Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Ο Έλληνας τζίτζικας και ο Γερμανός μέρμηγκας


Συνοπτικά από ΣΚΑΪ AI
toggle

  • Το 2012, εν μέσω της ελληνικής κρίσης, ο τότε Γερμανός Υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε πρότεινε την παροχή 50 δισεκατομμυρίων ευρώ στην Ελλάδα με αντάλλαγμα την αποχώρησή της από την Ευρωζώνη.
  • Η ελληνική κρίση συνδέθηκε με αρνητικές προκαταλήψεις από Γερμανούς, που αντιλαμβάνονταν τον Έλληνα ως ανέμελο και χωρίς μακροχρόνιο σχεδιασμό, που είτε θαυμαζόταν είτε κατακρίνονταν.
  • Τα συναισθήματα μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών εκείνη την περίοδο ήταν ανάμεικτα, εναλλάσσοντας συμπάθεια και ειρωνεία, όπως αποτυπώθηκε σε περιστατικά αμοιβαίας προκατάληψης και συναντήσεων.

Μερικά κλισέ των Γερμανών για την Ελλάδα, αλλά και αντιστρόφως, φαίνεται ότι δεν θα πεθάνουν ποτέ, όσο και αν μας έχουν ταλαιπωρήσει. Προσωπικές σκέψεις εν μέσω αυγουστιάτικης «έκλειψης ειδήσεων».Το 2012 εν μέσω ελληνικής κρίσης, τότε που ο Σόιμπλε ήθελε να δώσει 50 δισεκατομμύρια στην Ελλάδα για να αποχωρήσει από την Ευρωζώνη και η τύχη μας κρεμόταν από τις «προγνώσεις» του ΔΝΤ, βρισκόμουν στο Βερολίνο για ένα γύρισμα. Έξω από τη Volksbühne ένας περαστικός, νεαρός σχετικά στην ηλικία, περνώντας με βήμα ταχύ και βλέποντάς μας με την κάμερα, μας ρώτησε από πού είμαστε. Όταν του είπα «Ελλάδα», μου απάντησε «Συλλυπητήρια», χωρίς καν να σταματήσει. Έμεινα λίγο αποσβολωμένος και δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω αν το εννοούσε με συμπάθεια ή με ειρωνεία. Έτσι κι αλλιώς, αυτά ήταν τα δύο βασικά συναισθήματα που εναλλάσσονταν εκείνη την εποχή στις συναντήσεις με τους Γερμανούς.

Κοινός παρονομαστής ήταν, ωστόσο, πάντα η πρόσληψη του «Έλληνα τζίτζικα», του ανέμελου ταξιδευτή της ζωής που δεν σκέφτεται παρά μόνο το σήμερα. Για κάποιους αυτό ήταν άξιο θαυμασμού, για άλλους άξιο τιμωρίας. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό.

Όσα φέρνει ο Αύγουστος

Όλα αυτά ήρθαν τώρα στο μυαλό καθώς, λόγω αυγουστιάτικης ειδησεογραφικής «τρύπας», τα γερμανικά ΜΜΕ βομβάρδισαν τις ημέρες αυτές το κοινό τους με «ταξιδιωτικά» δημοσιεύματα που αποδεικνύουν ότι η ανθρώπινη φύση, και κατά συνέπεια και η δημοσιογραφία, λατρεύουν τα στερεότυπα. Προφανώς κάποιοι Γερμανοί δημοσιογράφοι σκέφτονται τρόπο για να χρηματοδοτήσουν τις διακοπές τους, με απεικονίσεις βαφτισμένες «ρεπορτάζ» μιας ελληνικής πραγματικότητας που είχαν στο μυαλό τους πριν καν μπουν στο αεροπλάνο, βασισμένοι ίσως σε χάρτινους ταξιδιωτικούς οδηγούς γραμμένους πριν από δεκαετίες.

Ο ένας αποφάσισε να δώσει συνταγή παρασκευής «φραπέ» μετά από ένα γλαφυρό προοίμιο: «Ενώ η θάλασσα λαμπυρίζει στο βάθος, ντόπιοι και τουρίστες κάθονται σε μια καφετέρια του δρόμου, ο καθένας με ένα μεγάλο ποτήρι παγωμένο καφέ μπροστά τους. Τα καλά νέα: Αυτή την αίσθηση μεσογειακών διακοπών μπορεί να απολαύσει κανείς και στο σπίτι».

«Χαλαρά»

Ο άλλος ανακάλυψε τη λέξη «χαλαρά» (με έμφαση στο «λ») ως ορισμό της Θεσσαλονίκης του σήμερα. Δυσκολεύομαι βέβαια να πιστέψω ότι μπορεί και οι δύο να συναντήθηκαν σε κάποια υποτιτλισμένη στα γερμανικά προβολή εκπομπής των «ΑΜΑΝ» από τη δεκαετία του ’90. Μάλλον πρόκειται για σύμπτωση. Το επιβεβαιώνει άλλωστε ένα άλλο, τρίτο δημοσίευμα, ανεξάρτητο με τα προηγούμενα, που ανακηρύσσει τους Έλληνες «μάστορες του ψησίματος». Η παρομοίωση και εδώ πάντως δεν θα πάρει βραβείο πρωτοτυπίας. «Ελληνικό φαγητό χωρίς ψητό στα κάρβουνα είναι σαν την Αθήνα χωρίς την Ακρόπολη». Αλλά εκτός από τα εύσημα, υπάρχουν και οι «επιπλήξεις». Στην Ελλάδα βρίσκεται «ο παράδεισος για τους καπνιστές» έγραψε αυτός που μάλλον δεν έχει παρατηρήσει ότι σε όλους τους σταθμούς της Γερμανίας θα δεις ανθρώπους να καπνίζουν δίπλα στις σχετικές απαγορευτικές πινακίδες.

Το έκανα εικόνα αξιοποιώντας τις συνθετικές μου ικανότητες. Ο Έλληνας που θα σηκωθεί χαλαρά, θα φτιάξει τον φραπέ του χαλαρά, θα βγει για τον επόμενο φραπέ χαλαρά και κάποια στιγμή θα βάλει φωτιά στα κάρβουνα για να ψήσει. Εννοείται ότι ο καλύτερος ψήστης είναι αυτός που κρατά πάντα στο ένα χέρι το τσιγάρο.

Ο πειρασμός των δημοσιογράφων

Δεν θέλω να αποδώσω κακή πρόθεση σε κανέναν. Φταίει ο Αύγουστος και η ανάγκη να «ανακαλύψουμε» θέματα. Κι εγώ, ας πούμε, μπήκα στον πειρασμό να γράψω για το ζευγάρι των Γερμανών συνταξιούχων που κατάφεραν να μετατρέψουν σε τάση της μόδας το πέδιλο με την κάλτσα (καφέ κατά προτίμηση), που μοιράζονται μια μπίρα και μια χωριάτικη για μεσημεριανό και αφήνουν από το πρωί την παλιά πετσέτα που είχαν από τα φοιτητικά τους χρόνια όλη μέρα στην ξαπλώστρα, για να μην τους ζητηθεί να πληρώσουν ξανά το απόγευμα, όταν θα επιστρέψουν στην παραλία. Αλλά δεν θα το κάνω.

Αν θέλουμε να σοβαρέψουμε πάντως τη συζήτηση, οφείλουμε να αναρωτηθούμε γιατί κι εμείς οι δημοσιογράφοι συνεχίζουμε να παίζουμε αυτό το παιχνίδι της αναπαραγωγής κλισέ, πολλά από τα οποία μας έρχονται από πολλές δεκαετίες πίσω και αποδεδειγμένα έκαναν κακό και στις δύο πλευρές σε κρίσιμες περιόδους. Ο μύθος του Έλληνα τζίτζικα και του Γερμανού μέρμηγκα ίσως να χρειάζεται κάποιο update. Μια σύγχρονη εκδοχή του, σαν την Οδύσσεια του Νόλαν.

Μπορούμε να ελπίζουμε ότι κάποια στιγμή θα γίνει κι αυτό. Ίσως σε καμιά τριανταριά χρόνια κάποιος απόγονος του σημερινού εξερευνητή των μυστικών του φραπέ να αποκαλύψει τα μυστικά του φρέντο, αυτής της ανακάλυψης των Ελλήνων που έβαλε τα γυαλιά στους Ιταλούς.

Πηγή: Deutsche Welle



Πηγή: www.skai.gr