Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Ένα όνομα που δεν φαινόταν με γυμνό μάτι έλυσε το μυστήριο ενός πίνακα 113 ετών


Ένα όνομα γραμμένο με μολύβι στην πίσω πλευρά ενός πίνακα είχε ξεθωριάσει τόσο, ώστε δεν μπορούσε πλέον να διαβαστεί με γυμνό μάτι. Όταν όμως οι ερευνητές του Art Institute of Chicago εξέτασαν το έργο με υπέρυθρη φωτογράφηση, τα γράμματα εμφανίστηκαν ξανά: Πωλ Σιτροέν.

Το εύρημα αποδείχθηκε καθοριστικό για την έρευνα γύρω από το Woman with a Fan, έναν πίνακα που φιλοτέχνησε το 1913 ο Γάλλος ζωγράφος και θεωρητικός του κυβισμού Ζαν Μετζενζέ. Ο Πωλ Σιτροέν, έμπορος τέχνης και συγγενής του Εμάνουελ Λέβενσταϊν, είχε αποκτήσει το έργο το 1919. Εννέα χρόνια αργότερα το πούλησε στον Λέβενσταϊν, Εβραίο συλλέκτη στο Άμστερνταμ και διευθυντή εταιρείας ραπτομηχανών.

Το όνομα στην πίσω πλευρά του πίνακα ήταν το στοιχείο που έλειπε από τους ερευνητές. Ο Σιτροέν ήταν ο βασικός προμηθευτής έργων τέχνης του Λέβενσταϊν και η σημείωση επέτρεψε στο μουσείο να συνδέσει για πρώτη φορά με βεβαιότητα το συγκεκριμένο έργο με τη συλλογή της οικογένειας.

Μετά τον θάνατο του Λέβενσταϊν το 1930, η χήρα του πιστεύεται ότι παρέδωσε τον πίνακα, μαζί με άλλα έργα, στο Stedelijk Museum του Άμστερνταμ για φύλαξη. Μέχρι το 1940 είχε πεθάνει και εκείνη, ενώ τα παιδιά τους είχαν εγκαταλείψει την Ολλανδία.

Τον Οκτώβριο του 1940, λίγους μήνες μετά τη ναζιστική εισβολή στην Ολλανδία, το Woman with a Fan εμφανίστηκε σε δημοπρασία στο Άμστερνταμ μαζί με άλλα έργα της συλλογής. Δεν έχει εξακριβωθεί ποιος παρέδωσε τον πίνακα στον οίκο δημοπρασιών ούτε κάτω από ποιες ακριβώς συνθήκες έγινε η πώληση.

Το Art Institute of Chicago κατέληξε, ωστόσο, ότι η πώληση ήταν αποτέλεσμα της ναζιστικής δίωξης της οικογένειας και πρέπει επομένως να θεωρηθεί αναγκαστική. Ο Jacques Schuhmacher, επικεφαλής της έρευνας προέλευσης του μουσείου, εξήγησε ότι, ελλείψει στοιχείων που να δείχνουν το αντίθετο, ο πίνακας είτε κατασχέθηκε είτε πουλήθηκε υπό πίεση.

Το αχνό όνομα δεν αρκούσε από μόνο του για να αποδείξει όλη τη διαδρομή του έργου. Έδωσε όμως στους ερευνητές το νήμα που χρειάζονταν για να προχωρήσουν σε εκτεταμένη έρευνα στα ολλανδικά αρχεία. Εντόπισαν έγγραφα του Σιτροέν που επιβεβαίωναν την πώληση του πίνακα στον Λέβενσταϊν το 1928, καθώς και τον κατάλογο της δημοπρασίας του 1940 και δημοσίευμα ολλανδικής εφημερίδας της ίδιας εποχής. Οι διαστάσεις που καταγράφονταν στα αρχεία ταίριαζαν με εκείνες του πίνακα που βρισκόταν στο Σικάγο.

Το έργο επανεμφανίστηκε στην αγορά τέχνης τη δεκαετία του 1950, πέρασε από γκαλερί στο Παρίσι και τη Νέα Υόρκη και το 1959 δωρήθηκε στο Art Institute of Chicago από το ζεύγος Kunstadter. Έμεινε στη συλλογή του μουσείου επί δεκαετίες, παρά τα σημαντικά κενά που υπήρχαν στην καταγεγραμμένη διαδρομή του κατά τα χρόνια του πολέμου.

Το μουσείο αποφάσισε τώρα να το επιστρέψει στους κληρονόμους του Λέβενσταϊν. Ο πίνακας έχει ήδη αποσυρθεί από την έκθεση και το Art Institute οργανώνει την παράδοσή του στην οικογένεια.

Την απόφαση χαιρέτισε ο Στιούαρτ Αϊζενστατ, ο Αμερικανός διπλωμάτης που πρωτοστάτησε στη διαμόρφωση των Αρχών της Ουάσιγκτον του 1998 για τα έργα τέχνης που είχαν κατασχεθεί από τους Ναζί. Χαρακτήρισε τη συνεργασία του μουσείου με τους εκπροσώπους των κληρονόμων πρότυπο για την έρευνα προέλευσης και την επιστροφή έργων τέχνης.

Η οικογένεια Λέβενσταϊν έχει ήδη ανακτήσει ακόμη ένα έργο από την ίδια δημοπρασία του 1940: το The Colourful Life του Βασίλι Καντίνσκι, του 1907, το οποίο βρισκόταν για περισσότερα από 50 χρόνια στη Lenbachhaus του Μονάχου. Ο πίνακας πρόκειται να δημοπρατηθεί από τον Christie’s στο Λονδίνο στις 14 Οκτωβρίου, με εκτίμηση άνω των 30 εκατ. δολαρίων.

Η προσπάθεια να εντοπιστούν τα έργα που χάθηκαν από τη συλλογή Λέβενσταϊν απέχει πολύ από το τέλος της. Σύμφωνα με τη Mondex Corporation, που ειδικεύεται στον εντοπισμό έργων τα οποία λεηλατήθηκαν ή χάθηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο, οι κληρονόμοι εξακολουθούν να αναζητούν περίπου 100 έργα.

Στην περίπτωση του Woman with a Fan, πάντως, ένα από τα χαμένα νήματα βρισκόταν επί δεκαετίες πάνω στον ίδιο τον πίνακα: λίγα γράμματα με μολύβι στην πίσω πλευρά του, σχεδόν αόρατα στο ανθρώπινο μάτι.

Με στοιχεία από The Art Newspaper, Art Institute of Chicago



Πηγή: www.lifo.gr