Υπάρχουν εικόνες που ξεκινούν ως σινεμά και κάποια στιγμή ξεφεύγουν από την ταινία. Ο Rocky που ανεβαίνει τα σκαλιά του Philadelphia Museum of Art, σηκώνει τα δύο χέρια στον αέρα και κοιτάζει την πόλη σαν να μπορεί, για λίγα δευτερόλεπτα, να τη νικήσει ολόκληρη, είναι μία από αυτές.
Μισό αιώνα μετά την πρώτη ταινία Rocky, το μουσείο της Φιλαδέλφειας επιχειρεί να καταλάβει γιατί εκατομμύρια άνθρωποι συνεχίζουν να τρέχουν στα ίδια σκαλιά, να υψώνουν τις γροθιές τους και να φωτογραφίζονται μπροστά στο μπρούντζινο άγαλμα ενός φανταστικού πυγμάχου.
Η έκθεση Rising Up: Rocky and the Making of Monuments ανοίγει στις 25 Απριλίου και θα διαρκέσει έως τις 2 Αυγούστου. Στο κέντρο της βρίσκεται το αυθεντικό μπρούντζινο άγαλμα του Rocky, που δημιούργησε ο γλύπτης A. Thomas Schomberg για την ταινία Rocky III του 1982. Είναι η πρώτη φορά που το άγαλμα μπαίνει μέσα στο Philadelphia Museum of Art, έπειτα από δεκαετίες δύσκολης σχέσης με τον θεσμό που στεκόταν κυριολεκτικά πίσω του.
Για χρόνια, το άγαλμα θεωρούνταν από πολλούς στο μουσείο περισσότερο κινηματογραφικό αντικείμενο παρά έργο τέχνης. Ο Λούις Μαρκέζανο, αναπληρωτής διευθυντής επιμελητικών υποθέσεων και συντήρησης του μουσείου, το είπε στους New York Times σχεδόν γελώντας: το ίδρυμα είχε μια «πολύ φορτισμένη σχέση» με ένα άγαλμα που ξεκίνησε ως αντικείμενο ταινίας και κάποτε προσπάθησε έντονα να απομακρύνει.
Αυτό που άλλαξε, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν η ανάγκη να καταλάβει το μουσείο τι ακριβώς πολεμούσε. Η αφορμή ήταν το podcast The Statue του NPR/WHYY, με παρουσιαστή τον Πολ Μ. Φάρμπερ, ο οποίος είναι τώρα guest curator της έκθεσης. Ο Φάρμπερ, διευθυντής και συνιδρυτής του Monument Lab, ενός μη κερδοσκοπικού στούντιο που μελετά τον ρόλο των μνημείων στη δημόσια ζωή, ξεκίνησε κι εκείνος με αμηχανία απέναντι στο άγαλμα. Μέχρι που η μητέρα του τού έκανε μια απλή παρατήρηση: κάθε μέρα, με οποιονδήποτε καιρό, οποιαδήποτε ώρα, υπάρχει ουρά ανθρώπων που περιμένουν να βρεθούν δίπλα του.
Από εκεί γεννήθηκε το βασικό ερώτημα της έκθεσης: γιατί εκατομμύρια άνθρωποι κάθε χρόνο επισκέπτονται το άγαλμα του Rocky;Η απάντηση, όπως λέει ο Φάρμπερ, δεν είναι μία. Είναι ένα στρώμα ιστοριών που ξεκινά από την αρχαιότητα, περνά από τη σύγχρονη τέχνη, συναντά την κουλτούρα της πυγμαχίας στη Φιλαδέλφεια και καταλήγει στη λατρεία του αουτσάιντερ, εκείνου που δεν έχει όλα τα προνόμια αλλά συνεχίζει να σηκώνεται.
Γι’ αυτό και η έκθεση δεν περιορίζεται στο άγαλμα. Περιλαμβάνει περισσότερα από 150 έργα και αντικείμενα σε οκτώ αίθουσες, με καλλιτέχνες όπως ο Κιθ Χάρινγκ, ο Άντι Γουόρχολ, η Κάρα Γουόκερ και η Κάρι Μέι Γουίμς. Το Rocky γίνεται η είσοδος σε μια μεγαλύτερη συζήτηση για τα μνημεία, τα σώματα, τους ήρωες, την πόλη και τις εικόνες που οι άνθρωποι αποφασίζουν να κρατήσουν ζωντανές.
Ανάμεσα στα έργα βρίσκεται η μαρμάρινη προτομή Joe Louis της Ruth Yates, που θυμίζει ότι οι πυγμάχοι είχαν αποκτήσει μνημειακή διάσταση πολύ πριν από τον Rocky. Ο Τζο Λούις δεν υπήρξε απλώς αθλητής. Μετά τη νίκη του απέναντι στον Γερμανό Μαξ Σμέλινγκ το 1938, λίγο πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έγινε σύμβολο ενός αγώνα που ξεπερνούσε το ρινγκ. Ο Φάρμπερ τον περιγράφει ως μια μορφή που βρέθηκε πολιτισμικά στην πρώτη γραμμή της μάχης ενάντια στον φασισμό.
Σε άλλο σημείο, το Undefeated του Kevin Jerome Everson, ένα ασπρόμαυρο φιλμ διάρκειας μόλις ενάμισι λεπτού, μεταφέρει την πυγμαχία στο επίπεδο της καθημερινής επιβίωσης. Δύο άνδρες βρίσκονται έξω στο κρύο. Ο ένας προσπαθεί να φτιάξει ένα χαλασμένο αυτοκίνητο. Ο άλλος αρχίζει να κάνει shadowboxing. Δεν υπάρχει δόξα, δεν υπάρχει στάδιο, δεν υπάρχει χειροκρότημα. Υπάρχει μόνο η μικρή, σχεδόν αόρατη μάχη του να συνεχίζεις.
Η γροθιά, όμως, δεν είναι ποτέ απλή. Στο Solidarity του Hank Willis Thomas, ένα υψωμένο χέρι γίνεται ταυτόχρονα σύνδεση, αγώνας και πολιτική χειρονομία. Ο Φάρμπερ θυμάται ότι, παρατηρώντας επισκέπτες μπροστά στο άγαλμα του Rocky, είδε μια οικογένεια να σηκώνει τη γροθιά της σαν Black Power χαιρετισμό. Λίγα λεπτά αργότερα, μια ομάδα λευκών ανδρών πόζαρε με σηκωμένες γροθιές σε μια χειρονομία λευκής ισχύος. Το ίδιο σώμα, η ίδια στάση, η ίδια εικόνα μπορούσε να κουβαλήσει αντίθετες ιστορίες.
Εδώ ακριβώς η έκθεση γίνεται πιο ενδιαφέρουσα από μια νοσταλγική επιστροφή στον Rocky. Δεν ρωτά μόνο αν το άγαλμα είναι τέχνη. Ρωτά τι συμβαίνει όταν μια πόλη διαλέγει ένα σύμβολο, το επαναλαμβάνει, το φωτογραφίζει, το πουλάει, το αγαπάει, το ειρωνεύεται και τελικά το αναγκάζει να γίνει μνημείο.
Στην έκθεση εμφανίζονται και άλλες μορφές της πυγμαχικής μυθολογίας: ο Τζο Φρέιζερ, ο Μοχάμεντ Άλι, ο Τζο Λούις. Υπάρχει έργο του LeRoy Neiman για τον Frazier πριν από το περίφημο Thrilla in Manila, υπάρχει φωτογραφία του Larry Fink από τη σειρά Blue Horizon, που καταγράφει τη σωματική ένταση της πυγμαχίας στη Φιλαδέλφεια με τέτοια εγγύτητα ώστε, όπως λέει ο Φάρμπερ, σχεδόν νιώθεις τον ιδρώτα και τη σκόνη στον αέρα.
Ιδιαίτερη θέση έχει και μια εικόνα της Ιρανής φωτογράφου Newsha Tavakolian από τη σειρά Listen. Η ίδια εμφανίζεται ντυμένη στα μαύρα, φορώντας κόκκινα γάντια του μποξ, αλλά χωρίς την έκρηξη της μάχης. Στέκεται ακίνητη. Για τον Μαρκέζανο, αυτή η ακινησία συνδέεται με μια άλλη μορφή αγώνα: τη σιωπή, την αορατότητα, την αδυναμία έκφρασης σε μια συνθήκη που περιορίζει τη φωνή και το σώμα.
Το άγαλμα του Rocky, λοιπόν, δεν μπαίνει απλώς στο μουσείο για να γίνει πιο «σοβαρό». Μπαίνει για να φανεί πόσο περίεργη είναι η διαδρομή μιας εικόνας που κάποτε απορρίφθηκε ως κιτς, τουριστική και υπερβολικά λαϊκή, αλλά τελικά κέρδισε κάτι που κανένα μουσείο δεν μπορεί μόνο του να απονείμει: χρήση, επανάληψη, μνήμη, λαϊκή πίστη. Αυτό είναι ίσως το πιο ωραίο παράδοξο της έκθεσης. Το μουσείο δεν νομιμοποιεί απλώς τον Rocky. Αναγνωρίζει ότι η πόλη τον είχε νομιμοποιήσει πρώτη.
Κάθε άνθρωπος που ανέβηκε τα σκαλιά, κάθε τουρίστας που σήκωσε τα χέρια, κάθε κάτοικος που γκρίνιαξε ή συγκινήθηκε, κάθε φωτογραφία μπροστά στο άγαλμα πρόσθεσε κάτι σε αυτή τη δημόσια ζωή του μνημείου. Ο Rocky μπορεί να ξεκίνησε ως κινηματογραφικό αντικείμενο, αλλά η Φιλαδέλφεια τον χρησιμοποίησε σαν μικρή τελετουργία επιμονής.
Η έκθεση καλεί και τους επισκέπτες να προτείνουν ποιον ή τι θα έκαναν οι ίδιοι μνημείο στην πόλη. Με αυτόν τον τρόπο μετακινεί το ερώτημα από τον Rocky σε κάτι πιο ανοιχτό: ποιος αξίζει να στηθεί σε κοινή θέα; Ποιες ιστορίες αντέχουν να γίνουν μπρούντζος; Και ποια σώματα, τελικά, αναγνωρίζουμε ως άξια μνήμης;
Με στοιχεία από New York Times και Axios.















