Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Γερμανία: Έκλεισε το ρωσικό προξενείο στη Βόννη – Στο χαμηλότερο σημείο οι σχέσεις με τη Μόσχα


Η Γερμανία έκλεισε το ρωσικό γενικό προξενείο στη Βόννη και το Ρωσικό Σπίτι στο Βερολίνο, κατηγορώντας τη Μόσχα για κατασκοπευτική δραστηριότητα, σε μία ακόμη ένδειξη της βαθιάς ρήξης στις σχέσεις των δύο χωρών.

Η Ρωσία απάντησε κλείνοντας τα Ινστιτούτα Γκαίτε στη χώρα και το γερμανικό προξενείο στην Αγία Πετρούπολη.

Οι νέες διπλωματικές κινήσεις ήρθαν μετά τo περιστατικό με το οπλισμένο drone που εντοπίστηκε και εξουδετερώθηκε τον Αύγουστο στο αεροδρόμιο της Λειψίας, κοντά σε ουκρανικά μεταγωγικά αεροσκάφη που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά μεγάλου μέρους της γερμανικής στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία.

Το Βερολίνο απέδωσε δημόσια την ευθύνη στη Ρωσία, κάτι που συνέβη για πρώτη φορά σε τέτοιο περιστατικό. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν αρνήθηκε οποιαδήποτε ρωσική εμπλοκή, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ χαρακτήρισε τις γερμανικές κατηγορίες την «αρχή ενός πραγματικού πολέμου».

Γερμανία – Ρωσία: Από το φθηνό ρωσικό αέριο στη βαθιά ρήξη

Η σημερινή εικόνα απέχει πολύ από τις σχέσεις που είχαν οικοδομήσει Βερολίνο και Μόσχα τις προηγούμενες δεκαετίες.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Γερμανία βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στο φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο, το οποίο βοήθησε τη γερμανική βιομηχανία να διατηρήσει χαμηλότερο ενεργειακό κόστος και να ενισχύσει τις εξαγωγές της.

Η στενή οικονομική συνεργασία συνεχίστηκε ακόμη και μετά την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014. Την ίδια περίοδο προχώρησε και το σχέδιο για τον αγωγό Nord Stream 2, που θα μετέφερε απευθείας ρωσικό φυσικό αέριο στη Γερμανία παρακάμπτοντας την Ουκρανία.

Άλλες ευρωπαϊκές χώρες και οι ΗΠΑ είχαν τότε προειδοποιήσει ότι ο αγωγός θα έδινε στη Μόσχα μεγαλύτερη δυνατότητα πίεσης απέναντι στην Ευρώπη.

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022 ανέτρεψε αυτή τη σχέση. Στο Βερολίνο κατέρρευσε η πεποίθηση ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως φρένο σε μια μεγάλη στρατιωτική σύγκρουση στην Ευρώπη.

Ο Μάριο Μπάουμαν, ειδικός σε θέματα Ρωσίας στο Γερμανικό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων, εκτίμησε μιλώντας στη DW ότι πριν από την εισβολή κυριαρχούσε στη Γερμανία η άποψη πως μια επίθεση στην Ουκρανία δεν θα ήταν λογική επιλογή για τη Μόσχα, επειδή το οικονομικό, στρατιωτικό και πολιτικό κόστος θα ήταν πολύ μεγάλο.

Κατά τον ίδιο, η γερμανική πλευρά «πρόβαλε τη δική της λογική στη Ρωσία» και υποτίμησε τις αναθεωρητικές και αυτοκρατορικές φιλοδοξίες του ρωσικού καθεστώτος.

Η στροφή της Γερμανίας μετά το 2022

Λίγες ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου, ο τότε καγκελάριος Όλαφ Σολτς μίλησε για «Zeitenwende», μια ιστορική καμπή στη γερμανική εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας.

Έκτοτε, η Γερμανία έχει αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες και ενισχύει τις ένοπλες δυνάμεις της. Ο υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους είχε δηλώσει το 2023 ότι η χώρα πρέπει να γίνει «ικανή να διεξάγει πόλεμο», διατύπωση που εξακολουθεί να προκαλεί αντιδράσεις από όσους θεωρούν ότι εντείνει την αντιπαράθεση με τη Ρωσία.

Παράλληλα, το Βερολίνο έβαλε τέλος στη μακρόχρονη ενεργειακή εξάρτηση από τη Μόσχα και εγκατέλειψε το Nord Stream 2. Τον Σεπτέμβριο του 2022, ο αγωγός υπέστη εκρήξεις, ενώ η γερμανική ομοσπονδιακή εισαγγελία έχει συνδέσει την επίθεση με ουκρανική ομάδα.

Οι κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν περιορίσει δραστικά το εμπόριο μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας, ενώ η συνεργασία των δύο χωρών σε πολιτισμό, επιστήμη και εκπαίδευση έχει σχεδόν παγώσει.

Η στάση του Βερολίνου απέναντι στη Μόσχα έγινε ακόμη πιο σκληρή με τον Φρίντριχ Μερτς. Ως αρχηγός τότε της κοινοβουλευτικής ομάδας CDU/CSU είχε δηλώσει το 2024 ότι «η Ουκρανία πρέπει να κερδίσει τον πόλεμο» και «η Ρωσία πρέπει να τον χάσει».

Έναν χρόνο αργότερα, ως καγκελάριος, μίλησε για την ανάγκη να επιταχυνθεί η «οικονομική εξάντληση» της Ρωσίας. Ωστόσο, σύμφωνα με τη DW, η Μόσχα δεν έχει μέχρι σήμερα δείξει σοβαρή διάθεση για συμβιβασμό.

Παράλληλα, η γερμανική κυβέρνηση θεωρεί ότι η στήριξή της προς την Ουκρανία έχει καταστήσει τη χώρα στόχο ρωσικών υβριδικών ενεργειών. Το Βερολίνο έχει κατηγορήσει τη Μόσχα για κυβερνοεπιθέσεις σε κρατικές υπηρεσίες και κρίσιμες υποδομές, ενώ η υπόθεση του drone στη Λειψία ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτή την καχυποψία.

Πίεση και στο εσωτερικό της Γερμανίας

Η πολιτική απέναντι στη Ρωσία προκαλεί πλέον μεγαλύτερες αντιδράσεις και στο εσωτερικό της χώρας.

Το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), το οποίο έχει ενισχυθεί σε περιφερειακές εκλογές και στις δημοσκοπήσεις, ζητά να σταματήσει η στρατιωτική στήριξη προς την Ουκρανία και να αποκατασταθούν οι οικονομικές σχέσεις με τη Ρωσία, μεταξύ άλλων μέσω νέων συμφωνιών για πετρέλαιο και φυσικό αέριο.

Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερο βάρος λόγω του υψηλού ενεργειακού κόστους στη Γερμανία.

Σε πρόσφατη δημοσκόπηση του ARD Deutschlandtrend, το 42% των ερωτηθέντων απάντησε ότι η στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία έχει προχωρήσει υπερβολικά.

Ο πολιτικός επιστήμονας Σβεν Λόινιγκ εκτιμά ότι για πολλούς ψηφοφόρους η στάση αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα συνολική απόρριψη της στήριξης προς την Ουκρανία, αλλά περισσότερο φόβο ότι η Γερμανία μπορεί να εμπλακεί ακόμη βαθύτερα στη σύγκρουση.

Κατά τον ίδιο, εάν η δημόσια στήριξη προς την κυβερνητική πολιτική συνεχίσει να υποχωρεί, το Βερολίνο θα δεχθεί αυξανόμενη πίεση να προσαρμόσει τη στάση του.

Με πληροφορίες από Deutsche Welle



Πηγή: www.lifo.gr