Βρετανοί ερευνητές λένε ότι αποκάλυψαν ένα διεθνές δίκτυο οργανωμένων σεξουαλικών επιθέσεων, στο οποίο δράστες φέρονται να νάρκωναν τα θύματά τους πριν τα βιάσουν ή τα κακοποιήσουν σεξουαλικά.
Η Εθνική Υπηρεσία Εγκλήματος του Ηνωμένου Βασιλείου, NCA, ανακοίνωσε ότι διαδικτυακά δίκτυα επέτρεπαν σε δράστες να οργανώνουν επιθέσεις, να ζητούν τη συμμετοχή άλλων ατόμων ή ακόμη και να κανονίζουν τη βιντεοσκόπηση της κακοποίησης.
Σύμφωνα με την υπηρεσία, πολλά από αυτά τα δίκτυα δεν έχουν ακόμη ταυτοποιηθεί από τις αρχές. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι οι υποθέσεις αυτού του είδους είναι πιθανό να παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αθέατες και να καταγγέλλονται πολύ λιγότερο από όσο συμβαίνουν στην πραγματικότητα.
Η NCA ανέφερε ότι, σε πολλές περιπτώσεις, οι δράστες αξιοποιούσαν σχέσεις εμπιστοσύνης, συχνά μακροχρόνιες, για να διαπράξουν ή να διευκολύνουν τις επιθέσεις. Ως παράδειγμα ανέφερε την υπόθεση της Ζιζέλ Πελικό στη Γαλλία, η οποία συγκλόνισε την Ευρώπη.
Ο πρώην σύζυγός της, Ντομινίκ Πελικό, καταδικάστηκε σε 20 χρόνια κάθειρξη επειδή τη νάρκωνε και τη βίαζε, ενώ επέτρεπε και σε δεκάδες άλλους άνδρες να τη βιάζουν ενώ ήταν αναίσθητη. Η κακοποίηση διήρκεσε σχεδόν δέκα χρόνια.
Στη δίκη της Αβινιόν, η οποία ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 2024, πενήντα άνδρες κρίθηκαν ένοχοι για βιασμό ή σεξουαλικά αδικήματα.
Πάνω από 270 άτομα συνδέονται με διαδικτυακό φόρουμ
Η NCA άρχισε να ερευνά ένα διαδικτυακό φόρουμ τον περασμένο Οκτώβριο. Έκτοτε, έχει ταυτοποιήσει περισσότερα από 270 άτομα που συνδέονται με το συγκεκριμένο φόρουμ και με μεταγενέστερες εκδοχές του.
Ο Νάιτζελ Λίρι, αναπληρωτής διευθυντής της NCA, δήλωσε ότι η υπηρεσία έχει διαβιβάσει περισσότερα από 210 πακέτα πληροφοριών για υπόπτους και πιθανά θύματα σε αρχές επιβολής του νόμου, τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο και στο εξωτερικό. Πάνω από το 90% αυτών των πληροφοριών στάλθηκε σε ξένες αρχές.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα στοιχεία δείχνουν ότι πρόκειται για ένα «πραγματικά διεθνές δίκτυο», με μέλη σε δεκάδες χώρες και σε όλες τις ηπείρους. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι πληροφορίες αυτές έχουν ήδη οδηγήσει σε τουλάχιστον 14 ξεχωριστές έρευνες, ενώ οκτώ θύματα έχουν τεθεί υπό προστασία.
Η NCA αναφέρει ότι οι διαδικτυακές πλατφόρμες δεν λειτουργούσαν απλώς ως χώροι συζήτησης, αλλά διευκόλυναν την ίδια την τέλεση των αδικημάτων.
Ο Λίρι είπε ότι οι χρήστες συζητούσαν με άλλους «ομοϊδεάτες» με λεπτομέρειες για το πώς ήθελαν να ναρκώσουν τα θύματά τους, ποια φάρμακα ή ηρεμιστικά να χρησιμοποιήσουν και πώς να τα χορηγήσουν. Σε άλλες περιπτώσεις, ζητούσαν συγκεκριμένες μορφές κακοποίησης, τη βιντεοσκόπησή τους ή τη συμμετοχή περισσότερων ατόμων στις επιθέσεις.
Σύμφωνα με την NCA, οι χρήστες αντάλλασσαν επίσης μεθόδους δράσης και τρόπους αποφυγής του εντοπισμού από τις αρχές. Σε πολλές από τις υποθέσεις που έχουν εξεταστεί μέχρι στιγμής, τα θύματα είχαν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση ενώ βρίσκονταν υπό την επήρεια ουσιών, γεγονός που σημαίνει ότι ορισμένα μπορεί να μην γνωρίζουν καν τι τους συνέβη.
Ο Λίρι χαρακτήρισε την κλίμακα όσων έχουν εντοπίσει οι ερευνητές «βαθιά ανησυχητική». Όπως είπε, δεν πρόκειται πλέον για μεμονωμένη συμπεριφορά, αλλά για φαινόμενο που εμφανίζεται όλο και πιο οργανωμένο.
Η υπηρεσία εκτιμά ότι υπάρχουν και άλλες ομάδες που εμπλέκονται σε τέτοιου είδους εγκλήματα, πολλές από τις οποίες δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί από τις αρχές.
Επιχείρηση της Europol σε επτά χώρες
Σε ξεχωριστή επιχείρηση, η Europol ανακοίνωσε την Πέμπτη ότι συνεργάστηκε με αρχές επιβολής του νόμου από επτά χώρες, στο πλαίσιο μιας πρωτοφανούς δράσης κατά σεξουαλικών επιθέσεων με χρήση ναρκωτικών ή άλλων ουσιών.
Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή αστυνομική υπηρεσία, η επιχείρηση οδήγησε στην ταυτοποίηση 156 θυμάτων και δραστών.
Η Χέλεν Μίλιτσαπ, διευθύντρια του National Centre for Violence Against Women and Girls and Public Protection, χαρακτήρισε τις οργανωμένες σεξουαλικές επιθέσεις με χρήση ουσιών «σοβαρή και εξελισσόμενη απειλή».
Όπως είπε, τέτοιου είδους εγκλήματα συνδέονται με την ενδοοικογενειακή κακοποίηση, τον έλεγχο, τον εξαναγκασμό και τη σεξουαλική βία. Αν και δεν είναι καινούργιο φαινόμενο, η διαδικτυακή διάσταση αλλάζει την κλίμακα και τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η κακοποίηση.
Η Μίλιτσαπ σημείωσε ότι πολλά από τα θύματα μπορεί να μην γνωρίζουν ότι έχουν υποστεί κακοποίηση, μέχρι να επικοινωνήσει μαζί τους η αστυνομία ή μέχρι να δουν ψηφιακό υλικό που αποδεικνύει τι συνέβη.
«Αναγνωρίζουμε πόσο μπερδεμένο και οδυνηρό μπορεί να είναι αυτό, ιδιαίτερα όταν ο υπεύθυνος είναι κάποιος γνωστός και έμπιστος», ανέφερε. Κάλεσε επίσης όσους υποψιάζονται ότι μπορεί να έχουν πέσει θύματα να ζητήσουν βοήθεια, ακόμη και αν δεν έχουν αποδείξεις ή καθαρή ανάμνηση των γεγονότων.
Η Σιόμπαν Μπλέικ, επικεφαλής για υποθέσεις βιασμού και σοβαρών σεξουαλικών αδικημάτων στην εισαγγελική υπηρεσία CPS, δήλωσε ότι οι αρχές έχουν βρεθεί αντιμέτωπες με ορισμένες από τις πιο αποτρόπαιες υποθέσεις που έχει δει στα 25 χρόνια της ως εισαγγελέας.
Όπως είπε, οι υποθέσεις αυτές αφορούν μια ακραία κατάχρηση εμπιστοσύνης απέναντι σε θύματα από ανθρώπους που θα έπρεπε να είναι οι πρώτοι που θα τα φρόντιζαν και θα τα προστάτευαν.
Η CPS χειρίζεται ήδη μικρό αριθμό τέτοιων υποθέσεων και συνεργάζεται με την αστυνομία για τη συγκέντρωση στοιχείων, τη δόμηση των φακέλων και την παραπομπή των δραστών στη δικαιοσύνη.
Η Μπλέικ σημείωσε ότι η τεχνολογία έχει αυξήσει την κλίμακα της κακοποίησης, δημιουργώντας νέους τρόπους εκμετάλλευσης. Την ίδια στιγμή, όμως, αφήνει και ψηφιακά ίχνη που μπορούν να βοηθήσουν τις αρχές να εντοπίσουν τους δράστες και να τους οδηγήσουν στο δικαστήριο.
Σύμφωνα με την ίδια, οι εισαγγελικές αρχές χρησιμοποιούν κάθε διαθέσιμο εργαλείο για να ανταποκριθούν στη μεταβαλλόμενη φύση αυτών των σεξουαλικών εγκλημάτων και να σχηματίσουν όσο το δυνατόν ισχυρότερες υποθέσεις.
Με πληροφορίες από Guardian















