Η ΛΕΞΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ χρησιμοποιείται για χίλια δυο πράγματα, σε περιπτώσεις όμως σαν αυτή της φονικής επίθεσης στο Pride του Βερολίνου ο τρόμος είναι απόλυτος και διαπερνά τα πάντα. Μουδιάζει το μυαλό, σκοτεινιάζει η ψυχή, και μόνο με την απόπειρα να το συλλάβεις, όπως και με κάθε άλλο παρόμοιο περιστατικό (έχουν μαζευτεί πάρα πολλά πια) που μια γιορτή – μια κοινότητα –πνίγεται στο αίμα και στην παράνοια με τον πιο απότομο, παράλογο και βίαιο τρόπο και μάλιστα μέσα σε μια υποτιθέμενη «ζώνη ασφάλειας».
Ένα αυτοκίνητο χωρίς φρένα από το πουθενά, ένας ζηλωτής του μίσους, ένας πράκτορας του ολέθρου, ένας τυφλός εκτελεστής που φθονεί τη ζωή (του) και διψά για θυσία και για ιερή δικαίωση. «Η μόνη εξήγηση που μπορώ να δώσω είναι ότι υπέστη πλύση εγκεφάλου», δήλωσε σε ενημερωτικά μέσα ο πατέρας του δράστη από τον Λίβανο, την ώρα που ακόμα ο γιος του δεν είχε πέσει νεκρός από τις σφαίρες των Γερμανών αστυνομικών που τον καταδίωκαν.
Αυτή πλέον φαίνεται να είναι η στάνταρ πρακτική της μέσης ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς: μεγάλα λόγια περί «φιλελεύθερων δυτικών αξιών» σε συνδυασμό με κανάκεμα των πιο συντηρητικών και φοβικών ενστίκτων, τώρα που η Ευρώπη έχει γεμίσει με «σοβαρές Χρυσές Αυγές».
Μπορεί να είναι αυτά τα λόγια ενός πατέρα που πάει να περισώσει κάτι από την υπόληψη κάποιου που έκανε το πιο αποτρόπαιο πράγμα στον κόσμο, ο προσηλυτισμός όμως στη βία και το μίσος είναι μια σύγχρονη πραγματικότητα στην Ευρώπη (και φυσικά όχι μόνο), είτε εκπορεύεται από θρησκευτικούς φονταμενταλιστές είτε από ακροδεξιές/εθνικιστικές οργανώσεις. Μια κουλτούρα θανάτου. Σ’ ένα τηλεοπτικό ρεπορτάζ που είχα δει λίγες μέρες μόνο πριν από το βερολινέζικο Pride, και αφορούσε τη ραγδαία άνοδο των ομοφοβικών επιθέσεων στην πόλη, κυρίως από νεοναζιστικές ομάδες, ένας ιδιοκτήτης τριών γκέι μπαρ στο Βερολίνο έλεγε ότι μόνο τους τελευταίους 18 μήνες, έχει υποβάλλει στην αστυνομία 45 καταγγελίες για τέτοιες επιθέσεις στα μαγαζιά του.
Φέτος επίσης η Τζούλια Κλόκνερ, πρόεδρος της γερμανικής Βουλής και ηγετικό στέλεχος του κυβερνώντος CDU έθεσε τέλος στην πρακτική της σημαίας με το ουράνιο τόξο πάνω από το Ράιχσταγκ, όπως συνέβαινε εδώ και χρόνια κατά την περιόδου του Pride, δηλώνοντας ότι «η μαύρη-κόκκινη-χρυσή σημαία που ήδη κυματίζει πάνω από το κοινοβούλιό μας δεν μπορεί να ξεπεραστεί». Στη συνέχεια, επικαλούμενη την υποχρέωση ουδετερότητας των κρατικών λειτουργών, η Κλόκνερ απαγόρευσε στους υπαλλήλους του κοινοβουλίου να συμμετάσχουν στη παρέλαση του Pride. Ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, στήριξε την απόφασή της, δηλώνοντας ότι «το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο δεν είναι σκηνή τσίρκου». Αυτή πλέον φαίνεται να είναι η στάνταρ πρακτική της μέσης ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς: μεγάλα λόγια περί «φιλελεύθερων δυτικών αξιών» σε συνδυασμό με κανάκεμα των πιο συντηρητικών και φοβικών ενστίκτων, τώρα που η Ευρώπη έχει γεμίσει με «σοβαρές Χρυσές Αυγές».
Όπως ήταν μακάβρια προβλέψιμο, τα ειδικά χαρακτηριστικά της τραγωδίας προκάλεσαν έκρηξη αντιδράσεων στην τρολοκρατορία των κοινωνικών μέσων. Κάποιοι μπερδεύτηκαν («ποιους μισώ πιο πολύ, τους γκέι ή τους ισλαμιστές, χμμμ…») και δεν ήταν σίγουροι πώς ακριβώς να αντιδράσουν, κάποιοι ίσως σκέφτηκαν «με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια». Από την άλλη μεριά, έβλεπες ανθρώπους να μην τολμάνε να σχολιάσουν την ιδιότητα του δράστη, λες και το να μην ανέχεσαι την ομοφοβική/σκοταδιστική στάση του πολιτικού Ισλάμ, σημαίνει ότι σβήνεις τη γενοκτονία των Παλαιστινίων ή ότι δικαιώνεις το «πολιτισμένο» και «pride-friendly» Ισραήλ. Σε πιάνει μια κατήφεια ώρες-ώρες. Μοιάζει σα να μην καταφέρνουμε ούτε τα στοιχειώδη, σα να έχει χαθεί κάθε κοινή αντίληψη της πραγματικότητας. Σα να έχουμε γίνει όλοι φονταμενταλιστές, καθένας με τον τρόπο του και με το μερίδιό του, πιστοί κι ανένδοτοι στα αφηγήματα και τις ατζέντες μας. Σα να ξεχνάμε διαρκώς ότι δεν είναι όλα ένα. Ούτε δύο.















