Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Δημογραφικό στη Μαγνησία: Η προειδοποίηση για τα χωριά που αδειάζουν – «Τώρα ανακάλυψαν το πρόβλημα οι δήμαρχοι;»

Τον κώδωνα του κινδύνου για τη δημογραφική συρρίκνωση της Μαγνησίας, ιδιαίτερα στις ορεινές και ημιορεινές περιοχές του Πηλίου, έκρουσε ο ομότιμος καθηγητής Δημογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Βύρων Κοτζαμάνης. Μιλώντας την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026 στην ΕΡΤ Βόλου και στη ραδιοφωνική εκπομπή του Γιάννη Ξυνόπουλου, εξήγησε γιατί ορισμένες περιοχές βρίσκονται αντιμέτωπες με τον κίνδυνο δημογραφικής κατάρρευσης και υπογράμμισε ότι χωρίς ουσιαστικές πολιτικές συγκράτησης και επιστροφής των νέων, το πρόβλημα θα επιδεινώνεται.

Αφορμή για τη συζήτηση αποτέλεσαν τα στοιχεία της απογραφής που επανήλθαν στην τοπική επικαιρότητα και αποτυπώνουν τη σημαντική πληθυσμιακή μείωση στους περιφερειακούς δήμους της Μαγνησίας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Δήμου Ζαγοράς-Μουρεσίου, όπου ο μόνιμος πληθυσμός μειώθηκε από 5.809 κατοίκους το 2011 σε 4.562 το 2021, καταγράφοντας απώλειες 1.247 ανθρώπων, ποσοστό περίπου 21,5%.

«Δεν υπάρχουν νέοι για να κάνουν παιδιά»

Ο Βύρων Κοτζαμάνης επισήμανε ότι η δημογραφική κατάσταση δεν είναι ίδια σε όλες τις περιοχές της Μαγνησίας και της Θεσσαλίας. Οι κεντρικοί δήμοι, όπως εκείνος του Βόλου, εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, ενώ στους ορεινούς και ημιορεινούς δήμους η εικόνα είναι πολύ πιο ανησυχητική. «Δεν έχετε μία Μαγνησία, δεν έχετε μία Θεσσαλία. Έχετε πολλές Μαγνησίες, πολλές Θεσσαλίες», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι στις περιοχές που χάνουν διαρκώς κατοίκους έχει διαμορφωθεί μια εξαιρετικά δυσμενής αναλογία γεννήσεων και θανάτων. Όπως διευκρίνισε, η κατάσταση δεν οφείλεται στο γεγονός ότι τα νέα ζευγάρια της υπαίθρου αποκτούν αναλογικά λιγότερα παιδιά από εκείνα των αστικών κέντρων. Το ουσιαστικό πρόβλημα είναι ότι οι νέοι άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει τις περιοχές αυτές.

«Δεν υπάρχουν άνθρωποι να κάνουν παιδιά. Δεν υπάρχουν νέοι. Έχουν φύγει οι νέοι σας», τόνισε, σημειώνοντας ότι σε πολλά χωριά έχουν απομείνει κυρίως ηλικιωμένοι κάτοικοι, με αποτέλεσμα οι θάνατοι να υπερβαίνουν σταθερά τις γεννήσεις.

Διαβάστε: Το δημογραφικό «αδειάζει» τις σχολικές αίθουσες – 3.582 λιγότερα πρωτάκια στη Θεσσαλία

Μια πληγή που άνοιξε πριν από δεκαετίες

Ο καθηγητής υπογράμμισε ότι η ερήμωση της υπαίθρου δεν αποτελεί συνέπεια αποκλειστικά της οικονομικής κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας. Πρόκειται για μια μακρόχρονη διαδικασία εσωτερικής μετανάστευσης και αστικοποίησης, η οποία ξεκίνησε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από τη δεκαετία του 1950, μεγάλα τμήματα του πληθυσμού εγκατέλειψαν τις αγροτικές περιοχές για την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και αργότερα τα μεγαλύτερα περιφερειακά αστικά κέντρα. Σύμφωνα με τον ίδιο, η συγκέντρωση αυτή συνοδεύτηκε από τη συρρίκνωση των παραγωγικών δραστηριοτήτων, την έλλειψη επενδύσεων και την αποδυνάμωση του πρωτογενούς τομέα. «Έχουμε αφήσει όλη την υπόλοιπη ύπαιθρο σήμερα σε μεγάλο βαθμό χωρίς στήριξη», παρατήρησε, προσθέτοντας ότι πρόκειται για εξελίξεις που συσσωρεύονταν επί δεκαετίες και σήμερα αποκαλύπτονται σε όλη τους την ένταση.

Η διαφορετική εικόνα των Σποράδων

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις Σποράδες, όπου, όπως ανέφερε, η δημογραφική κατάσταση είναι συγκριτικά καλύτερη από εκείνη αρκετών περιοχών της ηπειρωτικής Μαγνησίας. Απέδωσε τη διαφοροποίηση αυτή, μεταξύ άλλων, στην εγκατάσταση αλλοδαπών κατοίκων, οι οποίοι επέλεξαν τα νησιά ως τόπο μόνιμης διαμονής τις προηγούμενες δεκαετίες. Διευκρίνισε, πάντως, ότι δεν παρουσιάζουν όλα τα νησιά την ίδια εικόνα, επιμένοντας στην ανάγκη να εξετάζεται ξεχωριστά η δημογραφική πραγματικότητα κάθε περιοχής.

«Τώρα ανακάλυψαν το πρόβλημα οι δήμαρχοι;»

Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε ο Βύρων Κοτζαμάνης απέναντι στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, θέτοντας ζήτημα ευθυνών για την απουσία έγκαιρων πρωτοβουλιών. Με αφορμή την επισήμανση του Γιάννη Ξυνόπουλου ότι οικογένειες εγκαταλείπουν χωριά του Νοτίου και Ανατολικού Πηλίου επειδή δεν έχουν πρόσβαση σε φροντιστήρια, αθλητικές δραστηριότητες και άλλες βασικές υποδομές για τα παιδιά τους, ο καθηγητής αναρωτήθηκε γιατί οι τοπικές αρχές δεν αντέδρασαν νωρίτερα.

«Πώς οι δημοτικοί άρχοντες τόσα χρόνια, δεκαετίες, δεν έβλεπαν τι γίνεται και δεν αντιδρούσαν;» διερωτήθηκε.

Συνεχίζοντας την κριτική του, επισήμανε ότι οι αιρετοί βρίσκονται καθημερινά κοντά στις τοπικές κοινωνίες και γνωρίζουν την αποχώρηση των νέων, τη γήρανση του πληθυσμού και τη μείωση των γεννήσεων. «Τι έκαναν για να προσπαθήσουν να κινητοποιήσουν την περιφερειακή διοίκηση και την κεντρική κυβέρνηση για αυτή την υπόθεση; Κατά τη γνώμη μου δεν έκαναν τίποτε», ανέφερε, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι υπάρχουν εξαιρέσεις. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι οι οικονομικές και θεσμικές δυνατότητες των δήμων είναι περιορισμένες, καθώς οι σημαντικότερες αποφάσεις και η κατανομή των πόρων εξαρτώνται από το κεντρικό κράτος.

Δεν αρκούν τα επιδόματα για κάθε γέννηση

Ο καθηγητής εμφανίστηκε επιφυλακτικός απέναντι στα αποσπασματικά οικονομικά κίνητρα για την αντιμετώπιση του δημογραφικού. Αναφέρθηκε σε δήμους που προσφέρουν 2.000 ή 3.000 ευρώ για κάθε γέννηση, διευκρινίζοντας ότι τέτοιες πρωτοβουλίες δεν είναι λανθασμένες, αλλά δεν μπορούν να ανατρέψουν μια κατάσταση που έχει διαμορφωθεί επί δεκαετίες. Ανάλογη επιφύλαξη εξέφρασε και για τα οικονομικά κίνητρα μετεγκατάστασης, υποστηρίζοντας ότι η επιστροφή των νέων στην περιφέρεια προϋποθέτει πολύ περισσότερα από μια εφάπαξ οικονομική ενίσχυση.

Οι νέοι θέλουν να επιστρέψουν – Τι τους εμποδίζει

Παρά τη δυσμενή εικόνα, ο Βύρων Κοτζαμάνης εντόπισε ένα στοιχείο που δημιουργεί προϋποθέσεις αισιοδοξίας. Όπως εξήγησε, τα τελευταία περίπου δεκαπέντε χρόνια παρατηρείται μεταβολή στη στάση ενός τμήματος των νεότερων γενεών, που επιθυμεί να εγκαταλείψει τα μεγάλα αστικά κέντρα αναζητώντας καλύτερη ποιότητα ζωής. Το αυξημένο κόστος κατοικίας, οι καθημερινές μετακινήσεις, οι εργασιακές συνθήκες και η μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση για το περιβάλλον και τη φύση δημιουργούν, σύμφωνα με τον καθηγητή, μια ευνοϊκή προδιάθεση για επιστροφή στην περιφέρεια.

Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η επιθυμία αυτή δεν μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική μετεγκατάσταση χωρίς θέσεις εργασίας, παραγωγικές επενδύσεις και επαρκείς υποδομές. «Θέλει ένα εθνικό σχέδιο περιφερειακής ανάπτυξης το οποίο δεν υπάρχει», σημείωσε, ζητώντας πολιτικές που αφενός θα συγκρατήσουν τους νέους οι οποίοι εξακολουθούν να ζουν στην ύπαιθρο και αφετέρου θα διευκολύνουν την επιστροφή όσων έχουν ήδη φύγει.

Διαβάστε: «Δημογραφικό σοκ» στη Μαγνησία: 3.350 παιδιά «χάθηκαν» από τα δημοτικά – «Δεν έχουμε πιάσει ακόμη τον πάτο»

Προειδοποίηση για την επόμενη δεκαετία

Ο Βύρων Κοτζαμάνης ξεκαθάρισε ότι ακόμη και η εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου σχεδίου δεν θα μπορούσε να αναστρέψει άμεσα τη δημογραφική συρρίκνωση. Προειδοποίησε όμως ότι η αδράνεια θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη επιδείνωση του ισοζυγίου γεννήσεων και θανάτων. Χρησιμοποιώντας ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, ανέφερε ότι περιοχές που σήμερα καταγράφουν τρεις ή τέσσερις θανάτους για κάθε γέννηση ενδέχεται, μέσα στην επόμενη δεκαετία, να φτάσουν τους πέντε θανάτους για κάθε παιδί που γεννιέται.

Ολοκληρώνοντας τη συνέντευξη, υπογράμμισε ότι η αναστροφή της κατάστασης δεν είναι αδύνατη, αρκεί να υπάρξει κατανόηση των πραγματικών αιτίων και πολιτική βούληση για ουσιαστικές παρεμβάσεις.

«Μπορούμε, με κατάλληλα μέτρα, προοδευτικά, όχι από τη μια μέρα στην άλλη, να τα αναστρέψουμε. Δεν είναι αδύνατον», τόνισε, στέλνοντας το μήνυμα ότι η δημογραφική επιβίωση των χωριών της Μαγνησίας εξαρτάται από τις επιλογές που θα γίνουν σήμερα.

www.ertnews.gr

Πηγή www.ertnews.gr