Η Ιατρική έχει αλλάξει εντυπωσιακά τις τελευταίες δεκαετίες. Οι διαγνωστικές εξετάσεις είναι ακριβέστερες, οι θεραπείες αποτελεσματικότερες και η τεχνολογία διαμεσολαβεί πλέον σχεδόν σε κάθε στάδιο της σχέσης γιατρού και ασθενούς. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, πολλοί από εμάς αναρωτιόμαστε εάν η Ιατρική χάνει σταδιακά το ανθρώπινο πρόσωπό της.
Με αφορμή το βιβλίο «Ανθρωπιστική Ιατρική: Από τον πατερναλισμό στην ασθενοκεντρικότητα» των Αναστάσιου Ε. Γερμενή και Φωτεινής Δεμπονέρα, που κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, ο Αναστάσιος Ε. Γερμενής μιλάει στο ERTNews για ορισμένα από τα σημαντικότερα διλήμματα της σύγχρονης Ιατρικής.
Γιατί πολλοί ασθενείς αισθάνονται ότι συναντούν πλέον ένα σύστημα και όχι έναν γιατρό που να αναλαμβάνει συνολικά την εμπειρία της αρρώστιας τους; Πώς επηρεάζουν την Ιατρική η τεχνολογία, η λογική της αποδοτικότητας και οι σύγχρονες οργανωτικές απαιτήσεις; Και πού βρίσκεται η ισορροπία ανάμεσα στην πολύτιμη πρόληψη και στην τάση να μετατρέπονται ολοένα περισσότερες πλευρές της ανθρώπινης ζωής σε ιατρικά ζητήματα;
Συνέντευξη στην Έφη Ζέρβα
Σε μια εποχή όπου η πρόοδος της Ιατρικής έχει αυξήσει εντυπωσιακά τις θεραπευτικές δυνατότητες, γιατί όλο και περισσότεροι ασθενείς αισθάνονται ότι η σχέση με τον γιατρό τους γίνεται όλο και πιο απρόσωπη;
Η θεραπευτική ισχύς της σύγχρονης Ιατρικής δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε καλύτερη φροντίδα του αρρώστου. Μπορεί να γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για τους μηχανισμούς της νόσου, να διαθέτουμε πολύ ακριβέστερες διαγνωστικές μεθόδους και αποτελεσματικότερες θεραπείες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο άρρωστος αισθάνεται πάντοτε πως τον ακούνε, τον κατανοούν και τον αναγνωρίζουν ως πρόσωπο. Κι αυτό δεν οφείλεται στο ότι οι γιατροί έγιναν λιγότερο ευαίσθητοι ως άνθρωποι. Οφείλεται στο ότι οι συνθήκες μέσα στις οποίες ασκείται η Ιατρική, έχουν αλλάξει ριζικά.
![Ανθρωπιστική ιατρική [Μέρος 1ο]: «Ο άρρωστος σήμερα συναντά ένα σύστημα»](https://www.ertnews.gr/wp-content/uploads/2026/05/img-3352-1-1024x709.jpeg)
Ο άρρωστος σήμερα δεν συναντά εύκολα έναν γιατρό που αναλαμβάνει συνολικά την εμπειρία της αρρώστιας του. Συναντά ένα σύστημα. Περνά από διαδοχικές ειδικότητες, εξετάσεις, πρωτόκολλα, ηλεκτρονικούς φακέλους, κατευθυντήριες οδηγίες και διοικητικές διαδικασίες. Η νόσος του μπορεί να αντιμετωπίζεται τεχνικά με μεγάλη επάρκεια κι ο ίδιος να αισθάνεται ότι δεν ακούγεται ως πρόσωπο. Ότι είναι ένας φάκελος, μια διάγνωση, ένα περιστατικό, μια απεικόνιση, ένας εργαστηριακός δείκτης.
Η κρίσιμη διάκριση είναι ότι ο ασθενής δεν βιώνει μόνο μια βιολογική διαταραχή. Βιώνει φόβο, αβεβαιότητα, αλλαγή της καθημερινότητάς του, εξάρτηση από άλλους και ανάγκη να καταλάβει τι του συμβαίνει. Όταν αυτά μένουν εκτός της ιατρικής συνάντησης, η θεραπεία μπορεί να είναι σωστή, αλλά η φροντίδα να βιώνεται ως ελλιπής.
Δεν πρόκειται για νοσταλγία μιας παλαιότερης Ιατρικής. Η τεχνολογία, η εξειδίκευση και η τεκμηριωμένη γνώση είναι αναντικατάστατες. Το ερώτημα είναι αν θα ενταχθούν στην υπηρεσία της φροντίδας ή αν θα την υποκαταστήσουν. Ο ασθενής δεν ζητά μόνο να εφαρμοστεί σωστά ένα θεραπευτικό σχήμα. Ζητά να καταλάβει ότι ο γιατρός του τον αναγνωρίζει ως συγκεκριμένο άνθρωπο, με ιστορία, αγωνίες και ανάγκη νοήματος.
Κατ’ αυτή την έννοια, η αίσθηση ότι η ιατρική συνάντηση γίνεται λιγότερο προσωπική δεν είναι απλώς πρόβλημα ευγένειας ή επικοινωνιακής δεξιότητας. Είναι αποτέλεσμα νέων υγειονομικών αναγκών, τεχνολογικής διαμεσολάβησης και ανασύνταξης των υπηρεσιών υγείας. Των παραγόντων, δηλαδή, που δημιουργούν το σύγχρονο ανθρωπιστικό έλλειμμα της Ιατρικής.
Στο βιβλίο σας υποστηρίζετε ότι η κρίση της ανθρωπιστικής Ιατρικής δεν είναι απλώς θέμα συμπεριφοράς των γιατρών αλλά κάτι βαθύτερο και δομικό. Θέλετε να μας πείτε περισσότερα;
Θα ήταν πολύ εύκολο, αλλά και αρκετά άδικο, να πούμε ότι η κρίση της ανθρωπιστικής Ιατρικής οφείλεται απλώς στο ότι οι γιατροί δεν αφιερώνουν αρκετό χρόνο, δεν επικοινωνούν σωστά ή δεν έχουν την αναγκαία ενσυναίσθηση. Αυτά ασφαλώς έχουν σημασία, αλλά δεν εξηγούν το πρόβλημα στην έκτασή του.
Η ανθρωπιστική Ιατρική δεν ασκείται σε κενό. Ασκείται μέσα στο πλαίσιο συγκεκριμένων θεσμών, μέσα σε νοσοκομεία, ασφαλιστικά συστήματα, διοικητικές διαδικασίες, πρωτόκολλα, ψηφιακές πλατφόρμες, χρόνους επίσκεψης και οικονομικούς περιορισμούς. Όλα αυτά καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το τι μπορεί να κάνει ο γιατρός και πώς το κάνει. Ένας γιατρός μπορεί να θέλει να ακούσει περισσότερο τον άρρωστο, αλλά να εργάζεται σε ένα πλαίσιο που του επιτρέπει ελάχιστα λεπτά ανά επίσκεψη, τον υποχρεώνει να κοιτάζει συνεχώς την οθόνη και τον αξιολογεί κυρίως με βάση δείκτες παραγωγικότητας.
Η κρίση, επομένως, είναι δομική επειδή αφορά την ίδια τη φυσιογνωμία της σύγχρονης Ιατρικής. Η εξειδίκευση, η τεχνολογία, η τυποποίηση, η βασιζόμενη σε ενδείξεις πρακτική και τα οργανωμένα συστήματα υγείας είναι μεγάλες κατακτήσεις. Ταυτόχρονα όμως μπορούν, αν λειτουργήσουν μηχανιστικά, να απομακρύνουν την Ιατρική από τη μοναδικότητα του συγκεκριμένου αρρώστου. Το ζήτημα δεν είναι να αρνηθούμε αυτά τα επιτεύγματα, αλλά να τα εντάξουμε σε μια φροντίδα που εξακολουθεί να βλέπει τον άνθρωπο πίσω από τη διάγνωση.
Γι’ αυτό και στο βιβλίο επιμένουμε ότι ο ανθρωπισμός της Ιατρικής δεν μπορεί πλέον να αναζητείται μόνο στον χαρακτήρα του γιατρού ή στην ποιότητα της διαπροσωπικής του συμπεριφοράς. Πρέπει να αναζητηθεί και στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται τα υγειονομικά συστήματα. Ένα σύστημα μπορεί να ευνοεί την εμπιστοσύνη, τη συνέχεια, την ακρόαση και τη φροντίδα. Μπορεί όμως και να παράγει κατακερματισμό, βιασύνη, αμυντική Ιατρική, εξουθένωση και απρόσωπη διαχείριση.
Άρα, η κρίση δεν εξηγείται με όρους ατομικής ευαισθησίας μόνο. Εξηγείται από τον τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη Ιατρική οργανώνει τον χρόνο, τη γνώση, την ευθύνη και τη σχέση με τον άρρωστο. Εκεί πρέπει να αναζητήσουμε και τις λύσεις.
Πόσο επηρεάζουν πλέον την Ιατρική όχι μόνο η επιστήμη αλλά και η οικονομία, η πολιτική και η λογική της αποδοτικότητας;
Η Ιατρική επηρεάζεται σήμερα βαθιά όχι μόνο από την επιστήμη, αλλά και από την οικονομία, την πολιτική και τη διοικητική λογική της αποδοτικότητας. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην αρνητικό. Κανένα σύστημα υγείας δεν έχει απεριόριστους πόρους. Η ορθολογική κατανομή τους, η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας, η αποφυγή της σπατάλης και η λογοδοσία είναι αναγκαίες προϋποθέσεις μιας δίκαιης φροντίδας.
![Ανθρωπιστική ιατρική [Μέρος 1ο]: «Ο άρρωστος σήμερα συναντά ένα σύστημα»](https://www.ertnews.gr/wp-content/uploads/2026/05/978-618-230-210-1-707x1024.jpg)
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αποδοτικότητα παύει να είναι εργαλείο και γίνεται κυρίαρχη αξία. Τότε ο άρρωστος κινδυνεύει να μετατραπεί σε κόστος, ο γιατρός σε επαγγελματία που αξιολογείται κυρίως από τον αριθμό των πράξεων και όχι από την ποιότητα της φροντίδας, η ιατρική πράξη σε καταχώριση και η φροντίδα σε διαχειριστική διαδικασία. Η Ιατρική όμως δεν είναι απλώς μηχανισμός παραγωγής υπηρεσιών. Είναι σχέση ευθύνης απέναντι σε ανθρώπους που βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης, φόβου και εξάρτησης.
Η οικονομία της υγείας επηρεάζει πλέον αποφασιστικά το τι θεωρείται εφικτό, τι αποζημιώνεται, τι προωθείται, τι μετριέται και τελικά τι αναγνωρίζεται ως σημαντικό. Αν ένα σύστημα μετρά κυρίως αριθμό επισκέψεων, χρόνο νοσηλείας, κόστος πράξης και συμμόρφωση σε δείκτες, τότε αυτά θα αρχίσουν να διαμορφώνουν και τη συμπεριφορά των επαγγελματιών υγείας. Ό,τι δεν μετριέται εύκολα, όπως η εμπιστοσύνη, η ακρόαση, η συνέχεια, η κατανόηση της αγωνίας του αρρώστου, κινδυνεύει να θεωρηθεί δευτερεύον.
Η πολιτική διάσταση είναι επίσης αναπόφευκτη. Οι αποφάσεις για την πρόληψη, την πρωτοβάθμια φροντίδα, τα φάρμακα, τις τεχνολογίες υψηλού κόστους, τη στελέχωση, τις αμοιβές, την πρόσβαση των ευάλωτων ομάδων και τα όρια της περίθαλψης δεν είναι ουδέτερες τεχνικές αποφάσεις. Εκφράζουν αξίες. Δείχνουν ποια ζωή προστατεύεται, ποια ανάγκη προηγείται, ποια μορφή φροντίδας θεωρείται άξια χρηματοδότησης.
Γι’ αυτό η ανθρωπιστική Ιατρική σήμερα δεν μπορεί να περιορίζεται στο αν ο γιατρός είναι ευγενικός ή ενσυναισθητικός. Πρέπει να ρωτά και αν οι θεσμοί μέσα στους οποίους εργάζεται επιτρέπουν πράγματι την άσκηση φροντίδας. Η μεγάλη πρόκληση είναι να μην αντιπαρατεθεί η επιστημονική Ιατρική στην οικονομική λογική, αλλά να τεθεί η οικονομική λογική υπό ηθικό και ανθρωπιστικό έλεγχο. Η αποδοτικότητα έχει νόημα μόνο όταν υπηρετεί τη δίκαιη και ανθρώπινη φροντίδα. Όταν την υποκαθιστά, γίνεται μέρος του προβλήματος.
Αναφέρεστε στην «ιατρικοποίηση» της ζωής. Τι εννοείτε; Υπάρχει κίνδυνος να αντιμετωπίζουμε ολοένα περισσότερες πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας ως ιατρικά προβλήματα;
Με τον όρο ιατρικοποίηση εννοούμε τη διαδικασία κατά την οποία όλο και περισσότερες ανθρώπινες καταστάσεις, εμπειρίες ή δυσκολίες περιγράφονται, ταξινομούνται και αντιμετωπίζονται ως ιατρικά προβλήματα. Καταστάσεις που άλλοτε θεωρούνταν μέρος της φυσιολογικής ποικιλομορφίας της ζωής, όπως ορισμένες μεταβολές του σώματος, της διάθεσης, της ηλικίας, της αναπαραγωγής ή της σεξουαλικότητας, π.χ. η φαλάκρα, οι διαταραχές της στύσης, το ύψος του σώματος, η εμμηνόπαυση κ.ά., μεταφέρονται σταδιακά στο πεδίο της διάγνωσης, της πρόληψης και της θεραπείας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι καταστάσεις αυτές δεν προκαλούν πραγματική δυσφορία ή ότι δεν χρειάζονται ποτέ ιατρική φροντίδα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο. Πότε η Ιατρική ανακουφίζει έναν άνθρωπο που υποφέρει και πότε διευρύνει υπερβολικά την εξουσία της πάνω στη ζωή, μετατρέποντας τη φυσιολογική ανθρώπινη ευαλωτότητα σε νόσο. Η Ιατρική έχει καθήκον να θεραπεύει, αλλά και να μη μετατρέπει άσκοπα σε νόσο κάθε μορφή ανθρώπινης δυσκολίας, ευαλωτότητας ή φυσιολογικής απόκλισης.
Ο κίνδυνος είναι να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε την υγεία όχι ως δυνατότητα ζωής μέσα σε όρια, αλλά ως διαρκές σχέδιο βελτιστοποίησης. Να μη θέλουμε απλώς να θεραπεύσουμε τον άρρωστο, αλλά να διορθώσουμε τον φυσιολογικό άνθρωπο, να μειώσουμε κάθε κίνδυνο, να εξαλείψουμε κάθε απόκλιση, να προλάβουμε κάθε πιθανή μελλοντική βλάβη. Έτσι, η Ιατρική μπορεί να μετατραπεί από τέχνη φροντίδας σε μηχανισμό συνεχούς επιτήρησης της ζωής.
![Ανθρωπιστική ιατρική [Μέρος 1ο]: «Ο άρρωστος σήμερα συναντά ένα σύστημα»](https://www.ertnews.gr/wp-content/uploads/2026/05/goya-2-702x1024.jpeg)
Εδώ βρίσκεται η ανθρωπιστική σημασία του θέματος. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να αισθάνεται ότι είναι μονίμως ανεπαρκής, προνοσηρός ή υπό παρακολούθηση. Η πρόληψη είναι πολύτιμη, αλλά όταν γίνεται υπερβολική μπορεί να παράγει άγχος, εξάρτηση από εξετάσεις, περιττές θεραπείες και νέες μορφές ανισότητας. Η ανθρωπιστική Ιατρική οφείλει να διακρίνει την πραγματική ανάγκη φροντίδας από την τεχνητή διεύρυνση του πεδίου της νόσου.
Επομένως, ναι, υπάρχει κίνδυνος να αντιμετωπίζουμε ολοένα περισσότερες πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας ως ιατρικά προβλήματα. Η απάντηση όμως δεν είναι να αρνηθούμε τη θεραπευτική δύναμη της Ιατρικής. Είναι να τη συνοδεύσουμε με μεγαλύτερη κριτική αυτοσυνειδησία. Να την κάνουμε να μπορεί να διακρίνει πότε μια διάγνωση, μια εξέταση ή μια θεραπεία προσθέτει πραγματικό όφελος στη ζωή του ανθρώπου και πότε απλώς επεκτείνει την ιατρική εξουσία πάνω σε μια κατάσταση που θα μπορούσε να γίνει κατανοητή και με άλλους τρόπους.
Σήμερα η σύγχρονη Ιατρική δημιουργεί ακόμη και «ασθενείς σε αναμονή», ανθρώπους δηλαδή που είναι υγιείς αλλά γνωρίζουν ότι ίσως νοσήσουν στο μέλλον. Πώς επηρεάζει αυτό τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την υγεία και την ασθένεια;
Οι «ασθενείς σε αναμονή» είναι μία από τις πιο χαρακτηριστικές συνέπειες της σύγχρονης προγνωστικής Ιατρικής. Πρόκειται για ανθρώπους που δεν νοσούν με την κλασική έννοια, δεν έχουν δηλαδή απαραίτητα συμπτώματα ή έκδηλη νόσο, αλλά γνωρίζουν ότι φέρουν έναν γενετικό, βιολογικό ή απεικονιστικό δείκτη που αυξάνει την πιθανότητα να νοσήσουν στο μέλλον. Έτσι, βρίσκονται σε μια ενδιάμεση κατάσταση. Δεν είναι ακριβώς άρρωστοι, αλλά δεν αισθάνονται πια και απολύτως υγιείς.
Αυτό αλλάζει βαθιά την έννοια της νόσου. Η νόσος δεν βιώνεται πλέον μόνο ως παρούσα κατάσταση, αλλά και ως υπολογισμός μελλοντικού κινδύνου. Ο άνθρωπος αρχίζει να ζει όχι μόνο με αυτό που έχει, αλλά και με αυτό που ενδέχεται να εμφανίσει. Η πιθανότητα αποκτά σχεδόν υπαρξιακό βάρος. Ένα ποσοστό κινδύνου μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις του ατόμου για την οικογένεια, την εργασία, την τεκνοποίηση, την ασφάλιση, ακόμη και την αυτοεικόνα του.
Το ανθρωπιστικό πρόβλημα ξεκινάει από το γεγονός ότι ο κίνδυνος δεν είναι μια ουδέτερη πληροφορία. Η γνώση ενός κινδύνου μπορεί να βοηθήσει, γιατί επιτρέπει την πρόληψη, την παρακολούθηση και την έγκαιρη παρέμβαση. Μπορεί όμως και να εγκλωβίσει τον άνθρωπο σε μια διαρκή κατάσταση αναμονής, άγχους και αυτοπαρατήρησης. Ο ασθενής σε αναμονή ζει συχνά με ένα μέλλον που δεν έχει ακόμη συμβεί, αλλά ήδη οργανώνει το παρόν του.
Γι’ αυτό η προγνωστική Ιατρική απαιτεί ιδιαίτερη ανθρωπιστική μέριμνα. Δεν αρκεί να ανακοινώνουμε έναν γενετικό ή βιολογικό κίνδυνο σαν να μεταδίδουμε απλώς μια τεχνική πληροφορία. Χρειάζεται ερμηνεία, συμβουλευτική, σεβασμός στο δικαίωμα του ανθρώπου να γνωρίζει αλλά και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στο δικαίωμά του να μη γνωρίζει. Χρειάζεται επίσης προσοχή, ώστε ο κίνδυνος να μη μετατρέπεται αυτομάτως σε ταυτότητα. Ο άνθρωπος δεν είναι η μετάλλαξή του, ο δείκτης του ή η πιθανότητά του.
Η μεγάλη πρόκληση είναι να χρησιμοποιήσουμε την προγνωστική δύναμη της Ιατρικής χωρίς να μετατρέψουμε τη ζωή σε διαρκή προνοσηρή κατάσταση. Η πρόληψη είναι πολύτιμη, αλλά πρέπει να υπηρετεί την ελευθερία και την ασφάλεια του ανθρώπου, όχι να παράγει έναν νέο τύπο μόνιμης ανησυχίας. Η ανθρωπιστική Ιατρική οφείλει να τηρεί αυτή την ισορροπία. Να αξιοποιεί τη γνώση του κινδύνου, χωρίς να αφήνει τον άνθρωπο να ταυτίζεται με τον κίνδυνο.
Γράφετε ότι αλλάζουν ακόμη και οι ίδιες οι έννοιες της υγείας, της αρρώστιας και της φροντίδας. Τι ακριβώς εννοείτε;
Εννοώ ότι η σύγχρονη Ιατρική δεν μεταβάλλει μόνο τις θεραπείες ή τις τεχνολογίες της. Μεταβάλλει και τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε βασικές έννοιες, όπως η υγεία, η νόσος, η αρρώστια και η φροντίδα. Παλαιότερα ήταν ευκολότερο να θεωρήσουμε την υγεία ως απουσία νόσου και την ιατρική φροντίδα ως θεραπευτική παρέμβαση όταν εμφανιστεί ένα πρόβλημα. Σήμερα αυτό το σχήμα δεν επαρκεί.
Η υγεία δεν νοείται πλέον μόνο ως φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού. Συνδέεται με την ικανότητα του ανθρώπου να ζει, να εργάζεται, να σχετίζεται, να αυτονομείται, να συμμετέχει στην κοινωνική ζωή και να επιδιώκει τους σκοπούς του. Γι’ αυτό και στο βιβλίο αντιπαρατίθεται ο βιοϊατρικός ορισμός της υγείας ως απουσίας νόσου με μια κοινωνικοανθρωπιστική αντίληψη, όπου η υγεία αφορά τη δυνατότητα δράσης μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο.
Αντίστοιχα, η αρρώστια δεν ταυτίζεται πλήρως με τη νόσο. Η νόσος είναι αυτό που μπορεί να περιγραφεί βιολογικά, να μετρηθεί, να απεικονιστεί, να ταξινομηθεί. Η αρρώστια είναι το πώς βιώνει ο άνθρωπος αυτή τη διαταραχή. Δύο άνθρωποι με την ίδια διάγνωση μπορεί να ζουν εντελώς διαφορετικές εμπειρίες, ανάλογα με την ηλικία, την οικογένεια, την εργασία, την οικονομική τους κατάσταση, τις αξίες τους, τους φόβους τους και τις προσδοκίες τους.
Αλλάζει και η έννοια της φροντίδας. Δεν περιορίζεται πλέον στην εφαρμογή μιας θεραπείας. Περιλαμβάνει πρόληψη, παρακολούθηση, αποκατάσταση, ανακούφιση, επικοινωνία, σεβασμό των προτιμήσεων του αρρώστου, συνέχεια στη σχέση με το σύστημα υγείας και προστασία από περιττές ή δυσανάλογες παρεμβάσεις. Σε μια εποχή χρόνιων νοσημάτων, πολυνοσηρότητας, γήρανσης του πληθυσμού, προγνωστικών ελέγχων και ασθενών σε αναμονή, η φροντίδα γίνεται πολύ πιο σύνθετη από την κλασική θεραπεία ενός οξέος επεισοδίου.
Άρα, όταν λέμε ότι αλλάζουν αυτές οι έννοιες, δεν κάνουμε μια θεωρητική παρατήρηση αλλά περιγράφουμε μια θεμελιακού επιπέδου αλλαγή στην Ιατρική. Ο γιατρός δεν καλείται μόνο να εντοπίσει και να θεραπεύσει μια διαταραχή. Καλείται να κατανοήσει πώς η διαταραχή αυτή, ή ακόμη και ο κίνδυνος μιας μελλοντικής νόσου, εντάσσεται στη ζωή ενός συγκεκριμένου ανθρώπου.
Τι σημαίνει όμως στην πράξη ανθρωπιστική Ιατρική; Ποια χαρακτηριστικά ξεχωρίζουν έναν γιατρό που βλέπει πίσω από τη διάγνωση τον άνθρωπο και γιατί η φροντίδα δεν εξαντλείται στη σωστή θεραπεία;
Αύριο, στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης, ο Αναστάσιος Ε. Γερμενής εξηγεί τι χαρακτηρίζει έναν γιατρό που ασκεί ανθρωπιστική Ιατρική και μιλά για την ακρόαση, την ενσυναίσθηση, τη γλώσσα των γιατρών, τους «δύσκολους» ασθενείς και τις προκλήσεις της καθημερινής κλινικής πράξης.
Ο Αναστάσιος Γερμενής είναι Ομότιμος Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Αντεπιστέλλον Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και Μέλος του Συμβουλίου Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κεφαλονιά, σπούδασε Ιατρική και ειδικεύθηκε στην Παθολογία και την Ανοσολογία. Εκτός από τα επιστημονικά και ακαδημαϊκά του ενδιαφέροντα, ασχολείται με τη φιλοσοφία της επιστήμης και με την ποίηση, έχοντας εκδώσει σχετικά βιβλία και ποιητικές συλλογές. Το φωτογραφικό υλικό των έργων του κειμένου παραχωρήθηκε από τον ίδιο.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος














