Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Γιατί ο Ρούφους Γουέινραϊτ επιστρέφει στην Τζούντι Γκάρλαντ όταν η Αμερική σκοτεινιάζει ξανά


Ο Ρούφους Γουέινραϊτ δεν επιστρέφει στην Τζούντι Γκάρλαντ από νοσταλγία. Επιστρέφει γιατί υπάρχουν στιγμές που τα παλιά τραγούδια ακούγονται σαν κάτι περισσότερο από τραγούδια.

Το 2006, όταν ανέβηκε για πρώτη φορά στη σκηνή για να αναβιώσει το μυθικό live της Γκάρλαντ στο Carnegie Hall του 1961, η Αμερική βρισκόταν μέσα στη σκιά του πολέμου στο Ιράκ. Ο ίδιος δεν άντεχε τότε τη χώρα του. Άρχισε να ακούει το Judy Garland at Carnegie Hall σαν σωσίβιο, σαν υπενθύμιση όλων όσων η Αμερική μπορούσε κάποτε να είναι, να δημιουργεί, να εκπροσωπεί.

Είκοσι χρόνια μετά, επιστρέφει στο Rufus Does Judy για μια τελευταία φορά, στο Royal Albert Hall του Λονδίνου, στις 10 Ιουνίου. Και η επιστροφή αυτή δεν μοιάζει με απλή επέτειο. Ο Γουέινραϊτ λέει πως δεν θέλει να φτάσει στα 60 του και να «ουρλιάζει show tunes». Θέλει να βάλει μια τελεία, να γιορτάσει αυτό που σήμαινε η παράσταση για τον ίδιο και για όσους την αγάπησαν. Μόνο που το πολιτικό φόντο έχει ξανασκοτεινιάσει.

Ο Γουέινραϊτ βλέπει την Αμερική να γυρίζει πάλι προς έναν εφιάλτη. Μιλά για ένα αμερικανικό όνειρο που έχει αναποδογυρίσει με τρομακτικό τρόπο, για δικαιώματα που απειλούνται, για τρανς ανθρώπους που βρίσκονται στο στόχαστρο ενός πραγματικού «κυνηγιού μαγισσών».

Δεν μιλά για την Τζούντι Γκάρλαντ σαν μουσειακό αντικείμενο ή σαν παλιό gay icon. Τη βλέπει σαν φάντασμα μιας Αμερικής που ακόμη μπορούσε να παράγει φωνή, μεγαλείο, ευθραυστότητα, θέαμα και πόνο στην ίδια ανάσα.

Για τη Γκάρλαντ λέει κάτι υπέροχο: ότι ήταν ένας «όμορφος εξωγήινος». Όχι απλώς μια μεγάλη φωνή, όχι απλώς μια τραγική diva, όχι απλώς το πρόσωπο που έγινε αιώνιο καταφύγιο για γενιές queer θεατών. Κάτι άλλο. Μια παρουσία που είχε με την κάμερα και τη σκηνή μια σχέση σχεδόν ανεξήγητη. Η Ελίζαμπεθ Τέιλορ και η Μέριλιν Μονρόε ήταν καλλονές, λέει. Η Τζούντι ήταν κάτι διαφορετικό.

Ίσως επειδή ποτέ δεν έμοιαζε πλήρως προστατευμένη από το ίδιο της το χάρισμα.

Η Γκάρλαντ πέθανε στα 47. Ο Γουέινραϊτ είναι σήμερα 52, καθαρός εδώ και χρόνια από τις ουσίες, και δεν αποφεύγει τη σύνδεση. Λέει ότι το γεγονός πως μπορεί να κάνει αυτή την παράσταση σε μεγαλύτερη ηλικία από εκείνη στην οποία πέθανε η Τζούντι είναι δώρο και ευλογία. Ξέρει πολύ καλά πως θα μπορούσε να είχε βρεθεί στο ίδιο σκοτάδι. Δεν το λέει για να συγκρίνει τα τραύματα. Το λέει γιατί η σχέση του μαζί της δεν υπήρξε ποτέ μόνο μουσική. Υπήρξε συγγένεια κινδύνου.

Το Rufus Does Judy δεν είναι απλώς ένας άντρας που τραγουδά τα τραγούδια μιας γυναίκας. Είναι ένας queer καλλιτέχνης που περνά μέσα από μια άλλη φωνή για να αγγίξει την ιστορία της επιβίωσης, της εξάρτησης, της λάμψης, της εξάντλησης, της αμερικανικής σκηνής ως τόπου σωτηρίας και καύσης.

Η Τζούντι Γκάρλαντ υπήρξε για δεκαετίες κάτι σαν μυστική μητέρα της queer μελαγχολίας: όχι επειδή «ανήκε» στους γκέι άντρες, όπως λέγεται συχνά τεμπέλικα, αλλά επειδή έκανε δημόσιο το θέαμα ενός σώματος που έπρεπε να λάμπει ενώ κατέρρεε.

Ο Γουέινραϊτ το καταλαβαίνει αυτό από μέσα. Και ίσως γι’ αυτό η δική του Τζούντι δεν είναι drag, δεν είναι μίμηση, δεν είναι camp καρικατούρα. Είναι φόρος τιμής σε ένα είδος αμερικανικής πληγής που τραγουδάει με τέλεια άρθρωση.

Στη συνέντευξη υπάρχει και ένα πιο προσωπικό, χαμηλό φως: η μητέρα του, Kate McGarrigle. Ο Γουέινραϊτ μιλά για εκείνη με τρυφερότητα και πένθος, λέγοντας πως θέλει να προωθήσει τη δική της τραγουδοποιία, γιατί τη θεωρεί μία από τις μεγάλες ιδιοφυΐες της εποχής της. Το να το κάνει, λέει, είναι χαρά και λύπη μαζί.

Τη Mother’s Day, καθώς καθάριζε το διαμέρισμά του, άκουσε ένα τραγούδι της και ένιωσε ότι μπορούσε να γιορτάσει τη μέρα με κάποια που δεν ήταν πια εκεί, αλλά ήταν παρούσα με απολύτως χειροπιαστό τρόπο.

Αυτός είναι ο κόσμος του Ρούφους Γουέινραϊτ: οι νεκροί δεν φεύγουν, τραγουδούν.

Η Τζούντι, η μητέρα του, η οικογενειακή μουσική κληρονομιά, η Λάιζα Μινέλι, με την οποία είχε μια περίπλοκη σχέση λόγω της δικής του μεγάλης προσκόλλησης στη Γκάρλαντ, όλα επιστρέφουν ως φωνές που ζητούν μια τελευταία συμφιλίωση. Ο ίδιος λέει ότι την περασμένη Πρωτοχρονιά πέρασε μια υπέροχη βραδιά με τη Μινέλι, αγκαλιάστηκαν και τραγούδησαν μαζί. Για εκείνον, ήταν ένας τρόπος να δεθεί μια κορδέλα γύρω από ένα παλιό, δύσκολο πακέτο.

Και αυτό κάνει την τελευταία επιστροφή στην Τζούντι πιο συγκινητική. Δεν είναι μόνο τέλος παράστασης. Είναι τέλος κύκλου.

Την ίδια στιγμή, ο Γουέινραϊτ δεν αφήνει την πολιτική έξω από τη σκηνή. Η Τζούντι Γκάρλαντ, για εκείνον, δεν είναι φυγή από την Αμερική του Τραμπ. Είναι ένας τρόπος να θυμηθεί κανείς ότι υπήρξε και μια άλλη Αμερική, πραγματική ή φαντασιακή, φτιαγμένη από τραγούδια, μεγάλες αίθουσες, καταστροφικές φωνές και την πίστη ότι η τέχνη μπορεί να κρατήσει κάτι όρθιο όταν η χώρα γέρνει.

Το 2006, την είχε χρειαστεί για να αντέξει την Αμερική του Ιράκ. Το 2026, την ξαναχρειάζεται σε μια Αμερική όπου τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα ξαναγίνονται πεδίο μάχης και οι τρανς άνθρωποι αντιμετωπίζονται σαν πολιτικός στόχος. Τα τραγούδια, ξαφνικά, δεν είναι παλιά. Είναι σε κίνδυνο μαζί με όλα όσα εκπροσωπούν.

Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που η Τζούντι Γκάρλαντ δεν παλιώνει. Όχι επειδή είναι αιώνια με τον εύκολο τρόπο της νοσταλγίας, αλλά επειδή επιστρέφει κάθε φορά που η λάμψη χρειάζεται να αποδείξει ότι δεν είναι επιφανειακή. Κάθε φορά που ένα τραγούδι γίνεται καταφύγιο για όσους ξέρουν ότι η σκηνή μπορεί να σε σώσει και να σε καταστρέψει. Κάθε φορά που η Αμερική προδίδει τον εαυτό της και κάποιος ανοίγει ξανά ένα παλιό live για να θυμηθεί τι μπορούσε κάποτε να σημαίνει.

Ο Ρούφους Γουέινραϊτ λέει ότι αυτή θα είναι η τελευταία του Τζούντι. Μπορεί. Αλλά η Τζούντι Γκάρλαντ δεν είναι ακριβώς κάτι που τελειώνει. Είναι από εκείνα τα φαντάσματα που δεν ζητούν να μείνουν νέα. Ζητούν μόνο να ακουστούν ξανά όταν ο κόσμος σκοτεινιάζει.

Και τώρα, προφανώς, έχουν πάλι δουλειά.

Με στοιχεία από Observer



Πηγή: www.lifo.gr