Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Πρώην πρέσβης της Γερμανίας στο Ισραήλ: «Δεν αποδεχόμαστε την κατοχή στη Δυτική Όχθη» – Σκληρή κριτική του Στέφεν Ζάιμπερτ στους εποικισμούς



Ο πρώην πρέσβης της Γερμανίας στο Ισραήλ Στέφεν Ζάιμπερτ προχώρησε σε μία από τις πιο ευθείες δημόσιες κριτικές Γερμανού διπλωμάτη για την ισραηλινή εποικιστική πολιτική.
Λέγοντας τα πράγματα με το όνομά τους κι έξω από τη τυπική «διπλωματική γλώσσα», είπε ότι η στήριξη του Βερολίνου προς το Ισραήλ δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως λευκή επιταγή για κάθε απόφαση της ισραηλινής κυβέρνησης.

Σε εκτενή συνέντευξή του στο ZEITmagazin, η οποία δημοσιεύθηκε στις 12 Αυγούστου, λίγο πριν από την ολοκλήρωση της θητείας του στο Τελ Αβίβ και την αποχώρησή του από τη διπλωματική υπηρεσία, ο Ζάιμπερτ κάνει έναν σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στην ασφάλεια και την ύπαρξη του Ισραήλ και στην πολιτική εποικισμού των κατεχόμενων παλαιστινιακών εδαφών.

Η συνέντευξη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς ο Ζάιμπερτ δεν είναι ένας εξωτερικός επικριτής της ισραηλινής πολιτικής. Υπήρξε εκπρόσωπος της Άνγκελα Μέρκελ και από τον Αύγουστο του 2022 έως το καλοκαίρι του 2026 πρέσβης της Γερμανίας στο Ισραήλ. 

Κατά τη διάρκεια της θητείας του υποστήριξε επανειλημμένα το δικαίωμα του Ισραήλ στην ασφάλεια, ενώ παράλληλα δεν απέφυγε δημόσιες αναφορές στη βία Ισραηλινών εποίκων κατά Παλαιστινίων.

«Η ασφάλεια του Ισραήλ» δεν σημαίνει και στήριξη των εποίκων

Στο επίκεντρο των δηλώσεών του βρίσκεται η περίφημη γερμανική Staatsräson, δηλαδή η θέση ότι η ασφάλεια του Ισραήλ αποτελεί θεμελιώδες κρατικό συμφέρον της Γερμανίας.
Ο Ζάιμπερτ δεν απορρίπτει αυτή τη θέση. Αντίθετα, επιμένει ότι η Γερμανία οφείλει να στηρίζει το Ισραήλ όταν απειλείται η ίδια η ύπαρξή του.
«Αν η ίδια η ύπαρξη του Ισραήλ απειλείται από μια φονική επίθεση της Χαμάς ή από όχι λιγότερο φονικά σχέδια της Χεζμπολάχ ή του Ιράν, τότε πρέπει να υποστηρίξουμε αυτό το κράτος», ανέφερε.

Αμέσως όμως προσθέτει τη διαχωριστική γραμμή: «Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ταυτόχρονα στηρίζουμε και     τους εποίκους στην κοιλάδα του Ιορδάνη».

Όπως ανέφερε ο Ζάιμπερτ, οι ισραηλινοί εποικισμοί στη Δυτική Όχθη είναι παράνομοι βάσει του διεθνούς δικαίου και «συνδέονται με μία ιδεολογία που αντιμετωπίζει τη γη της Παλαιστίνης ως αποκλειστικά εβραϊκή ιδιοκτησία» (σ.σ. σιωνισμός).
«Το γερμανικό κρατικό συμφέρον δεν έχει εφαρμογή σε αυτό», υποστηρίζει, τονίζοντας ότι η γερμανική υποστήριξη προς το Ισραήλ δεν μπορεί να σημαίνει αποδοχή μιας αντίληψης περί ανωτερότητας ενός πληθυσμού έναντι ενός άλλου.

Η επίσκεψη στη Δυτική Όχθη που άλλαξε την οπτική του

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της συνέντευξης είναι ότι ο Ζάιμπερτ αναφέρεται σε προσωπικές εμπειρίες που απέκτησε κατά τη διάρκεια της θητείας του.

Σύμφωνα με την παρουσίαση της συνέντευξης από τη ZEIT, ο πρώην πρέσβης επισκέφθηκε, χωρίς να βρίσκεται σε επίσημη διπλωματική αποστολή, περιοχή της Δυτικής Όχθης, όπου ήρθε αντιμέτωπος με περιστατικά βίας εποίκων και με την ταπεινωτική μεταχείριση Παλαιστινίων βοσκών.

Οι εμπειρίες αυτές, σύμφωνα με το γερμανικό περιοδικό, ενίσχυσαν την κριτική του απέναντι στην κατοχή και στην πολιτική εποικισμού.

Η σημασία της αναφοράς βρίσκεται και στο γεγονός ότι ο Ζάιμπερτ δεν παρουσιάζει την εμπειρία αυτή ως θεωρητική πολιτική θέση. Την περιγράφει ως κάτι που είδε ο ίδιος κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Ισραήλ.

Η ZEIT αναφέρει ότι οι εικόνες αυτές συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας ολοένα πιο σαφούς αντίληψης του πρώην πρέσβη ότι η κατοχή και η εποικιστική πολιτική δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλή παράμετρος της ισραηλινής πολιτικής ασφάλειας.

«Δεν αφορά όλες τις ενέργειες του Ισραήλ»

Ο Ζάιμπερτ αμφισβητεί παράλληλα μία αντίληψη που, όπως λέει, κυριάρχησε για δεκαετίες στη γερμανική πολιτική.

«Για δεκαετίες παρουσιάζαμε το Ισραήλ ως τη μοναδική δημοκρατία στην περιοχή, κι αυτό είναι αλήθεια», σημειώνει. Όμως, όπως προσθέτει, το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι η γερμανική υποστήριξη αφορά όλες ανεξαιρέτως τις ενέργειες του ισραηλινού κράτους.

Και εδώ γίνεται ακόμη πιο σαφής: η γερμανική στήριξη δεν αφορά την κατοχή, την οποία συνδέει με την κατάσταση που ξεκίνησε μετά τον πόλεμο του 1967.

Η αναφορά του στην «60ή χρονιά» της κατοχής αφορά ακριβώς αυτό το χρονικό ορόσημο: ο πόλεμος των Έξι Ημερών το 1967 οδήγησε στην ισραηλινή κατοχή της Δυτικής Όχθης, της Ανατολικής Ιερουσαλήμ και άλλων εδαφών.

Η κριτική του προς το Ισραήλ δεν σημαίνει απόρριψη της ύπαρξής του

Ο πρώην πρέσβης επιμένει ταυτόχρονα ότι η κριτική προς την ισραηλινή κυβέρνηση πρέπει να συνοδεύεται από ξεκάθαρη αναγνώριση του δικαιώματος των Ισραηλινών να ζουν στο δικό τους κράτος.
Υποστηρίζει ότι το ίδιο μήνυμα πρέπει να απευθύνεται και προς την παλαιστινιακή πλευρά: το δικαίωμα του ισραηλινού λαού να ζει στο δικό του κράτος πρέπει να γίνεται σεβαστό.

Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να διαχωρίσει την κριτική στην κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου και στην εποικιστική πολιτική από την ίδια την ύπαρξη του Ισραήλ.
Η θέση αυτή είναι σημαντική και για τη γερμανική πολιτική συζήτηση, καθώς ο Ζάιμπερτ δεν προτείνει εγκατάλειψη της γερμανικής Staatsräson αλλά διαφορετική ερμηνεία της.

Από τον «ιστορικό δεσμό» σε στοχευμένα μέτρα

Ο Ζάιμπερτ δεν τάσσεται υπέρ μιας γενικευμένης ρήξης με το Ισραήλ.
Δηλώνει μάλιστα αντίθετος σε μέτρα όπως το μποϊκοτάζ ή ο περιορισμός των επιστημονικών ανταλλαγών. Αντί γι’ αυτό, ζητά να εξεταστούν στοχευμένες κυρώσεις ή άλλα μέτρα που θα μπορούσαν να καταστήσουν σαφές ότι η Γερμανία απορρίπτει την εποικιστική πολιτική.

Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς συμπίπτει με μια ευρύτερη συζήτηση στη Γερμανία για το εάν η παραδοσιακή «πολιτική άνευ όρων» στήριξης προς το Ισραήλ μπορεί να συνυπάρχει με την αυξανόμενη κριτική για την εποικιστική πολιτική και την κατάσταση στα παλαιστινιακά εδάφη.

Η ίδια η γερμανική κυβέρνηση θεωρεί τους εποικισμούς παράνομους βάσει του διεθνούς δικαίου. Τον Απρίλιο του 2026, μάλιστα, η γερμανική πολιτική αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση είχε ήδη ενταθεί μετά τις δηλώσεις του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς για την ισραηλινή εποικιστική πολιτική.

Η σύγκρουση με το Ισραήλ είχε ξεκινήσει πριν από τη συνέντευξη

Οι δηλώσεις του Ζάιμπερτ δεν αποτελούν ξαφνική μεταστροφή.
Τον Μάρτιο του 2026 είχε προκαλέσει δημόσια αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση, όταν αναφέρθηκε μέσω X στη βία Ισραηλινών εποίκων στη Δυτική Όχθη.

Ο Ισραηλινός υπουργός Εξωτερικών Γκίντεον Σάαρ του επιτέθηκε δημόσια, κατηγορώντας τον ουσιαστικά ότι δυσκολεύεται να καταδικάσει επιθέσεις εναντίον Ισραηλινών χωρίς να αναφέρεται παράλληλα στους Παλαιστινίους. Ο Σάαρ είχε μάλιστα γράψει ότι «είναι καλό που σύντομα θα έρθει νέος» Γερμανός πρέσβης.

Η γερμανική κυβέρνηση, ωστόσο, στάθηκε στο πλευρό του Ζάιμπερτ. Ο τότε υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ δήλωσε ότι καθήκον ενός πρέσβη είναι να αναφέρεται και σε ζητήματα στα οποία υπάρχουν διαφωνίες μεταξύ των δύο χωρών.

Η αντιπαράθεση αυτή είχε ιδιαίτερο βάρος επειδή ο Ζάιμπερτ δεν θεωρείται επικριτής του Ισραήλ με την ευρεία έννοια. Αντίθετα, γερμανικά μέσα τον έχουν περιγράψει ως άνθρωπο με ιδιαίτερα στενή σχέση με τη χώρα, ο οποίος έμαθε εβραϊκά κατά τη διάρκεια της θητείας του και είχε ασχοληθεί ενεργά με την προσπάθεια απελευθέρωσης των Ισραηλινών ομήρων που κρατούσε η Χαμάς.

Το τέλος της θητείας του

Η συνέντευξη στη ZEIT δημοσιεύθηκε σε μια συμβολική στιγμή: ο Ζάιμπερτ έχει ήδη επιστρέψει στο Βερολίνο και ολοκληρώνει όχι μόνο την αποστολή του στο Τελ Αβίβ αλλά και τη διπλωματική του καριέρα.
Το ίδιο το γερμανικό περιοδικό σημειώνει ότι είναι πλέον 66 ετών και ότι η αποχώρησή του από τη θέση του πρέσβη συμπίπτει με την έξοδό του από τον διπλωματικό  βίο.

Αυτό δίνει στις δηλώσεις του διαφορετικό βάρος: δεν μιλά πλέον ως διπλωμάτης που πρέπει να διαχειριστεί την καθημερινή σχέση Βερολίνου και Ιερουσαλήμ, αλλά ως ένας άνθρωπος που ολοκληρώνει τέσσερα χρόνια παρουσίας στο Ισραήλ και μιλά ανοιχτά για όσα είδε και έζησε.

Το μήνυμά του, πάντως, δεν είναι ότι η Γερμανία πρέπει να απομακρυνθεί από το Ισραήλ. Είναι ακριβώς το αντίθετο: ότι η γερμανική στήριξη προς το Ισραήλ μπορεί, κατά την άποψή του, να συνδυάζεται με σαφή διαφωνία απέναντι στην κατοχή, στη βία των εποίκων και στην επέκταση των οικισμών.

Και γι’ αυτό θεωρεί ότι πρέπει να αλλάξει και ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται η έννοια της γερμανικής «κρατικής αρχής»: στήριξη στην ασφάλεια και την ύπαρξη του Ισραήλ, όχι αυτόματη στήριξη κάθε πολιτικής της κυβέρνησής του.
 

Πηγή: skai.gr



Πηγή: www.skai.gr