύγκρουση, η εικόνα αλλάζει. Για έναν πρόεδρο που θέλει να διατηρήσει τον έλεγχο του Κογκρέσου, αυτό δημιουργεί ένα επικίνδυνο πολιτικό μείγμα. Η στρατιωτική επιτυχία πρέπει να είναι αρκετά μεγάλη ώστε να δικαιολογεί τον πόλεμο, αλλά η σύγκρουση δεν μπορεί να παραταθεί τόσο ώστε ο ψηφοφόρος να τη συνδέσει και να αποδεχτεί μία ακριβότερη καθημερινότητα. Και η νέα δημοσκόπηση δείχνει ότι η αμερικανική κοινή γνώμη δεν έχει πειστεί ακόμη ότι το κόστος δικαιολογείται.

(φωτογραφία 9) 

Το παράδοξο του Ορμούζ: όπλο για το Ιράν, πρόβλημα και για την Αμερική

Το Ορμούζ βρίσκεται επομένως στην καρδιά του αμερικανικού διλήμματος. Η Ουάσινγκτον θέλει να διασφαλίσει ότι οι ενεργειακές ροές θα συνεχιστούν, αλλά από την πλευρά του το Ιράν γνωρίζει ότι κάθε νέα διαταραχή μπορεί να ανεβάσει τις τιμές του πετρελαίου. Αυτό σημαίνει ότι το ίδιο εργαλείο που μπορεί να πιέσει την Τεχεράνη μπορεί να προκαλέσει κόστος και στην Ουάσινγκτον. Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία μπορεί να προστατεύσει μέρος της ναυσιπλοΐας, αλλά δεν μπορεί εύκολα να εξαλείψει τον κίνδυνο. Και το σημαντικότερο: οι αγορές δεν χρειάζεται να περιμένουν ένα πραγματικό κλείσιμο του Ορμούζ για να αντιδράσουν. Αρκεί η πεποίθηση ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος διακοπής.

Αυτό δημιουργεί ένα είδος οικονομικού «ασφαλίστρου πολέμου» στις τιμές του πετρελαίου. Κάθε νέα επίθεση μπορεί να αυξήσει αυτό το ασφάλιστρο. Κάθε ένδειξη συμφωνίας μπορεί να το μειώσει. Γι’ αυτό και οι αγορές πετρελαίου λειτουργούν πλέον ως ένας σχεδόν καθημερινός δείκτης των γεωπολιτικών εξελίξεων.

(φωτογραφία 10)

Τα τέσσερα σενάρια για το τέλος του πολέμου

  1. Νέα συμφωνία και σταδιακή αποκλιμάκωση: Είναι το σενάριο που θα έδινε τη μεγαλύτερη ανάσα στην περιοχή και στις διεθνείς αγορές. Μια νέα προσωρινή κατάπαυση του πυρός θα μπορούσε να συνδυαστεί με επιστροφή της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ, περιορισμό των ιρανικών επιθέσεων και επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Για να είναι βιώσιμη, όμως, θα πρέπει να υπάρξουν αμοιβαίες παραχωρήσεις. Το Ιράν θα χρειαστεί να αποδείξει ότι μπορεί να αφήσει το Ορμούζ να λειτουργήσει κανονικά. Οι ΗΠΑ θα πρέπει να προσφέρουν κάποιο οικονομικό ή διπλωματικό αντάλλαγμα. Και στην αφήγησή της η κάθε πλευρά θα πρέπει ταυτόχρονα να μπορεί να παρουσιάσει το αποτέλεσμα ως δική της επιτυχία. Για τον Τραμπ, η αφήγηση αυτή θα μπορούσε να είναι ότι η στρατιωτική και οικονομική πίεση ανάγκασε το Ιράν να επιστρέψει στο τραπέζι. Για την Τεχεράνη, ότι άντεξε την αμερικανική πίεση και απέφυγε την κατάρρευση χωρίς να εγκαταλείψει όλα τα στρατηγικά της πλεονεκτήματα. Με λίγα λόγια και οι δύο θα αυτοπαρουσιαστούν ως νικητές.
  2. Ένας «παγωμένος» πόλεμος:  Αυτό είναι ίσως το ευκολότερο σενάριο βραχυπρόθεσμα. Οι μεγάλες επιχειρήσεις περιορίζονται, αλλά δεν υπάρχει ειρηνευτική συμφωνία. Οι κυρώσεις παραμένουν. Οι επιθέσεις συνεχίζονται σποραδικά. Το Ορμούζ παραμένει ευάλωτο. Οι ΗΠΑ διατηρούν στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή και το Ιράν διατηρεί τη δυνατότητα ασύμμετρων επιθέσεων. Σε αυτή την περίπτωση ο πόλεμος δεν θα τελειώσει πραγματικά. Θα μετατραπεί σε μια χρόνια κατάσταση στρατιωτικής και οικονομικής αντιπαράθεσης. Και κάτι τέτοιο δημιουργεί μια κλιμακούμενη φθορά τόσο σε οικονομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.
  3. Συμφωνία υπό οικονομική πίεση: Αυτό είναι το σενάριο που επιδιώκει περισσότερο η σημερινή στρατηγική της Ουάσινγκτον. Εάν οι πετρελαϊκές εξαγωγές παραμείνουν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, το εμπόριο συνεχίσει να συρρικνώνεται και τα οικονομικά δίκτυα του Ιράν να κλείνουν, η Τεχεράνη μπορεί τελικά να κρίνει ότι το κόστος της συνέχισης τις αντιπαράθεσης είναι μεγαλύτερο από το κόστος ενός συμβιβασμού. Το ερώτημα είναι τι είδους συμβιβασμός θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός. Η Ουάσινγκτον θα ζητήσει πιθανότατα περισσότερα σχετικά με το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Το Ιράν θα ζητήσει οικονομική ανακούφιση και εγγυήσεις για τη λειτουργία του εμπορίου του. Με το Ορμούζ πάντα να βρίσκεται στο επίκεντρο.
  4. Νέα μεγάλη κλιμάκωση: Είναι το σενάριο που θα μπορούσε να ανατρέψει όλες τις προηγούμενες εκτιμήσεις. Ένα πλήγμα με μεγάλο αριθμό θυμάτων, σοβαρές απώλειες στις αμερικανικές δυνάμεις, μια επίθεση σε ενεργειακές εγκαταστάσεις του Κόλπου ή μια νέα δραματική διακοπή της ναυσιπλοΐας θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πολύ μεγαλύτερη σύγκρουση. Οι τελευταίες ημέρες έχουν ήδη δείξει ότι η σχετική ύφεση μπορεί να τελειώσει απότομα. Η γεωγραφία της σύγκρουσης έχει επίσης διευρυνθεί, με ιρανικές επιθέσεις εναντίον αμερικανικών και συμμαχικών στόχων στην περιοχή. Σε μια τέτοια περίπτωση, το πετρέλαιο θα μπορούσε να αποτελέσει όχι απλώς πολιτικό αλλά παγκόσμιο οικονομικό σοκ.

Ποιο είναι το πιθανότερο;

Το πιθανότερο βραχυπρόθεσμα δεν είναι μια θεαματική ειρηνευτική συμφωνία. Πιο ρεαλιστικό μοιάζει ένα ενδιάμεσο στάδιο: περιορισμός των στρατιωτικών επιχειρήσεων, κάποια συνεννόηση για τη ναυσιπλοΐα και επιστροφή σε δύσκολες διαπραγματεύσεις. Υπάρχουν ισχυροί λόγοι και για τις δύο πλευρές να αναζητήσουν μια τέτοια έξοδο. Το Ιράν χρειάζεται οικονομική ανάσα. Οι ΗΠΑ χρειάζονται να περιορίσουν τον κίνδυνο μιας μακροχρόνιας στρατιωτικής εμπλοκής και μιας νέας ενεργειακής κρίσης. Ο Τραμπ χρειάζεται ένα αποτέλεσμα που θα μπορεί να παρουσιάσει ως νίκη πριν από τις εκλογές. Και οι αγορές χρειάζονται σταθερότητα. Το πρόβλημα είναι ότι καμία από αυτές τις ανάγκες δεν δημιουργεί από μόνη της εμπιστοσύνη. Αντίθετα, κάθε πλευρά φοβάται ότι μια υποχώρηση θα ερμηνευθεί ως ήττα. Η πραγματική μάχη είναι για τους όρους της επόμενης ημέρας

Ο πόλεμος έχει φτάσει σε ένα παράδοξο σημείο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν συντριπτική στρατιωτική υπεροχή, αλλά η στρατιωτική υπεροχή δεν έχει μετατραπεί αυτομάτως σε πολιτική λύση. Το Ιράν έχει υποστεί σοβαρό στρατιωτικό και οικονομικό κόστος, αλλά εξακολουθεί να διαθέτει τρόπους να αυξάνει το κόστος της σύγκρουσης για την Ουάσινγκτον και την παγκόσμια οικονομία. Και στη μέση βρίσκεται το Ορμούζ. Όσο η ναυσιπλοΐα παραμένει ευάλωτη, κάθε στρατιωτικό επεισόδιο μπορεί να μετατραπεί σε ενεργειακό σοκ. Και όσο αυξάνονται οι τιμές της ενέργειας, τόσο περισσότερο η σύγκρουση εισέρχεται στην αμερικανική εσωτερική πολιτική. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο νέο στοιχείο της σημερινής φάσης.

Η Ουάσινγκτον δεν αντιμετωπίζει πλέον μόνο το ερώτημα πώς θα πιέσει το Ιράν. Πρέπει να αποφασίσει πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η πίεση χωρίς να δημιουργήσει ένα κόστος που θα υπονομεύσει τον ίδιο τον πολιτικό στόχο της. Για το Ιράν, το αντίστοιχο δίλημμα είναι εξίσου σκληρό: πόση οικονομική πίεση μπορεί να αντέξει χωρίς να υποχρεωθεί σε έναν συμβιβασμό που θα απειλήσει τη θέση της ηγεσίας του.

Και για τον Τραμπ υπάρχει μια τρίτη διάσταση. Πρέπει να βρει έναν τρόπο να παρουσιάσει τον πόλεμο ως δική του επιτυχία χωρίς να χρειάζεται να τον συνεχίζει επ’ αόριστον.

Η νέα δημοσκόπηση των  Reuters/Ipsos, σύμφωνα με την οποία μόλις ένας στους τέσσερις Αμερικανούς θεωρεί ότι ο πόλεμος αξίζει το κόστος, δείχνει πόσο περιορισμένο μπορεί να είναι το πολιτικό περιθώριο της κυβέρνησης. Η ειρήνη, επομένως, πιθανότατα δεν θα έρθει όταν μία από τις δύο πλευρές καταφέρει να επιβάλει ολοκληρωτικά τη θέλησή της. Θα έρθει όταν και οι δύο πλευρές καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι η συνέχιση του πολέμου κοστίζει περισσότερο από έναν συμβιβασμό. Και το παράδοξο είναι ότι εκεί μπορεί να βρίσκεται ήδη η πραγματική μάχη.
Όχι στο ποιος θα κερδίσει το επόμενο πλήγμα, αλλά στο ποιος θα διαμορφώσει τους όρους της επόμενης ημέρας.

Πηγή: skai.gr



Πηγή: www.skai.gr