Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

PISA 2025: Η Ελλάδα 39 μονάδες κάτω από τον ΟΟΣΑ στα Μαθηματικά – Η ανάλυση του διευθυντή του ΓΕΛ Προαστίου

Η Ελλάδα παραμένει 39 μονάδες κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ενώ σχεδόν ένας στους δύο 15χρονους δεν φτάνει στο βασικό επίπεδο μαθηματικού εγγραμματισμού.

Η μικρότερη πτώση σε σχέση με άλλες χώρες αποτελεί ένδειξη σταθεροποίησης, όχι ακόμη πραγματική βελτίωση.

Η Ελλάδα συγκέντρωσε 424 μονάδες στα Μαθηματικά στην PISA 2025, έναντι 463 μονάδων του ΟΟΣΑ. Η διαφορά των 39 μονάδων παραμένει μεγάλη και φανερώνει ένα πρόβλημα που δεν είναι ούτε καινούργιο ούτε περιστασιακό.

Σε σχέση με το 2022, όταν η ελληνική επίδοση ήταν 430 μονάδες, καταγράφεται νέα μείωση κατά 6 μονάδες. Την ίδια περίοδο, όμως, ο συγκρίσιμος μέσος όρος του ΟΟΣΑ υποχώρησε κατά 11 μονάδες και της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά 12. Έτσι, η απόσταση της Ελλάδας από τον διεθνή μέσο όρο περιορίστηκε.

Αυτό αποτελεί μια θετική ένδειξη, αλλά χρειάζεται προσεκτική ερμηνεία: η Ελλάδα δεν βελτιώθηκε στα Μαθηματικά. Απλώς υποχώρησε λιγότερο από τον ΟΟΣΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μπορούμε, επομένως, να μιλάμε για μια πρώτη τάση σταθεροποίησης, όχι ακόμη για μαθησιακή ανάκαμψη.

Μια πτώση με διάρκεια

Η διαχρονική εξέλιξη των αποτελεσμάτων δείχνει ότι το πρόβλημα δεν εμφανίστηκε μόνο μετά την πανδημία:

Έτος

Επίδοση της Ελλάδας στα Μαθηματικά

2012

453

2015

454

2018

451

2022

430

2025

424

Από το 2012 έως το 2025 η ελληνική επίδοση μειώθηκε συνολικά κατά 29 μονάδες. Μετά τη σχετική σταθερότητα της περιόδου 2012–2018, ακολούθησε έντονη πτώση: 21 μονάδες από το 2018 έως το 2022 και άλλες 6 μονάδες έως το 2025.

Η υποχώρηση, συνεπώς, έχει βάθος χρόνου και δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στις συνέπειες της πανδημίας. Η μικρότερη πτώση στον τελευταίο κύκλο είναι ενθαρρυντική, αλλά για να επιβεβαιωθεί μια αλλαγή πορείας θα πρέπει στην επόμενη μέτρηση να καταγραφεί πραγματική άνοδος των επιδόσεων.

Σχεδόν ένας στους δύο κάτω από το βασικό επίπεδο

Το πιο ανησυχητικό εύρημα δεν είναι η θέση της Ελλάδας στη διεθνή κατάταξη. Είναι το γεγονός ότι το 49,5% των Ελλήνων μαθητών βρίσκεται κάτω από το επίπεδο 2, το οποίο θεωρείται το βασικό επίπεδο μαθηματικού εγγραμματισμού.

Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι σχεδόν ένας στους δύο 15χρονους δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει απλούς μαθηματικούς συλλογισμούς σε καθημερινές καταστάσεις: να ερμηνεύσει έναν πίνακα ή ένα γράφημα, να συγκρίνει δεδομένα, να υπολογίσει μια ποσοστιαία μεταβολή, να εργαστεί με αναλογίες ή να επιλέξει μια κατάλληλη στρατηγική για την επίλυση ενός προβλήματος.
Η PISA δεν εξετάζει απλώς αν ο μαθητής θυμάται έναν τύπο ή μπορεί να εκτελέσει μια γνωστή διαδικασία. Εξετάζει αν αναγνωρίζει ποια Μαθηματικά χρειάζονται σε μια πραγματική κατάσταση, αν μπορεί να τα χρησιμοποιήσει και αν είναι σε θέση να ερμηνεύσει το αποτέλεσμα.

Πολύ μικρή και η κορυφή

Το ελληνικό πρόβλημα δεν περιορίζεται στους μαθητές χαμηλών επιδόσεων. Μόλις περίπου το 2% των Ελλήνων μαθητών φτάνει στα υψηλότερα επίπεδα 5 και 6, έναντι περίπου 8% στον ΟΟΣΑ.

Έχουμε, επομένως, μια πολύ μεγάλη βάση μαθητών που δεν κατακτούν τις βασικές δεξιότητες και ταυτόχρονα μια εξαιρετικά μικρή κορυφή μαθητών που μπορούν να αντιμετωπίσουν σύνθετα και μη οικεία προβλήματα.

Το σχολείο οφείλει ασφαλώς να στηρίζει τους μαθητές που δυσκολεύονται. Παράλληλα, όμως, πρέπει να δημιουργεί περισσότερες ευκαιρίες για βαθύτερη σκέψη, διερεύνηση, γενίκευση και μαθηματική δημιουργικότητα.

Η προσπάθεια του Υπουργείου Παιδείας

Το Υπουργείο Παιδείας αναγνωρίζει ότι οι ελληνικές επιδόσεις παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Ως βασικά εργαλεία για την αλλαγή αυτής της εικόνας προβάλλει τα νέα Προγράμματα Σπουδών, την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και την καθιέρωση του Πολλαπλού Βιβλίου.

Η εισαγωγή του Πολλαπλού Βιβλίου έχει προγραμματιστεί για το σχολικό έτος 2027–2028. Η αλλαγή αυτή προβλέπει τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε περισσότερα εγκεκριμένα διδακτικά βιβλία, στη βάση κοινών Προγραμμάτων Σπουδών.

Η προσπάθεια κινείται προς μια θετική κατεύθυνση, εφόσον τα νέα βιβλία δεν αποτελέσουν απλώς διαφορετικές εκδοχές του ίδιου παραδοσιακού μοντέλου. Για να υπάρξει ουσιαστικό αποτέλεσμα, χρειάζονται βιβλία που θα συνδέουν τη μαθηματική γνώση με πραγματικές καταστάσεις, θα χρησιμοποιούν διαφορετικές αναπαραστάσεις και θα δίνουν χώρο στη διερεύνηση, στην αιτιολόγηση και στην επίλυση προβλημάτων.

Αντίστοιχα, τα νέα Προγράμματα Σπουδών μπορούν να συμβάλουν στην αλλαγή μόνο αν εφαρμοστούν ουσιαστικά μέσα στην τάξη. Αυτό προϋποθέτει κατάλληλη επιμόρφωση, χρόνο για συνεργασία μεταξύ των εκπαιδευτικών, σύγχρονο διδακτικό υλικό και σταθερή υποστήριξη των σχολείων.

Κανένα πρόγραμμα σπουδών και κανένα νέο βιβλίο δεν βελτιώνει από μόνο του τις επιδόσεις. Η επιτυχία θα κριθεί από το τι τελικά θα αλλάξει στην καθημερινή διδασκαλία.
Τι μπορεί να αλλάξει στη διδασκαλία

Πρώτη προτεραιότητα πρέπει να είναι η έγκαιρη διάγνωση των μαθησιακών κενών. Δεν μπορούμε να περιμένουμε μέχρι την ηλικία των 15 ετών για να διαπιστώσουμε ότι ένας μαθητής δυσκολεύεται με τα κλάσματα, τα ποσοστά, τις αναλογίες, τα γραφήματα ή τη διατύπωση ενός απλού συλλογισμού.

Χρειάζονται σύντομες διαγνωστικές δραστηριότητες από τις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού και σε όλη τη διάρκεια του Γυμνασίου. Σκοπός τους δεν πρέπει να είναι η κατάταξη ή ο στιγματισμός των μαθητών, αλλά ο έγκαιρος εντοπισμός των δυσκολιών και η στοχευμένη υποστήριξή τους.

Δεύτερη προτεραιότητα είναι η ουσιαστική σύνδεση των Μαθηματικών με την καθημερινή ζωή. Οι μαθητές χρειάζεται να εργάζονται συστηματικά με λογαριασμούς, ποσοστά, μεταβολές τιμών, αποστάσεις, πιθανότητες, στατιστικά στοιχεία, πίνακες και γραφήματα. Όχι ως μια περιστασιακή εφαρμογή στο τέλος της ενότητας, αλλά ως οργανικό μέρος της διδασκαλίας.

Τρίτη προτεραιότητα είναι να αποκτήσει μεγαλύτερη αξία η διαδικασία επίλυσης. Ο μαθητής δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο για το τελικό αποτέλεσμα, αλλά και για το αν κατανοεί τα δεδομένα, επιλέγει κατάλληλη στρατηγική, αιτιολογεί τα βήματά του και ελέγχει αν η απάντησή του είναι λογική.

Εξίσου σημαντική είναι η αξιοποίηση διαφορετικών αναπαραστάσεων. Ο μαθητής πρέπει να μπορεί να συνδέει έναν μαθηματικό τύπο με έναν πίνακα τιμών, μια γραφική παράσταση, ένα γεωμετρικό σχήμα και μια λεκτική περιγραφή. Η μετάβαση από τη μία μορφή στην άλλη αποτελεί βασικό στοιχείο της μαθηματικής κατανόησης.

Πρέπει, επίσης, να αλλάξει η σχέση των μαθητών με το λάθος. Το λάθος δεν είναι μόνο μια αποτυχία που αφαιρεί μονάδες. Μπορεί να αποτελέσει αφετηρία συζήτησης: Σε ποιο σημείο άλλαξε η πορεία του συλλογισμού; Γιατί η απάντηση δεν είναι λογική; Ποια άλλη στρατηγική θα μπορούσε να ακολουθηθεί;

Τέλος, η τεχνολογία μπορεί να υποστηρίξει τη μαθηματική διερεύνηση, χωρίς να υποκαταστήσει τη σκέψη. Οι δυναμικές κατασκευές, οι προσομοιώσεις και οι διαδραστικές δραστηριότητες μπορούν να βοηθήσουν τον μαθητή να διατυπώσει εικασίες, να μεταβάλει δεδομένα και να παρατηρήσει σχέσεις. Πρέπει, όμως, να ακολουθεί πάντοτε η εξήγηση και η μαθηματική αιτιολόγηση.

Όχι προετοιμασία για την PISA, αλλά διαφορετική μαθηματική παιδεία

Η απάντηση στα αποτελέσματα δεν μπορεί να είναι η μηχανική εξάσκηση σε περισσότερα θέματα τύπου PISA. Αν αυτά μετατραπούν σε ακόμη μία κατηγορία ασκήσεων και σε μια νέα τεχνική εξετάσεων, θα χαθεί το ουσιαστικό τους νόημα.

Το ζητούμενο είναι η μετάβαση από το «θυμάμαι και εφαρμόζω έναν τύπο» στο «κατανοώ, επιλέγω, αιτιολογώ και ελέγχω».
Αυτό δεν σημαίνει εγκατάλειψη της μαθηματικής θεωρίας και των βασικών τεχνικών. Αντίθετα, σημαίνει βαθύτερη κατάκτησή τους, ώστε ο μαθητής να μπορεί να χρησιμοποιεί τις γνώσεις του και έξω από το γνώριμο πλαίσιο μιας τυποποιημένης σχολικής άσκησης.

Η PISA δεν μετρά όλες τις μαθηματικές ικανότητες και ασφαλώς δεν αποτυπώνει ολόκληρη την ποιότητα ενός εκπαιδευτικού συστήματος. Οι αριθμοί της, όμως, δεν μπορούν να αγνοηθούν: 424 μονάδες έναντι 463 του ΟΟΣΑ, 49,5% των μαθητών κάτω από το βασικό επίπεδο και μόλις 2% στα υψηλότερα επίπεδα.

Ο πραγματικός στόχος δεν πρέπει να είναι απλώς μια καλύτερη θέση στην επόμενη κατάταξη. Πρέπει να είναι ένα σχολείο στο οποίο περισσότεροι μαθητές θα μπορούν να χρησιμοποιούν τα Μαθηματικά για να κατανοούν πληροφορίες, να αξιολογούν δεδομένα, να παίρνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις και να αντιμετωπίζουν προβλήματα.

Αν επιτευχθεί αυτό, θα βελτιωθούν και οι επιδόσεις στην PISA. Κυρίως, όμως, θα έχει βελτιωθεί η μαθηματική παιδεία των νέων.

Αιμίλιος Βλάστος

Μαθηματικός –Δ/ντής ΓΕΛ Προαστίου

Πηγή www.karditsalive.net