Η Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν έγινε ξανά πεδίο πολιτιστικού πολέμου — αυτήν τη φορά για το «woke».
Μετά τα εισιτήρια, τα memes, τις ακαδημαϊκές αντιπαραθέσεις και τον καβγά για το αν ο Νόλαν «πρόδωσε» ή ανανέωσε τον Όμηρο, η ταινία επιστρέφει στο κέντρο της συζήτησης μέσα από ένα νέο επιχείρημα: ότι η δεξιά οργή για το casting ίσως έχασε το πιο πολιτικό σημείο της ταινίας.
Σε άρθρο του στον Guardian, ο Πίτερ Σουάλοου, βουλευτής των Εργατικών και πρόεδρος της διακομματικής κοινοβουλευτικής ομάδας για τις κλασικές σπουδές στη Βρετανία, υποστηρίζει ότι η επίθεση στην Οδύσσεια για τη δήθεν «wokeness» της έμεινε στην επιφάνεια. Το βασικό παράδειγμα ήταν η επιλογή της Λουπίτα Νιόνγκο για τον ρόλο της Ελένης της Τροίας, η οποία είχε προκαλέσει αντιδράσεις σε δεξιούς σχολιαστές πολύ πριν βγει η ταινία στις αίθουσες.
Ο πιο θορυβώδης επικριτής υπήρξε ο Έλον Μασκ, ο οποίος είχε κατηγορήσει τον Νόλαν για το casting και είχε αφήσει να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να φτιάξει μέσω Grok μια «ιστορικά ακριβή» εκδοχή της Οδύσσειας. Το ειρωνικό, όπως σημειώνει το νέο άρθρο, είναι ότι όλη αυτή η συζήτηση περί «ιστορικής ακρίβειας» αφορά μια κινηματογραφική διασκευή ενός μυθικού έπους, όπου η Ελένη είναι κόρη του Δία και οι κανόνες της πραγματικότητας δεν λειτουργούν ακριβώς όπως σε ένα σχολικό εγχειρίδιο.
Για τον Σουάλοου, όμως, το ουσιαστικότερο σημείο δεν είναι η φυλή των ηθοποιών ούτε τα κράνη, οι προφορές ή οι λεπτομέρειες της σκηνογραφίας. Είναι η ξενία ο αρχαίος κώδικας φιλοξενίας, προστασίας και αμοιβαιότητας απέναντι στον ξένο. Στην ταινία του Νόλαν, όπως και στον Όμηρο, η ξενία εμφανίζεται ως «νόμος του Δία»: ένας κανόνας που ρυθμίζει το πώς οι άνθρωποι, οι πόλεις και οι πολιτισμοί οφείλουν να συμπεριφέρονται ο ένας στον άλλον.
Εκεί βρίσκεται και η πιο ενδιαφέρουσα πολιτική ανάγνωση. Αν η Οδύσσεια του Νόλαν είναι «woke», δεν είναι επειδή διάλεξε τη Λουπίτα Νιόνγκο για την Ελένη της Τροίας. Είναι επειδή παρουσιάζει έναν κόσμο που καταρρέει όταν οι κανόνες φιλοξενίας, προστασίας και αμοιβαίας υποχρέωσης διαλύονται. Με άλλα λόγια, η ταινία δεν απειλεί την ακροδεξιά φαντασίωση της αρχαιότητας μόνο επειδή αλλάζει την εικόνα της. Την απειλεί επειδή θυμίζει ότι ο Όμηρος δεν είναι εγχειρίδιο φυλετικής καθαρότητας, αλλά ιστορία για νόμους, ξένους, επιστροφές, παραβιάσεις και συνέπειες.
Στο φινάλε της ταινίας, ο Οδυσσέας και η Πηνελόπη βλέπουν τον κόσμο τους να βρίσκεται στα όρια της κατάρρευσης. Ο Σουάλοου διαβάζει αυτή τη σκηνή ως σύγχρονη αλληγορία για μια διεθνή τάξη που χάνει τους κανόνες της: την κυριαρχία των κρατών, τη διπλωματία, τη συνεργασία, την κοινή ευθύνη. Σε έναν όλο και πιο εθνικιστικό κόσμο, η ιδέα ότι ο πολιτισμός επιβιώνει μόνο όταν τηρούνται κανόνες απέναντι στον ξένο είναι ίσως πιο ριζοσπαστική από οποιαδήποτε επιλογή casting.
Αυτό κάνει την Οδύσσεια του Νόλαν κάτι περισσότερο από μια μεγάλη κινηματογραφική επιτυχία. Η ταινία έχει γίνει ένα σπάνιο ποπ πεδίο όπου συγκρούονται όλοι: φαν του Νόλαν, κλασικιστές, κριτικοί, δεξιοί σχολιαστές, ακαδημαϊκοί, λάτρεις του ΙΜΑΧ, όσοι βλέπουν στον Όμηρο παράδοση και όσοι βλέπουν έναν μύθο που πάντα μεταφραζόταν ξανά.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ομηρικό στοιχείο της ίδιας της ταινίας: ότι δεν έχει μείνει ποτέ ακίνητη. Όπως κάθε μεγάλο έπος, περνά από στόμα σε στόμα, αλλάζει νόημα ανάλογα με το ποιος το διηγείται και κάθε φορά αποκαλύπτει περισσότερο εκείνον που το διαβάζει παρά μόνο αυτόν που το έγραψε.
Με στοιχεία από Guardian















