Ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Πασχάλης ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Η δουλειά του συνδυάζει την αρχιτεκτονική με το σχέδιο και τα κόμικς, αξιοποιώντας το σκίτσο ως βασικό μέσο για να εξερευνήσει τον χώρο, την αφήγηση και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν το αστικό περιβάλλον. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο Πατρών και, παρότι η επαγγελματική του πορεία ξεκίνησε σε αρχιτεκτονικά γραφεία, σταδιακά στράφηκε σε μια πιο προσωπική δημιουργική πρακτική όπου η αρχιτεκτονική συναντά την εικονογραφημένη αφήγηση.
Στα κόμικς του χρησιμοποιεί φανταστικά σενάρια για να εξετάσει πώς οι πόλεις και τα κτίρια επηρεάζουν την κοινωνική ζωή και την καθημερινότητα. Με εργαλεία όπως το μολύβι, το μελάνι και το κολάζ, δημιουργεί εικόνες στις οποίες η αρχιτεκτονική σκέψη και η αφήγηση αναπτύσσονται παράλληλα.
Η διπλωματική του εργασία με τίτλο «A.C. 210(0)» (2024) επικεντρώνεται σε μια αθηναϊκή πολυκατοικία και εξετάζει πώς αυτή θα μπορούσε να μεταμορφωθεί στο μέλλον εξαιτίας της κλιματικής κρίσης και της αυξανόμενης θερμοκρασίας στην πόλη. Μέσα από ένα υποθετικό, σχεδόν κινηματογραφικό σενάριο, διερευνά τον τρόπο με τον οποίο η ακραία ζέστη μπορεί να αλλάξει τόσο την αρχιτεκτονική όσο και τον τρόπο κατοίκησης στην Αθήνα.
Παράλληλα, έχει δημιουργήσει έργα όπως το «Concrete Diver» (2025) και το «ASTY» (2026), κόμικς με δυστοπικό χαρακτήρα που ασχολούνται με την υπερανάπτυξη των πόλεων και τις πιέσεις της σύγχρονης αστικής ζωής.
Ζω στην Αθήνα και αποδέχομαι την τάση της να με εκπλήσσει διαρκώς, χωρίς ποτέ να με αφήνει να βαριέμαι ή να στερούμαι υλικό για μελέτη και παρατήρηση. Με όλα τα θετικά και τα αρνητικά που έχει να προσφέρει, κατοικώ σε αυτή την πόλη και η επίγευση που μου αφήνει είναι, τελικά, γλυκιά.
Το «ASTY» τοποθετείται στην Αθήνα του 2999, σε μια πόλη που έχει επεκταθεί τόσο πολύ ώστε έχει εξαντλήσει τους φυσικούς της πόρους αλλά και τους ίδιους τους κατοίκους της. Μέσα από αυτήν τη φανταστική ιστορία, σχολιάζει ζητήματα όπως η αστικοποίηση, η δόμηση και η συνεχής μεταμόρφωση του αστικού τοπίου.
— Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το «ASTY»;
Μέσα από την έντονη αίσθηση ασφυξίας που προκαλεί η σύγχρονη ζωή στην Αθήνα. Ο προσωπικός χώρος μετατρέπεται ολοένα περισσότερο σε προϊόν πολυτέλειας, ενώ η καθημερινή εμπειρία της πόλης, η χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς σε ώρες αιχμής, η αδιάκοπη οδική συμφόρηση και η αίσθηση ότι δεν μπορείς πραγματικά να ξεφύγεις από αυτή την κατάσταση δημιουργεί ένα περιβάλλον διαρκούς πίεσης και άγχους. Μέσα από αυτές τις συνθήκες προέκυψε η ανάγκη να εκφράσω τις ανησυχίες μου γύρω από την Αθήνα και την κατεύθυνση προς την οποία εξελίσσεται.
— Ποια ήταν η πρώτη εικόνα ή σκηνή που είχες στο μυαλό σου όταν ξεκίνησες να δουλεύεις το έργο;
Μια φανταστική σκηνή παραλίας, δίπλα στην οποία υψώνεται ένας ατελείωτος «τοίχος» από ουρανοξύστες, δημιουργώντας μια απότομη και σχεδόν ασφυκτική μετάβαση από το φυσικό τοπίο στην πυκνή αστική δόμηση.
— Με ποιους τρόπους η αρχιτεκτονική σου παιδεία επηρέασε τον τρόπο που σχεδίασες τον κόσμο του «ASTY»;
Στην πρακτική μου, τα πάντα καταλήγουν να μεταφράζονται σε χώρο, κάτι που πηγάζει από την αρχιτεκτονική μου εκπαίδευση. Το ίδιο συνέβη και στην περίπτωση του «ASTY». Η ιδέα της υπερβολικής δόμησης μετατράπηκε σε χώρο, έγινε εικόνα και, μέσα από αυτήν τη διαδικασία, διαμόρφωσε και την ίδια την πλοκή.
— Πώς αλλάζει η ματιά σου στην Αθήνα όταν την προσεγγίζεις ως αρχιτέκτονας και πώς όταν την προσεγγίζεις ως αφηγητής;
Η σχεδιαστική μου φιλοσοφία βασίζεται στην αφήγηση. Αντιμετωπίζω την αρχιτεκτονική και τον χώρο ως μια ακολουθία από ιστορίες. Το σχέδιο δεν αποτελεί απλώς ένα εργαλείο αναπαράστασης αλλά έναν τρόπο σκέψης, παρατήρησης και αφήγησης. Η ζωγραφική είναι βαθιά ενσωματωμένη στην καθημερινότητά μου, αποτελεί τρόπο ζωής και όχι ένα ξεχωριστό πεδίο έκφρασης. Γι’ αυτόν τον λόγο, δεν διαχωρίζω την ιδιότητά μου ως αρχιτέκτονα από εκείνη του αφηγητή. Οι δύο αυτές ταυτότητες είναι αλληλένδετες και συνυπάρχουν διαρκώς μέσα στη δουλειά μου.
— Μίλησέ μου για την Αθήνα του 2999, όπου τοποθετείς την ιστορία. Μοιάζει να λειτουργεί σχεδόν ως κεντρικός χαρακτήρας.
Η πόλη έχει αλλοιωθεί από την ανεξέλεγκτη δόμηση, τη διαφθορά και μια ανάπτυξη που καθοδηγείται αποκλειστικά από το κέρδος. Οι ουρανοξύστες έχουν πολλαπλασιαστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να εξαφανίζουν τον ουρανό, ενώ οι πολυκατοικίες έχουν μετατραπεί σε τερατώδεις κατασκευές. Δεν υπάρχει αστικός σχεδιασμός, δεν υπάρχει τάξη, μόνο μια αδιάκοπη κάθετη εξάπλωση. Η κοινωνία είναι βαθιά διχασμένη και οι συνθήκες διαβίωσης κινούνται αποκλειστικά στα άκρα.
— Ποια στοιχεία της σημερινής Αθήνας σε ενέπνευσαν περισσότερο;
Το χάος της σε όλα τα επίπεδα. Ο συνωστισμός ανθρώπων και υλικών, η ηχορρύπανση, η υπερφόρτωση πληροφοριών και η τυχαιότητα με την οποία συνυπάρχουν όλα αυτά τα στοιχεία μέσα στον αστικό χώρο. Εξίσου έντονες είναι και οι αντιθέσεις της. Μπορεί να αντικρίσεις μια υπερσύγχρονη, εκτυφλωτική διαφημιστική οθόνη σε μια στάση λεωφορείου να προβάλλει κάποιο νέο προϊόν, ακριβώς μπροστά από ένα εγκαταλελειμμένο κατάστημα μιας άλλης δεκαετίας στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας. Την ίδια στιγμή, στριμωγμένος μέσα σε ένα γεμάτο και βρόμικο λεωφορείο με χαλασμένο κλιματισμό στους 40 βαθμούς, βλέπεις από το παράθυρο να περνά αθόρυβα ένα υπερσύγχρονο ηλεκτρικό αυτοκίνητο.
— Ποιες τάσεις της σύγχρονης αστικής ανάπτυξης σε ανησυχούν;
Με ανησυχεί ιδιαίτερα η απουσία της ανθρώπινης κλίμακας από τις σύγχρονες πόλεις. Συχνά, με γνώμονα κυρίως το κέρδος, τόσο τα κτίρια όσο και οι ίδιες οι πόλεις παύουν να έχουν ως κέντρο τον άνθρωπο. Δεν είμαι αντίθετος με τους ουρανοξύστες, ούτε τους δαιμονοποιώ. Πιστεύω όμως ότι ακόμη και σε τέτοιες κατασκευές οι κάτοικοι έχουν ανάγκη από κοινόχρηστους χώρους συνάντησης, αλληλεπίδρασης και καθημερινής κοινωνικοποίησης, μια μορφή «κατακόρυφης γειτονιάς». Η απουσία αντίστοιχων χώρων ακόμη και από τις τυπικές πολυκατοικίες δυσχεραίνει την αρμονική συμβίωση στις πόλεις, ιδιαίτερα σε μέρη όπως η Αθήνα, όπου το κλίμα ευνοεί τη ζωή πέρα από τα όρια του κλειστού διαμερίσματος και αναδεικνύει την ανάγκη για περισσότερους υπαίθριους κοινόχρηστους χώρους. Παρότι πρόκειται και για διαπολιτισμικό ζήτημα, καθώς δεν είναι όλες οι κοινωνίες το ίδιο εξωστρεφείς, η ποιότητα της αλληλεπίδρασης μεταξύ των κατοίκων είναι ίσως εκείνη που διαμορφώνει τελικά και τον χαρακτήρα της ίδιας της πόλης, κάτι που συχνά η σύγχρονη ελληνική και όχι μόνο αρχιτεκτονική πρακτική μοιάζει να παραβλέπει.
— Θεωρείς ότι η δυστοπική Αθήνα του 2999 είναι μια υπερβολή ή μια πιθανή προέκταση όσων βλέπουμε ήδη σήμερα;
Αυτή η εκδοχή της Αθήνας μπορεί με μια πρώτη ματιά να μοιάζει υπερβολική. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε το παράδειγμα του Kowloon Walled City στο Χονγκ Κονγκ, το οποίο αποδεικνύει πως η ανομία και η ανεξέλεγκτη δόμηση μπορούν πράγματι να οδηγήσουν σε κάτι τερατώδες, ασφυκτικά πυκνό και τελικά μη βιώσιμο. Ένα περιβάλλον που, αντί να εξυπηρετεί τον άνθρωπο, παράγει τις πιο ακραίες και απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης.
— Ποια είναι η προσωπική σου σχέση με την Αθήνα;
Ζω στην Αθήνα και αποδέχομαι την τάση της να με εκπλήσσει διαρκώς, χωρίς ποτέ να με αφήνει να βαριέμαι ή να στερούμαι υλικό για μελέτη και παρατήρηση. Με όλα τα θετικά και τα αρνητικά που έχει να προσφέρει, κατοικώ σε αυτή την πόλη και η επίγευση που μου αφήνει είναι, τελικά, γλυκιά.
—Το «ASTY» αγγίζει ζητήματα υπεραστικοποίησης και εξάντλησης του χώρου. Τι θέλεις να σχολιάσεις;
Την κακή ποιότητα ζωής σε μια πόλη όπου τα κτίρια, και κατ’ επέκταση οι άνθρωποι, δεν «ανασαίνουν». Ο συνωστισμός κουράζει, ενώ η αποξένωση μπορεί να συνθλίψει το άτομο. Ίσως αυτό που αναζητά τελικά ο άνθρωπος μέσα στην πόλη να είναι μια ισορροπία ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα. Μια χρυσή τομή που να επιτρέπει τόσο τη συνύπαρξη όσο και το δικαίωμα στον προσωπικό χώρο. Σε αυτό το πλαίσιο, η υπερβολική, ανεξέλεγκτη δόμηση και η μη ανθρωποκεντρική εξέλιξη των πόλεων δεν συμβάλλουν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής, ούτε εξυπηρετούν ουσιαστικά τον κάτοικο.
— Πόσο σε απασχολεί η σχέση ανάμεσα στην πόλη και την ψυχική κατάσταση των κατοίκων της;
Η ζωή στην πόλη συνοδεύεται συχνά από προκλήσεις που αφορούν την ψυχική υγεία. Πέρα από τη σωματική ευεξία, ο κάτοικος καλείται να δοκιμαστεί και σε ψυχικό επίπεδο. Τα πολυάριθμα ανθρώπινα κατασκευάσματα, συχνά μεγαλύτερα και επιβλητικότερα από τον ίδιο, τον εντάσσουν σε μια ανταγωνιστική καθημερινότητα, η οποία αναπόφευκτα γεννά άγχος και ένταση. Πρόκειται για ένα ζήτημα που με απασχολεί ιδιαίτερα και ενθαρρύνω τους ανθρώπους να μιλούν ανοιχτά και να αναζητούν λύσεις στα προβλήματά τους. Ευελπιστώ ο σχεδιασμός των πόλεων στο μέλλον να έχει ως βασικό γνώμονα και την ψυχική υγεία των κατοίκων τους.
— Υπάρχει οικολογική διάσταση στο έργο σου;
Αναπτύσσω ένα αφήγημα στο οποίο η ανάπτυξη της πόλης καθοδηγείται αποκλειστικά από το κέρδος, χωρίς σεβασμό στη συντήρησή της. Η πόλη δεν ανανεώνεται ουσιαστικά, αλλά χτίζεται διαρκώς πάνω στον ίδιο της τον εαυτό. Η σπατάλη υλικών για την ανέγερση νέων κτιρίων είναι πολύ πιο επιβαρυντική για το περιβάλλον από τη συντήρηση του υπάρχοντος κτιριακού αποθέματος. Παράλληλα, η συνεχής αυτή παραγωγή και κατανάλωση εντείνει φαινόμενα όπως η υπερθέρμανση του αστικού ιστού, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τις συνθήκες ζωής στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις. Οπότε, υπό αυτή την έννοια, ναι, υπάρχει και μια οικολογική διάσταση.
— Πιστεύεις ότι οι πόλεις του μέλλοντος θα είναι περισσότερο ανθρώπινες ή θα μας αποξενώνουν κι άλλο;
Πιστεύω πως, όπως όλα τα πράγματα στη ζωή, έτσι και αυτό το φαινόμενο εξελίσσεται κυκλικά. Διανύουμε μια εποχή έντονης αποξένωσης, η οποία θεωρώ ότι κάποια στιγμή θα κορυφωθεί. Ευελπιστώ, στη συνέχεια, οι άνθρωποι να αρχίσουν να αισθάνονται ξανά την ανάγκη για συλλογικότητα και συντροφικότητα.
— Υπάρχουν συγκεκριμένα κόμικς, ταινίες ή αρχιτεκτονικά οράματα που σε ενέπνευσαν;
Παρότι δεν υπάρχει κάποια άμεση αναφορά στο «ASTY» που να προέρχεται από συγκεκριμένο έργο, θεωρώ ότι η οπτική μου για την πόλη και τους αστικούς χώρους έχει επηρεαστεί, έστω και υποσυνείδητα, από διάφορες καλλιτεχνικές και αρχιτεκτονικές προσεγγίσεις. Τέτοια έργα είναι η ταινία «Akira» του Katsuhiro Otomo, το αρχιτεκτονικό έργο «Ηλεκτρονική Πολεοδομία» του Τάκη Ζενέτου, η τριλογία «Pusher» του Nicolas Winding Refn, το «Σπιρτόκουτο» του Γιάννη Οικονομίδη κ.ά.
— Πώς διαμόρφωσες την οπτική ταυτότητα της Αθήνας του 2999;
Πρακτικά, προέρχεται από το έργο μου «Dreamhouse (animation)». Σε αυτό, οι χαρακτήρες ζουν μια παθολογική καθημερινότητα μέσα στην πόλη τους, κατοικώντας σε ουρανοξύστες που αποτελούν μια πρώιμη εκδοχή εκείνων που εμφανίζονται στο «ASTY». Στη συνέχεια, τους επανέφερα επανειλημμένα σε άλλες συνθέσεις, κυρίως σε εικόνες παραλιών με έντονο συνωστισμό, και με τον χρόνο και την επανάληψη κατέληξαν να αποκτήσουν κεντρικό ρόλο στο «ASTY». Η ανάγκη μου να αποδώσω αυτά τα κτίρια προέκυψε από μια πρόσφατη οικοδομική ανάπτυξη σε παραλιακή περιοχή της Αθήνας, η οποία με προβλημάτισε και μου έδωσε το έναυσμα για περαιτέρω μελέτη. Η οπτική ταυτότητα αναπτύχθηκε μέσα από συνεχή μελέτη και επαναλαμβανόμενο σχεδιασμό.
— Υπάρχει συνέχεια για το «ASTY»;
Αυτή την περίοδο σχεδιάζω ένα κόμικ που διαδραματίζεται στο ίδιο σύμπαν με το «ASTY», ωστόσο θα εστιάζει σε ένα διαφορετικό φαινόμενο της Αθήνας. Μέχρι στιγμής, αυτά είναι όσα μπορώ να μοιραστώ.
— Πώς φαντάζεσαι την Αθήνα του μέλλοντος;
Φαντάζομαι μια πόλη που θα έχει γίνει ακόμη πιο χαοτική από ό,τι είναι σήμερα. Νέες τεχνολογίες αστικού εξοπλισμού θα εισβάλλουν στον ιστό της χωρίς να μπορούν να αφομοιωθούν, δημιουργώντας έντονη σύγχυση και ασυνέχεια στον δημόσιο χώρο. Οι κάτοικοι, οι Αθηναίοι, θα τείνουν να εκλείψουν από το κέντρο, καθώς αυτό θα μετατραπεί σε ένα ανοιχτό μουσείο χωρίς μόνιμη κατοίκηση, κυριαρχούμενο από τουρισμό που θα έχει να κάνει όχι μόνο με τις αρχαιότητες αλλά και με μια ρομαντικοποίηση της ίδιας της παρακμής του. Οι παραλίες θα είναι επιβαρυμένες και μολυσμένες, ενώ η ποιότητα του αέρα θα έχει επιδεινωθεί δραματικά. Η ανισότητα θα κορυφωθεί και ο προσωπικός χώρος θα αποτελέσει το απόλυτο αγαθό πολυτελείας, μαζί με το πόσιμο νερό.
— Γιατί το κείμενο είναι στα αγγλικά;
Για να απευθύνεται σε ένα ευρύτερο διεθνές κοινό. Επέλεξα μια διαδικτυακή πλατφόρμα δημοσίευσης με μεγάλο αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό. Επιπλέον, τα αγγλικά αποτελούν τη γλώσσα των media και, σε κάθε περίπτωση, το «ASTY» πραγματεύεται μια κοινωνία έντονης παγκοσμιοποίησης. Ίσως στην Ελλάδα του 2999 να μιλούν πράγματι όλοι αγγλικά.
Η έντυπη έκδοση του «ASTY» είναι εξαντλημένη. Μπορείς να το διαβάσεις σε ψηφιακή μορφή εδώ.
https://www.dimitrispaschalis.com/















