Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Μαγνησία: Ένας θάνατος και μια οικογένεια χωρίς απαντήσεις – Στο «σκοτάδι» οι συγγενείς του Γ.Καραμπάτση – Αναπάντητα τα ερωτήματα

Δεκαεπτά μήνες μετά, ο χρόνος έχει παγώσει. Όχι για την υπόθεση, αλλά για τους ανθρώπους που περιμένουν. Ο θάνατος του 49χρονου Γιάννη παραμένει τυλιγμένος σε ένα πυκνό πέπλο σιωπής, με την οικογένειά του να στέκεται καθηλωμένη ανάμεσα στην ελπίδα και στην απόγνωση. Χωρίς επίσημη αιτία θανάτου. Χωρίς πόρισμα ιστολογικών εξετάσεων. Χωρίς μια απάντηση που να επιτρέπει έστω το πένθος.«Δεν ζητάμε να κατηγορηθεί κανείς χωρίς στοιχεία. Ζητάμε την αλήθεια», τονίζει ο θείος του, Νίκος Κρικέλης, αποτυπώνοντας σε μία φράση το βάρος μιας αναμονής που έχει γίνει ασήκωτη. Μπροστά στην παρατεταμένη αδράνεια, μέλη της οικογένειας εξετάζουν πλέον σοβαρά το ενδεχόμενο να ζητήσουν ακρόαση από την Εισαγγελία, με μοναδικό αίτημα να φωτιστούν οι συνθήκες θανάτου και να επιταχυνθούν οι διαδικασίες.

Η ανεύρεση της σορού, τον Αύγουστο του 2024, δεν έκλεισε την υπόθεση. Την άνοιξε περισσότερο. Τέσσερις μήνες μετά την εξαφάνιση, ο εντοπισμός σε ρέμα της περιοχής του Πτελεού, σε σημείο με νερό που πιθανόν αλλοίωσε κρίσιμα στοιχεία, άφησε όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά: ατύχημα, αυτοχειρία ή εγκληματική ενέργεια. Η οικογένεια δεν αποκλείει τίποτα. Όπως αναφέρουν οι θείοι του, λίγους μήνες πριν χαθούν τα ίχνη του, ο Γιάννης είχε λάβει περίπου 20.000 ευρώ από την πώληση κληρονομημένου ακινήτου. Ένα στοιχείο που προστίθεται στη μακριά λίστα των αναπάντητων ερωτημάτων. Τι έδειξαν – αν έδειξαν – οι ιστολογικές εξετάσεις και γιατί καθυστέρησαν τόσο; Τι κρύβει το κινητό του τηλέφωνο; Γιατί κανείς δεν ενημερώνει την οικογένεια;

Η εξαφάνισή του, τον Απρίλιο του 2024, σήμανε άμεσα συναγερμό. Ζούσε μόνος του στη Λεύκη Πτελεού, εργαζόταν στα χωράφια και είχε απασχοληθεί με σύμβαση στο δασαρχείο. Οι μοναδικοί του συγγενείς ήταν οι θείοι του, με τους οποίους διατηρούσε στενή σχέση. Το σπίτι του, μετά την εξαφάνιση, έμοιαζε με σκηνή που «πάγωσε» στον χρόνο: παράθυρο ανοιχτό, φως αναμμένο, ραδιόφωνο σε λειτουργία. Σαν να έφυγε για λίγο. Σαν να μην είχε σκοπό να χαθεί.

Το πρωί της εξαφάνισης κάλεσε ταξί στις 06:50. Ζήτησε να μεταφερθεί στην πλατεία Πτελεού για να πάρει το ΚΤΕΛ προς Βόλο. Ο οδηγός τον περιγράφει ανήσυχο. Λίγο αργότερα, υπάλληλος του ΚΕΠ τον είδε να περιφέρεται κοντά στο σπίτι των θείων του. Τους ειδοποίησε. Όταν κατέβηκαν, είχε εξαφανιστεί. Στο τηλέφωνο τους καθησύχασε: «Είμαι καλά, κάνω ψώνια».Η τελευταία συνομιλία έγινε λίγο μετά τις 9 το πρωί. Είπε πως βρίσκεται στο ελαιοτριβείο και δεν ξέρει πώς να φύγει. Η γραμμή κόπηκε. Η φωνή του δεν ακούστηκε ξανά.Στο ελαιοτριβείο βρέθηκαν το μπουφάν του, το πορτοφόλι χωρίς χρήματα αλλά με την ταυτότητα και την κάρτα του, καθώς και σακούλες με ψώνια. Το κινητό του ήταν κλειστό. Και παραμένει σιωπηλό μέχρι σήμερα.Μάλιστα σε μαρτυρία που έχει στα χέρια της και η αστυνομία και είχε καταγράψει το THE NEWSPAPER σε έρευνα που είχε πραγματοποιήσει στην περιοχή εκφράζονταν ανοιχτά το ενδεχόμενο ο Γιάννης να έχει πέσει θύμα εγκληματικής ενέργειας 

Κατά τις έρευνες εντοπίστηκαν ακόμη ένα μασελάκι δοντιών και μία μπλούζα κοντά στο σημείο της σορού. Το DNA του Γιάννη βρέθηκε στο μπουφάν και στο μασελάκι. Στη μπλούζα, όμως, όχι. Ένα ακόμη ερωτηματικό, σε μια υπόθεση που μοιάζει να ζει από τα ερωτηματικά της. Παρά την ενασχόληση των αρχών, τις επανειλημμένες έρευνες και την προβολή της υπόθεσης από εκπομπή της Αγγελικής Νικολούλη, το βασικό στοιχείο παραμένει άφαντο: η αλήθεια. Δεκαεπτά μήνες μετά, οι ιστολογικές εξετάσεις δεν έχουν δοθεί στην οικογένεια. Και χωρίς αυτές, ο θάνατος του 49χρονου παραμένει μια σκοτεινή εκκρεμότητα.

Για τους συγγενείς του, ο χρόνος δεν μετριέται σε μήνες. Μετριέται σε σιωπές. Και η σιωπή αυτή, όπως λένε, είναι πιο βαριά από οποιαδήποτε απάντηση

Πηγή www.thenewspaper.gr