Στο Θησείο υπάρχουν ακόμη κάποια σπίτια που μοιάζουν να αντιστέκονται διακριτικά στον χρόνο. Δεν κρατούν μόνο τα αρχιτεκτονικά τους χαρακτηριστικά αλλά και μια αίσθηση συνέχειας, σαν να έχουν απορροφήσει όλη τη ζωή που πέρασε από μέσα τους. Το σπίτι της Ξένιας Ραπτοπούλου και του Χαράλαμπου Φωκά είναι ένα από αυτά. Το θαύμαζα απ’ έξω, όμως η πραγματική έκπληξη με περίμενε στο εσωτερικό του.
Μπαίνοντας, το βλέμμα ανεβαίνει σχεδόν αυτόματα στα ψηλά ταβάνια που μοιάζουν να σε τραβούν προς τα πάνω. Έπειτα συναντά το φως που μπαίνει από τα μεγάλα ανοίγματα, στέκεται για λίγο στις βιβλιοθήκες που φτάνουν σχεδόν μέχρι το ταβάνι και καταλήγει στα ξύλινα πατώματα που έχουν αποκτήσει τη ζεστασιά που μόνο ο χρόνος μπορεί να χαρίσει.
Η πρώτη αίσθηση είναι πως βρίσκομαι σε ένα σπίτι που δεν χτίστηκε γύρω από μια αισθητική αλλά γύρω από τη ζωή που απλώθηκε μέσα του.
Βιβλία, φωτογραφίες, κεραμικά, μικρά αναμνηστικά, παλιά αντικείμενα και έργα τέχνης συνυπάρχουν χωρίς καμία επιτήδευση. Οι λεπτομέρειες μαρτυρούν ταξίδια, φιλίες, οικογενειακές ιστορίες και διαφορετικές περιόδους ζωής.
«Μα πού το βρήκατε αυτό το διαμάντι;» είναι το πρώτο πράγμα που τους ρωτώ. Φαίνεται πως εκείνοι είδαν κάτι που εγώ θα είχα προσπεράσει. Η Ξένια χαμογελάει. Ήταν το 2004. Έψαχναν σε διάφορες περιοχές και είχαν ήδη δει πολλά σπίτια. Αυτό τους το έδειξε ένας μεσίτης κάπως διστακτικά. «Είναι πάνω από το budget σας, αλλά ελάτε να το δείτε», τους είπε. Και το είδαν. Παρότι κουρασμένο, τους φάνηκε ευκαιρία εξ ουρανού. «Δώσαμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε από οικονομίες και αποφασίσαμε ότι θα το φτιάχνουμε αργά, με τον δικό μας ρυθμό», θυμάται η Ξένια.
Δεν ήθελαν να επέμβουν βίαια πάνω στο σπίτι. Ήθελαν να το κάνουν πιο λειτουργικό χωρίς να χάσει τον χαρακτήρα του. Για δύο χρόνια βρισκόταν σε μόνιμη ανακαίνιση. Τοίχοι γκρεμίζονταν, δωμάτια άλλαζαν μορφή, μπάζα και σκόνη γέμιζαν τους χώρους.
Κοιτάζοντας γύρω μου, της λέω ότι μου αρέσει κάτι πολύ συγκεκριμένο: δεν υπάρχουν στυλιζαρισμένες γωνιές, ούτε αντικείμενα που μοιάζουν να τοποθετήθηκαν λίγο πριν από τη φωτογράφιση.
Αντίθετα, κάθε δωμάτιο αποπνέει μια αίσθηση φυσικότητας. Για μια στιγμή σκέφτηκε κι εκείνη μήπως έπρεπε να το «συμμαζέψει» περισσότερο πριν από τη φωτογράφιση. Τελικά προτίμησε να το αφήσει, λέει. Και ίσως εκεί να βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της γοητείας του.
Οι μεγάλες ξύλινες βιβλιοθήκες αποκαλύπτουν ανθρώπους που αγαπούν βαθιά το διάβασμα. Βιβλία, φωτογραφίες, κεραμικά, μικρά αναμνηστικά, παλιά αντικείμενα και έργα τέχνης συνυπάρχουν χωρίς καμία επιτήδευση. Οι λεπτομέρειες μαρτυρούν ταξίδια, φιλίες, οικογενειακές ιστορίες και διαφορετικές περιόδους ζωής.
Στο σαλόνι, ένας επιβλητικός μπουφές γεμάτος ποτήρια και μπουκάλια τραβάει αμέσως το βλέμμα. Ήρθε από τη Ρώμη. Οι πολυθρόνες προέρχονται από τα πατρικά τους σπίτια.
Η Ξένια μου λέει ότι, πέρα από έναν κόκκινο βελούδινο καναπέ IKEA, δεν αγόρασαν σχεδόν τίποτα για το σπίτι. Το ακούω και δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Ο χώρος είναι γεμάτος, πλούσιος, ζεστός. Κι όμως, τα περισσότερα έπιπλα ήρθαν από τα πατρικά τους σπίτια και κυρίως από τη Ρώμη, όπου έζησε ο Μπάμπης τα παιδικά του χρόνια.
Η μητέρα του είχε μεγάλη αγάπη για τις αντίκες και μια σπάνια ικανότητα να αναγνωρίζει την ομορφιά στα αντικείμενα που αντέχουν στον χρόνο. Πολλά από τα «βαριά» έπιπλα του σπιτιού, οι μπουφέδες, οι βιβλιοθήκες και διάφορα μικρότερα αντικείμενα έκαναν τη διαδρομή από την Ιταλία και βρήκαν τελικά τη θέση τους στο Θησείο.
Ίσως γι’ αυτό το σπίτι έχει μια τόσο ιδιαίτερη αίσθηση. Δεν μοιάζει να επιπλώθηκε αλλά να μεγάλωσε μαζί με τα πράγματα που κατοικούν μέσα του. Κάθε αντικείμενο έφτασε εδώ έχοντας ήδη ζήσει μια ολόκληρη ζωή.
Η καρδιά του σπιτιού βρίσκεται στην κουζίνα. Το καταλαβαίνω αμέσως μόλις καθίσω στο μεγάλο τραπέζι της. Είναι ένας χώρος φτιαγμένος για να συγκεντρώνει ανθρώπους. Για πρωινούς καφέδες, για γεύματα που κρατούν ώρες, για συζητήσεις που ξεκινούν από κάτι ασήμαντο και καταλήγουν σε εξομολογήσεις.
Η Ξένια μού φτιάχνει έναν καφέ κι εγώ σχεδόν ασυναίσθητα βολεύομαι εκεί, σαν να ήμουν παλιά γνώριμη. Με το χαρακτηριστικό κόκκινο δάπεδο, τα ανοιχτά ράφια γεμάτα μπαχαρικά και εργαλεία μαγειρικής, τα πιάτα στους τοίχους και το βαθύ μπορντό ψυγείο, η κουζίνα μοιάζει να συμπυκνώνει όλη τη φιλοσοφία του σπιτιού. Δεν είναι μια φωτογενής κουζίνα που χρησιμοποιείται δύο φορές τον μήνα αλλά ένας χώρος στον οποίο ζει καθημερινά μια οικογένεια.
Μου δείχνει με περηφάνια τα κεραμικά που έφερε η μητέρα του Μπάμπη από τη νότια Ιταλία, μικρά κομμάτια μιας άλλης εποχής που έχουν και σημαντική συλλεκτική αξία. Κάποτε σκέφτηκε να τα δωρίσει σε μουσείο. Τελικά άλλαξε γνώμη. «Δεν ήθελα να καταλήξουν σε κάποια αποθήκη». Έχει δίκιο. Εδώ δεν αντιμετωπίζονται ως μουσειακά ευρήματα αλλά ως κομμάτια μιας ζωντανής οικογενειακής αφήγησης.
Ένας μεγάλος παλιός χάρτης που καλύπτει σχεδόν ολόκληρο τον τοίχο τραβάει επίσης το βλέμμα. Είναι κι αυτός οικογενειακό κειμήλιο. Με τις μικρές φθορές του και την πατίνα του χρόνου, μοιάζει περισσότερο με φορέα μνήμης παρά με διακοσμητικό αντικείμενο. Σαν να κουβαλάει πάνω του διαδρομές, μετακινήσεις και ιστορίες πολλών γενεών.
Κάποια στιγμή η συζήτηση φτάνει στην ανακαίνιση. Με τη βοήθεια του αρχιτέκτονα Αλέξανδρου Μαγκανιώτη οι χώροι σχεδιάστηκαν ξανά χωρίς να χαθεί η ψυχή του σπιτιού. Αντίθετα, η νέα διάταξη ανέδειξε ακόμη περισσότερο το βασικό χαρακτηριστικό του: τη συνάντηση. Γιατί όλα εδώ οδηγούν τελικά στο ίδιο σημείο: στο τραπέζι, στο φαγητό, στην κουβέντα, στη συνύπαρξη. Όσο περνά η ώρα, το καταλαβαίνω όλο και περισσότερο.
Η συζήτησή μας είναι χαλαρή. Μιλάμε για τα τρία παιδιά τους, για ταξίδια, για φίλους, για ιστορίες που μαζεύτηκαν με τα χρόνια. Ο σκύλος περνά ανάμεσά μας κάθε τόσο σαν οικοδεσπότης που θέλει να βεβαιωθεί ότι όλα κυλούν ομαλά, ενώ η γάτα, που ήρθε από την Αστυπάλαια, έχει ήδη καταλάβει τον καναπέ σαν να της ανήκε πάντα. Ο μικρότερος γιος τους πηγαινοέρχεται αδιάφορα, όπως συμβαίνει σε όλα τα σπίτια που λειτουργούν κανονικά και δεν προσπαθούν να εντυπωσιάσουν κανέναν, και κάπου εκεί καταλαβαίνω πως η μεγαλύτερη γοητεία αυτού του σπιτιού δεν βρίσκεται ούτε στα έπιπλα ούτε στην αρχιτεκτονική του. Βρίσκεται στη ζωή.
Για κάποια χρόνια έμεινε κλειστό. Η οικογένεια μετακόμισε στην Αγγλία λόγω της δουλειάς του Μπάμπη. Όμως το σπίτι στο Θησείο παρέμεινε η σταθερή τους αναφορά στην Ελλάδα.
Στο μεταξύ, η Ξένια δημιούργησε στην Αγγλία ένα ιδιαίτερο café, το Woodstock, σε ένα κουκλίστικο χωριό στα Cotswolds, μισή ώρα έξω απ’ την Οξφόρδη. Το έχει περίπου 10 χρόνια και καμαρώνει για τον ποιοτικό καφέ του, που το έκανε σημείο συνάντησης ανθρώπων από διαφορετικές χώρες και κουλτούρες. Είναι ένας χώρος που έχει πολλά κοινά με το σπίτι της: φιλοξενία, ζεστασιά και αληθινή επαφή.
Σήμερα η βάση τους βρίσκεται ξανά εδώ. Ρωτώ την Ξένια τι σημαίνει για εκείνη το σπίτι. «Επιστροφή». Ο Μπάμπης χαμογελά. «Άγκυρα». Δύο λέξεις διαφορετικές αλλά βαθιά συγγενικές. Στο σπίτι τους είδα ακριβώς αυτό: μια άγκυρα και μια επιστροφή. Στις βιβλιοθήκες, στα κεραμικά, στις φθορές του ξύλου, στα ζώα που κυκλοφορούν ελεύθερα ανάμεσα στους ανθρώπους, στις φωτογραφίες και στις ιστορίες που ακούγονται γύρω από το τραπέζι.
Όσο τους παρατηρώ, έχω την αίσθηση ότι έχουν καταφέρει κάτι που δεν συναντάς συχνά. Μια ήσυχη συμμαχία. Έναν κοινό τρόπο να κατοικούν τον κόσμο. Σαν ένα διακριτικό, σχεδόν συνωμοτικό κλείσιμο του ματιού που μεταφέρεται από σπίτι σε σπίτι, από χώρα σε χώρα, από περίοδο ζωής σε περίοδο ζωής, χωρίς να χάνει ποτέ τη δύναμή του.
Έφυγα με την αίσθηση ότι αυτό που κάνει ένα σπίτι όμορφο δεν είναι η τελειότητα αλλά η ζωή που έχει καταφέρει να χωρέσει μέσα του. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο μυστικό κάθε αληθινά όμορφου σπιτιού: δεν το δημιουργούν τα έπιπλα, τα χρώματα ή τα τετραγωνικά του. Το δημιουργούν οι άνθρωποι που το κατοικούν. Από αυτούς αποκτά χαρακτήρα. Και στο σπίτι της Ξένιας και του Μπάμπη ένιωσα ότι όλα αυτά δεν ήταν διακοσμητικά στοιχεία αλλά τρόπος ζωής.















