Όταν η Άννα Γουίντουρ ανέλαβε τη διεύθυνση της αμερικανικής Vogue το 1988, υπήρχε ένας άνθρωπος στον οποίο δίσταζε ακόμη και να τηλεφωνήσει. Ήταν ο Ίρβινγκ Πεν, ο σημαντικότερος φωτογράφος του περιοδικού, ένας άντρας γύρω στα εβδομήντα που είχε ήδη αλλάξει την ιστορία της φωτογραφίας και τον οποίο όλοι αποκαλούσαν με σεβασμό «κύριο Πεν». Η Γουίντουρ, που τις επόμενες δεκαετίες θα γινόταν συνώνυμη της εξουσίας στον κόσμο της μόδας, παραδέχεται σήμερα κάτι που δύσκολα θα περίμενε κανείς από την ίδια: «Τον φοβόμουν».
Ο φόβος της δεν ήταν αδικαιολόγητος. Ο Πεν αντιμετώπιζε τη φωτογραφία με τη σοβαρότητα μιας σχεδόν θρησκευτικής τελετουργίας. Προετοίμαζε κάθε πορτρέτο με σχέδια και σχολαστικές δοκιμές φωτισμού, απαιτούσε ησυχία στο στούντιο και δεν επέτρεπε σε κανέναν να παρέμβει στη δουλειά του. Μπορούσε να φωτογραφίσει έναν ηθοποιό, έναν πολιτικό ή έναν συγγραφέα με τα ελάχιστα δυνατά μέσα και να δημιουργήσει μια εικόνα που έμοιαζε να γνωρίζει κάτι για το πρόσωπο περισσότερο από όσα εκείνο ήταν διατεθειμένο να αποκαλύψει.
Η Γουίντουρ ξεπέρασε τελικά τον δισταγμό της. Συνεργάστηκε μαζί του, με τη Φίλις Πόσνικ στον ρόλο της επιμελήτριας και στενής συνεργάτιδάς του, μέχρι τον θάνατό του το 2009. Ο Πεν φωτογράφισε ακόμη και τα μικρά παιδιά της, όταν ήταν τριών και τεσσάρων ετών, ως προσωπικό δώρο. Κάποτε της εξομολογήθηκε ότι στην πραγματικότητα απεχθανόταν να τον αποκαλούν «κύριο Πεν». Από εκείνη την ημέρα, για την ίδια, ήταν απλώς ο Ίρβινγκ.
Ο σκιτσογράφος Σολ Στάινμπεργκ με μια χάρτινη μάσκα που κρύβει το πρόσωπό του, αφήνοντας να φαίνονται μόνο τα μάτια του. Vogue, Ιανουάριος 1967. Φωτ.: Irving Penn
Η μικρή αυτή ανάμνηση ανοίγει το «Vogue Portraits: A Century of Icons and Idols», το νέο φωτογραφικό λεύκωμα που κυκλοφορεί στις 27 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Abrams. Δύο τόμοι, 640 σελίδες και περισσότερα από 320 πορτρέτα συγκεντρώνουν ανθρώπους που σημάδεψαν τη λογοτεχνία, το σινεμά, την πολιτική, τις εικαστικές τέχνες, τον χορό και τον αθλητισμό. Από την Όντρεϊ Χέπμπορν και τη Ζακλίν Κένεντι μέχρι την Τζόαν Ντίντιον, τον Σπάικ Λι και τη Σερένα Γουίλιαμς, το βιβλίο αφηγείται την ιστορία της Vogue μέσα από τα πρόσωπα που πέρασαν μπροστά από τον φακό της.
Ανάμεσά τους βρίσκεται η Κέιτ Μπλάνσετ, φωτογραφημένη από τον Πεν ως βασίλισσα Ελισάβετ Α΄ για το τεύχος του Ιουλίου 2007. Το πρόσωπό της, κατάλευκο και σχεδόν ακίνητο, αναδύεται μέσα από έναν τεράστιο δαντελένιο γιακά. Μαργαριτάρια, κοσμήματα, βαριά κεντήματα και ένα περίτεχνο βασιλικό φόρεμα γεμίζουν το κάδρο, ενώ το σκοτεινό φόντο θυμίζει ζωγραφική του 16ου αιώνα. Η ηθοποιός κοιτάζει τον θεατή με μια αυστηρότητα που μοιάζει να ανήκει σε κάποιο μουσείο. Ο Πεν δεν φωτογραφίζει απλώς μια κινηματογραφική ερμηνεία. Κατασκευάζει ένα καινούργιο βασιλικό πορτρέτο, με πρωταγωνίστρια μια γυναίκα του 21ου αιώνα.
Λίγες δεκαετίες νωρίτερα, το 1964, ο Μπρους Ντέιβιντσον είχε φωτογραφίσει τον Τζέιμς Μπόλντουιν μαζί με τις ανιψιές του. Η εικόνα βρίσκεται σχεδόν στον αντίποδα της μεγαλοπρέπειας της Μπλάνσετ. Ο Μπόλντουιν κάθεται στο πάτωμα, με ένα κορίτσι στην αγκαλιά του και ένα άλλο δίπλα του. Φορά ένα σκούρο πλεκτό πουλόβερ και κοιτάζει προς τα πάνω, εκεί όπου βρίσκεται ο φωτογράφος. Η φωτογραφία δεν αναζητά το δημόσιο κύρος του συγγραφέα, ούτε επιχειρεί να εικονογραφήσει τον πολιτικό του λόγο. Μας αφήνει να δούμε έναν άνθρωπο μέσα σε μια οικογενειακή στιγμή, την ώρα που η παρουσία του είχε ήδη αποκτήσει τεράστια σημασία για την αμερικανική κοινωνία.
Το ίδιο παράξενα προσωπικό είναι το πορτρέτο της Τζόαν Ντίντιον που τράβηξε ο Πεν το 1996. Η συγγραφέας στηρίζει το πρόσωπό της στις παλάμες της, με τους αγκώνες ακουμπισμένους μπροστά της. Οι ρυτίδες γύρω από τα μάτια και τα χέρια της παραμένουν ευδιάκριτες. Δεν υπάρχει καμία προσπάθεια να αποκτήσει η εικόνα τη μεγαλοπρέπεια ενός επίσημου συγγραφικού πορτρέτου. Η Ντίντιον κοιτάζει την κάμερα με μια έκφραση που αφήνει χώρο τόσο στην αμηχανία όσο και στην οικειότητα. Η απλότητα της στάσης της κάνει τη φωτογραφία σχεδόν αδύνατο να ξεχαστεί.
Ο Πεν μπορούσε, βέβαια, να κινηθεί και προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Στο πορτρέτο του Σολ Στάινμπεργκ από το 1967, ο διάσημος σκιτσογράφος έχει καλύψει το πρόσωπό του με μια χάρτινη μάσκα, πάνω στην οποία είναι σχεδιασμένα ένα ζευγάρι γυαλιά, μια μύτη και ένα στόμα. Μόνο τα πραγματικά μάτια του διακρίνονται μέσα από δύο ανοίγματα. Η φωτογραφία μοιάζει με αστείο ανάμεσα σε δύο μεγάλους καλλιτέχνες, αλλά περιέχει και μια απλή, σχεδόν παιγνιώδη παρατήρηση: το πρόσωπο που δείχνουμε στους άλλους είναι πάντοτε, σε κάποιο βαθμό, μια κατασκευή.
Τριάντα χρόνια αργότερα, ο ίδιος φωτογράφος απαθανατίζει τη Σίντι Σέρμαν με ένα αποκρουστικά παραμορφωμένο πρόσωπο, άγρια μαλλιά, υπερβολικό μακιγιάζ και τα δόντια εκτεθειμένα. Η καλλιτέχνιδα, που αφιέρωσε μεγάλο μέρος του έργου της στην αναπαράσταση, στις μεταμφιέσεις και στους ρόλους που επιβάλλονται στη γυναικεία εικόνα, εμφανίζεται εδώ σχεδόν σαν τέρας. Είναι ένα πορτρέτο που αρνείται να κολακέψει το μοντέλο του. Και γι’ αυτό ακριβώς μοιάζει τόσο ταιριαστό στη Σέρμαν.
Σε άλλες φωτογραφίες, η προσωπικότητα αποκαλύπτεται μέσα από το σώμα. Ο Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ, φωτογραφημένος από τον Πεν το 1989, βρίσκεται ανάποδα, με το κεφάλι στο πάτωμα, τα πόδια ψηλά και τα χέρια ανοιχτά, σε μια στάση που θυμίζει ταυτόχρονα χορευτική άσκηση και σωματική φάρσα. Η Σέλεϊ Ντιβάλ, στον φακό του Μπερτ Στερν το 1971, ισορροπεί πάνω σε διάφανα βάθρα φορώντας ένα εκρηκτικό σύνολο από πράσινο, μοβ, κόκκινο και ροζ. Τα χέρια της, η κλίση του κορμού και η αλλόκοτη χάρη της πόζας φανερώνουν μια παρουσία που δεν θα μπορούσε εύκολα να χωρέσει στους συνηθισμένους κανόνες της κομψότητας.
Η Άνι Λίμποβιτς, από την άλλη, φωτογραφίζει τη Σερένα Γουίλιαμς το 2015 με ένα μακρύ κόκκινο φόρεμα, το σώμα τεντωμένο και τα χέρια ανοιχτά απέναντι σε έναν τοίχο. Η αθλητική δύναμη της Γουίλιαμς δεν κρύβεται κάτω από το φόρεμα. Βρίσκεται στην ίδια τη στάση της, στην ένταση των μυών και στο άνοιγμα του σώματος. Η φωτογραφία αναγνωρίζει μια γυναίκα που έχει διαμορφώσει τη δημόσια εικόνα της με τους δικούς της όρους, πέρα από τις συμβάσεις που για χρόνια συνόδευαν τις μεγάλες αθλήτριες.
Και ύστερα υπάρχει η Ζακλίν Κένεντι με τη μικρή Καρολάιν, σε μια φωτογραφία του Μαρκ Σο από το 1961. Η μητέρα σκύβει προς το παιδί, που βρίσκεται μέσα σε ένα καρότσι, και τα δύο πρόσωπα πλησιάζουν τόσο ώστε σχεδόν να ακουμπήσουν. Η φωτογραφία τραβήχτηκε την εποχή που η νεαρή πρώτη κυρία των Ηνωμένων Πολιτειών βρισκόταν στο απόγειο της δημοσιότητάς της. Εξήντα πέντε χρόνια αργότερα, η εικόνα διατηρεί τη δική της οικειότητα, αλλά κουβαλά και όσα γνωρίζουμε πλέον για την ιστορία εκείνης της οικογένειας.
Αυτό το πέρασμα από τη συγκεκριμένη στιγμή στην ιστορική μνήμη είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του νέου λευκώματος. Η Vogue, που συχνά ταυτίζεται αποκλειστικά με τη μόδα και τις διασημότητες, είχε ανέκαθεν στις σελίδες της μια ολόκληρη περιοχή αφιερωμένη σε ανθρώπους που διαμόρφωναν τον δημόσιο βίο. Οι φωτογράφοι της δεν κατέγραφαν μόνο την εμφάνιση μιας εποχής. Συμμετείχαν στον τρόπο με τον οποίο εκείνη έβλεπε τους συγγραφείς, τους καλλιτέχνες, τους πολιτικούς και τους ανθρώπους της εξουσίας.
Την επιλογή των φωτογραφιών επιμελήθηκε ο Τέιλορ Άντριμ, επικεφαλής του τμήματος αφιερωμάτων της Vogue, ενώ τα εισαγωγικά κείμενα υπογράφουν η Λένα Ντάναμ και η Κλόι Μαλ. Το υλικό οργανώνεται σε πέντε μεγάλες ενότητες, από τον κινηματογράφο και την πολιτική μέχρι τη μουσική, τον αθλητισμό και τις εικαστικές τέχνες. Στις σελίδες του συναντιούνται διαφορετικές γενιές φωτογράφων: ο Ίρβινγκ Πεν, ο Σεσίλ Μπίτον, ο Ρίτσαρντ Άβεντον, ο Πίτερ Λίντμπεργκ, ο Στίβεν Μάιζελ, η Άνι Λίμποβιτς και νεότεροι δημιουργοί όπως ο Τάιλερ Μίτσελ.
Η Γουίντουρ αποκαλύπτει ότι η επιλογή των εικόνων προκάλεσε έντονες συζητήσεις στο καλλιτεχνικό τμήμα. Κάποια στιγμή το υλικό είχε απλωθεί σε πέντε ή ακόμη και έξι τόμους. Έπρεπε τελικά να περιοριστεί σε δύο. Πίσω από αυτή την εκδοτική διαδικασία βρίσκεται ένα ερώτημα που συνοδεύει κάθε μεγάλο αρχείο: ποια πρόσωπα και ποιες εικόνες αξίζουν να διατηρηθούν; Η φωτογραφική ιστορία της Vogue περιλαμβάνει αναπόφευκτα και τη δική της ιεραρχία, τις προτιμήσεις της, την αντίληψή της για την ομορφιά, την επιρροή και τη διασημότητα.
Το «Vogue Portraits» παρουσιάζει μια επιλογή από όλα αυτά τα βλέμματα. Η ιστορία που αφηγείται δεν είναι ουδέτερη, όπως δεν υπήρξε ποτέ ουδέτερη η μεγάλη προσωπογραφία. Κάθε φωτογράφος πλησίασε το πρόσωπο απέναντί του αναζητώντας κάτι διαφορετικό: τον μύθο, την οικειότητα, τη δύναμη, την παραμόρφωση, την ευθραυστότητα, το θέατρο της δημόσιας ζωής. Και κάθε περιοδικό αποφάσισε ποια από αυτές τις εικόνες θα έδειχνε στους αναγνώστες του.
Ίσως γι’ αυτό η ανάμνηση της Γουίντουρ για τον Πεν να ταιριάζει τόσο πολύ ως εισαγωγή στο βιβλίο. Πίσω από τα θρυλικά πορτρέτα υπήρχαν πραγματικές συναντήσεις, αμηχανίες, προσωπικές σχέσεις, καλλιτεχνικές συγκρούσεις και στιγμές εμπιστοσύνης. Ο άνθρωπος που όλοι αποκαλούσαν «κύριο Πεν» ήθελε απλώς να τον φωνάζουν Ίρβινγκ. Και μια γυναίκα που θα γινόταν η ισχυρότερη προσωπικότητα της μόδας χρειαζόταν πρώτα να ξεπεράσει τον φόβο της για να συνεργαστεί μαζί του.
Οι φωτογραφίες έμειναν. Τα πρόσωπα μεγάλωσαν, άλλαξαν ή χάθηκαν. Και τώρα, μέσα σε δύο μεγάλους τόμους, ξανασυναντιούνται όπως τα είδαν οι φωτογράφοι τους και όπως μια ολόκληρη εποχή επέλεξε να τα θυμάται.
Με στοιχεία από Vogue















