Η Βιρτζίνια Γουλφ δεν ανήκει πια μόνο στα πανεπιστημιακά σεμινάρια, στις σημειώσεις της αγγλικής λογοτεχνίας και στις υπογραμμισμένες σελίδες του μοντερνισμού. Ογδόντα πέντε χρόνια μετά τον θάνατό της, η συγγραφέας του Mrs Dalloway και του To the Lighthouse μοιάζει να επιστρέφει με απροσδόκητη ένταση στο κέντρο της κουλτούρας.
Η αφορμή είναι η νέα κινηματογραφική διασκευή του Night and Day, που βγαίνει στις αίθουσες αυτή την εβδομάδα. Η ταινία, σε σκηνοθεσία της Τίνα Γκαραβί, βασίζεται στο μυθιστόρημα της Γουλφ του 1919 και μετατρέπει την ιστορία σε ρομαντική κομεντί με φεμινιστικό υπόστρωμα. Στο καστ βρίσκονται, μεταξύ άλλων, η Χέιλι Μπένετ, ο Τίμοθι Σπολ, η Τζένιφερ Σόντερς, ο Τζακ Γουάιτχολ και η Λίλι Άλεν.
Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται μια γυναίκα αστρονόμος, της οποίας η προσεκτικά οργανωμένη ζωή διαταράσσεται όταν μπλέκεται σε ένα ερωτικό τρίγωνο. Πίσω από το ρομαντικό σχήμα, όμως, βρίσκεται ένα θέμα που επιστρέφει διαρκώς στη Γουλφ: τι σημαίνει για μια γυναίκα να επιθυμεί, να σκέφτεται, να εργάζεται και να υπάρχει έξω από τις προσδοκίες που της επιβάλλει η εποχή της.
Η Γκαραβί, Βρετανοϊρανή σκηνοθέτρια γνωστή από το I Am Nasrine, δηλώνει στον Guardian πως διάβασε τη Γουλφ ως μια συγγραφέα που έγραψε για την προσωπική εμπειρία σε έναν κόσμο που υποτιμούσε τις γυναικείες ιστορίες και φωνές. Στο Night and Day την ενδιέφερε ιδιαίτερα η Κάθριν Χίλμπερι, η ηρωίδα που φοβάται τον έρωτα όχι επειδή είναι ψυχρή, αλλά επειδή για μια γυναίκα της εποχής της ο έρωτας μπορούσε πολύ εύκολα να σημαίνει παιδιά, γάμο, οικιακή υποταγή και απώλεια ελευθερίας.
Η σκηνοθέτρια και η σεναριογράφος Τζάστιν Γουάντελ πήραν μια μικρή αναφορά του βιβλίου στην αστρονομία και την έκαναν συναισθηματικό κέντρο της ταινίας. Η εικόνα μιας γυναίκας που κοιτάζει τον ουρανό γίνεται τρόπος να διαβαστεί ξανά η Γουλφ: όχι ως παλιά λογοτεχνική φιγούρα, αλλά ως συγγραφέας που ενδιαφερόταν για το πώς η κοινωνία μικραίνει τις γυναίκες ενώ εκείνες κοιτούν κάτι απείρως μεγαλύτερο από τον ρόλο που τους έχει ανατεθεί.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το Night and Day δεν έρχεται μόνο του. Τον τελευταίο καιρό η Γουλφ εμφανίζεται ξανά παντού. Στις Κάννες συζητήθηκε έντονα το Clarissa, μια σύγχρονη επανεγγραφή του Mrs Dalloway τοποθετημένη στο σημερινό Λάγος της Νιγηρίας. Η ταινία, σε σκηνοθεσία των αδελφών Άρι και Τσούκο Εσίρι, ακολουθεί μια γυναίκα της υψηλής κοινωνίας που ετοιμάζεται να διοργανώσει ένα πάρτι, όταν πρόσωπα από το παρελθόν της επιστρέφουν απροσδόκητα. Πρωταγωνιστούν η Σόφι Οκονέντο, ο Ντέιβιντ Ογιελόουο και η Άγιο Εντεμπίρι, ενώ η ταινία ήταν υποψήφια για το Queer Palm.
Η μεταφορά του Mrs Dalloway στο Λάγος δείχνει ακριβώς γιατί η Γουλφ εξακολουθεί να λειτουργεί. Τα βιβλία της δεν είναι δεμένα μόνο με την Αγγλία του μεσοπολέμου. Είναι φτιαγμένα από εσωτερικές φωνές, κοινωνικές πιέσεις, μνήμες, επιθυμίες, απώλειες, ταξικές και έμφυλες προσδοκίες. Αυτά τα υλικά μπορούν να μετακινηθούν. Μπορούν να περάσουν από το Λονδίνο στο Λάγος, από το μυθιστόρημα στον κινηματογράφο, από τη σελίδα στο queer φεστιβαλικό κύκλωμα.
Ο Τσούκο Εσίρι διάβασε το Mrs Dalloway ως έφηβος σε βρετανικό οικοτροφείο. Όπως λέει, τότε δεν το καταλάβαινε πλήρως, αλλά το ένιωθε. Αργότερα είδε στους χαρακτήρες του βιβλίου κομμάτια ανθρώπων που γνώριζε. Για τους δημιουργούς του Clarissa, η σημερινή Νιγηρία και η Αγγλία της δεκαετίας του 1920 έχουν παράξενες ομοιότητες, ειδικά ως προς τον κοινωνικό συντηρητισμό. Αυτό είναι και το κλειδί των σύγχρονων διασκευών: δεν προσπαθούν να φυλάξουν τη Γουλφ σε γυάλινη προθήκη. Τη δοκιμάζουν σε άλλους τόπους, άλλα σώματα, άλλες πολιτικές θερμοκρασίες.
Η Γουλφ υπήρξε πάντα δύσκολη για διασκευή, ακριβώς επειδή το έργο της είναι τόσο εσωτερικό. Η δράση συχνά συμβαίνει στη συνείδηση, στη ροή των σκέψεων, στις παύσεις, στις μνήμες, στα μικρά ρήγματα μιας ημέρας. Κι όμως, αυτή η εσωτερικότητα είναι που την κάνει τόσο ελκυστική για το σινεμά και το θέατρο σήμερα. Η κάμερα, η φωνή, ο μονόλογος, η σκηνική παρουσία μπορούν να μετατρέψουν τη συνείδηση σε χώρο.
Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει. Το The Hours του Στίβεν Ντάλντρι, το 2002, συνέδεσε τρεις γυναίκες μέσα από τη σκιά του Mrs Dalloway. Το Orlando της Σάλι Πότερ, το 1992, με την Τίλντα Σουίντον, παραμένει μια από τις πιο ριζοσπαστικές κινηματογραφικές συναντήσεις με το πνεύμα της Γουλφ: παιχνιδιάρικο, έμφυλα ρευστό, ελεύθερο απέναντι στον χρόνο και την ταυτότητα.
Σήμερα, η επιστροφή δεν περιορίζεται στον κινηματογράφο. Στο Λονδίνο, μια θεατρική διασκευή του The Waves στο Jermyn Street Theatre γνώρισε θερμή υποδοχή, ενώ μια περιοδεύουσα παράσταση του Mrs Dalloway, με την Κιτ Γκριν να ερμηνεύει 16 ρόλους, επίσης συγκέντρωσε την προσοχή. Το φθινόπωρο, το West End θα φιλοξενήσει νέα αναβίωση του Who’s Afraid of Virginia Woolf? του Έντουαρντ Άλμπι, με την Γκίλιαν Άντερσον και τον Μπίλι Κράνταπ. Το έργο δεν βασίζεται σε κείμενο της Γουλφ, αλλά ο τίτλος του δείχνει κάτι σημαντικό: το όνομά της έχει γίνει πια πολιτισμική συντομογραφία για μια έντονη, εσωτερική, διανοητική και συναισθηματικά εκρηκτική κατάσταση.
Παράλληλα, η Γουλφ κυκλοφορεί ξανά και στα social media. Φράσεις από το Mrs Dalloway και το A Room of One’s Own εμφανίζονται σε αναρτήσεις, moodboards, λογαριασμούς βιβλιόφιλων, φεμινιστικά και queer συμφραζόμενα. Το απόσπασμα, το quote, η εικόνα της συγγραφέα, η ιδέα του δωματίου ως χώρου ανεξαρτησίας, όλα λειτουργούν ξανά για νεότερα κοινά που δεν την πλησιάζουν απαραίτητα ως «ύλη», αλλά ως φωνή που μοιάζει να μιλά ακόμη για τη δυσκολία του να έχεις δικό σου χώρο, δική σου γλώσσα, δική σου επιθυμία.
Εδώ υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της απλοποίησης. Η Γουλφ δεν είναι απλώς μια συγγραφέας που γράφει ωραίες φράσεις για την ευαισθησία. Δεν είναι lifestyle icon της εσωστρέφειας. Το έργο της είναι πιο δύσκολο, πιο αιχμηρό και πιο πολιτικό από τις εύκολες αναρτήσεις που συχνά το ανακυκλώνουν. Αλλά ίσως αυτή η διάχυση να δείχνει και κάτι αληθινό: ότι οι μεγάλες συγγραφικές φωνές επιβιώνουν όταν μπορούν να μεταφερθούν, να παρεξηγηθούν, να επαναχρησιμοποιηθούν και παρ’ όλα αυτά να συνεχίσουν να εκπέμπουν κάτι που δεν εξαντλείται.
Η Γκαραβί λέει ότι η Γουλφ παραμένει πιο επίκαιρη από ποτέ, επειδή, έναν αιώνα μετά, οι γυναικείες φωνές δεν είναι ακόμη ίσες με τις ανδρικές. Για εκείνη, η διασκευή της Γουλφ σήμερα δεν μπορεί να είναι ευλαβική αναπαράσταση εποχής. Πρέπει να είναι μοντέρνα με τον τρόπο που η ίδια η Γουλφ υπήρξε μοντέρνα: να ρωτά τι θα έκανε σήμερα, ποιες ζωές θα έβαζε στο κέντρο, ποιες φωνές θα άφηνε να ακουστούν. Γι’ αυτό μιλά για μαύρους, queer και trans χαρακτήρες μέσα στη νέα διασκευή.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι γιατί επιστρέφει η Βιρτζίνια Γουλφ. Είναι γιατί δεν έφυγε ποτέ πραγματικά. Το έργο της κατοίκησε από νωρίς την εσωτερική ζωή ως πολιτικό πεδίο. Έδειξε ότι μια γυναίκα που σκέφτεται, θυμάται, επιθυμεί, κουράζεται, πνίγεται από κοινωνικές προσδοκίες ή ζητά ένα δωμάτιο δικό της, δεν είναι μικρό θέμα. Είναι ολόκληρος κόσμος.
Γι’ αυτό και η σημερινή Woolfmania, αν μπορούμε να την πούμε έτσι, έχει ενδιαφέρον. Δεν αφορά μόνο τη νοσταλγία για μια κλασική συγγραφέα. Αφορά την ανάγκη να ξαναδιαβάσουμε την εσωτερικότητα όχι ως απόδραση από την πολιτική, αλλά ως έναν από τους πιο βαθιούς τόπους της.
Σε έναν κόσμο που ζητά διαρκώς εξωτερική παρουσία, ταχύτητα, καθαρή τοποθέτηση και δημόσια εικόνα, η Γουλφ επιστρέφει με κάτι σχεδόν αντίθετο: την επιμονή ότι η συνείδηση είναι άβυσσος, ότι η επιθυμία είναι κοινωνική δύναμη, ότι μια μέρα στη ζωή μιας γυναίκας μπορεί να χωρέσει έναν ολόκληρο αιώνα.
με στοιχεία από Guardian















