Ένα νέο είδος άγριας γάτας ανακάλυψαν ερευνητές στη Βολιβία, στην πρώτη τέτοια περίπτωση εδώ και περίπου έναν αιώνα.
Το ζώο ονομάστηκε Leopardus tilcayo, ή τιλκάγιο, και ζει στα Γιούνγκας της Βολιβίας, μια περιοχή ορεινών νεφοδασών όπου οι Άνδεις συναντούν τη λεκάνη του Αμαζονίου. Είναι λεπτόσωμο, έχει κηλίδες και στρογγυλεμένα αυτιά, ενώ είναι μικρότερο ακόμη και από μια συνηθισμένη οικόσιτη γάτα.
Η περιγραφή του νέου είδους δημοσιεύτηκε την Πέμπτη στην επιστημονική επιθεώρηση Current Biology.
Η ανακάλυψη είναι εξαιρετικά σπάνια, καθώς τα περισσότερα είδη που προστίθενται κάθε χρόνο στους επιστημονικούς καταλόγους είναι πολύ μικρότερα ζώα ή προκύπτουν όταν οι ερευνητές διαπιστώνουν ότι ένα ήδη γνωστό είδος πρέπει να χωριστεί σε δύο.
«Αυτή τη φορά είναι γάτα. Αυτό είναι πραγματικά ασυνήθιστο και δεν έχει συμβεί εδώ και 100 χρόνια», δήλωσε η Πάολα Νογκάλες-Ασκαρούνς, μία από τις ερευνήτριες της μελέτης και επικεφαλής προγράμματος για την προστασία των άγριων αιλουροειδών στη Βολιβία.
Το τιλκάγιο ανήκει στο γένος Leopardus, μια ομάδα μικρών άγριων γατών που ζουν στη Νότια και την Κεντρική Αμερική. Με τη νέα ανακάλυψη, τα αναγνωρισμένα είδη αυτής της ομάδας στη Νότια Αμερική ανέρχονται πλέον σε πέντε.
Οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν ακόμη πόσα τιλκάγιο ζουν στη φύση, ούτε πόσο μεγάλη είναι η περιοχή στην οποία εξαπλώνονται. Αυτά είναι από τα βασικά ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν στις επόμενες έρευνες.
Η τυχαία ανακάλυψη στο καταφύγιο άγριας ζωής
Η ανακάλυψη ξεκίνησε σχεδόν τυχαία, όταν η Νογκάλες-Ασκαρούνς είδε ένα ασυνήθιστα μικρό αιλουροειδές σε κέντρο περίθαλψης άγριας ζωής κοντά στη Λα Πας, όπου εργάζεται εθελοντικά.
«Είδα αυτή τη γάτα και ήταν πραγματικά, πραγματικά μικρή. Δεν μπορούσα να πιστέψω πόσο μικρή ήταν. Νόμιζα ότι ήταν γατάκι», είπε.
Το ζώο είχε μεταφερθεί εκεί από έναν κάτοικο της περιοχής, ο οποίος το είχε βρει στο δάσος και αρχικά το πέρασε για οικόσιτο γατάκι. Το τάιζε με μακαρόνια, ρύζι και αυγά, μέχρι που κατάλαβε ότι ήταν άγριο και δεν μπορούσε να το φροντίσει.
Οι εργαζόμενοι στο καταφύγιο θεώρησαν αρχικά ότι επρόκειτο για ήδη γνωστό είδος άγριας γάτας από τη Βραζιλία. Η Νογκάλες-Ασκαρούνς όμως πρόσεξε ότι οι κηλίδες και η ουρά του δεν ταίριαζαν.
Οι γενετικές αναλύσεις επιβεβαίωσαν τις υποψίες της. Οι ερευνητές εξέτασαν δείγματα από το συγκεκριμένο ζώο και από μια δεύτερη γάτα που είχε φτάσει στο ίδιο κέντρο. Διαπίστωσαν ότι ανήκαν στο ίδιο είδος και ότι η εξελικτική του γραμμή είχε διαχωριστεί από συγγενικές άγριες γάτες πριν από περίπου 1,4 εκατ. χρόνια.
Οι ντόπιοι γνώριζαν ήδη το «τιλκάγιο»
Το ενδιαφέρον είναι ότι το ζώο ήταν άγνωστο στην επιστήμη, όχι όμως και στους ανθρώπους που ζουν στην περιοχή.
Οι τοπικές κοινότητες το γνωρίζουν εδώ και γενιές με το όνομα «τιλκάγιο». Οι ερευνητές αποφάσισαν να διατηρήσουν αυτή την ονομασία, αντί να του δώσουν ένα νέο όνομα που δεν θα είχε σχέση με την τοπική παράδοση.
Όπως εξήγησε η Νογκάλες-Ασκαρούνς, οι κάτοικοι δεν συνδέουν απαραίτητα τη λέξη με συγκεκριμένη έννοια σε κάποια γλώσσα των αυτοχθόνων. Απλώς γνωρίζουν το ζώο ως «τιλκάγιο», επειδή έτσι το αποκαλούσαν και οι προηγούμενες γενιές.
Η περίπτωση του τιλκάγιο ξεχωρίζει και για έναν ακόμη λόγο. Πολλά «νέα» είδη θηλαστικών αναγνωρίζονται όταν οι επιστήμονες επανεξετάζουν ήδη γνωστά ζώα και διαπιστώνουν ότι υπάρχουν αρκετές γενετικές διαφορές ώστε να χωριστούν σε διαφορετικά είδη.
Εδώ, όμως, δεν υπήρχαν παλαιότερα δείγματα σε μουσεία ούτε καταγραφές που περίμεναν να επανεξεταστούν.
«Δεν είχαμε δείγματα σε μουσεία. Δεν είχε συλλεχθεί ποτέ στο παρελθόν», είπε ο Ταντέου ντε Ολιβέιρα, οικολόγος στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Μαρανιάο στη Βραζιλία και συν-συγγραφέας της μελέτης.
Οι επιστήμονες ανησυχούν για την επιβίωσή του
Οι ερευνητές στρέφουν τώρα την προσοχή τους στην προστασία του είδους. Η Νογκάλες-Ασκαρούνς εκτιμά ότι το τιλκάγιο πιθανότατα απειλείται, καθώς τα συγγενικά είδη της ίδιας ομάδας ζουν σε περιοχές όπου τα φυσικά ενδιαιτήματα χάνονται γρήγορα εξαιτίας της γεωργίας και της ανάπτυξης.
Το επόμενο βήμα είναι να διαπιστωθεί πόσα ζώα επιβιώνουν στη φύση και σε πόσο μεγάλη περιοχή εξαπλώνονται.
«Είναι ένας ακόμη λόγος να προστατεύσουμε τον κόσμο», είπε η ερευνήτρια.
Με πληροφορίες από NBC News















