ΓΙΑ ΤΙ ΑΞΙΖΕΙ να πεθάνει κανείς; Πάντως όχι «για μια ξαπλώστρα», όπως «ο 82χρονος» ο οποίος υπέστη ανακοπή μετά από τη συμπλοκή του με «76χρονο» στην Ακτή Βουλιαγμένης, στην είδηση που στοίχειωσε την κυριακάτικη επικαιρότητα, με έναν χαρακτηριστικά ιλαροτραγικό τρόπο, προκαλώντας έκρηξη «κοινωνικού» σχολιασμού και πλήθος αντιδράσεων, από όλο το φάσμα των ανθρώπινων συναισθημάτων και των αντίστοιχων emoji.
«Οι γονείς φταίνε», σχολίασε σκωπτικά κάποιος, σατιρίζοντας με τον τρόπο του τον ηθικό πανικό που έχει προκαλέσει η έξαρση της εφηβικής/νεανικής εγκληματικότητας και η αντίστοιχη, ενθουσιώδης όσο και επιπόλαιη και ευκαιριακή, ανάδειξή της από τα Μέσα. Μια τέτοια είδηση μας προκαλεί να γίνουμε όλοι ένορκοι, δικαστές (και ιατροδικαστές!) και δήμιοι. Και ψυχίατροι. Και κοινωνιολόγοι.
Δεν χρειάζεται καν να διαβάσει κανείς παρακάτω. Μικρή σημασία έχει το τι ακριβώς συνέβη. Η επικεφαλίδα και μόνο πυροδοτεί χιλιάδες μικροδιατριβές περί ηθικής παρακμής, συλλογικής αποσταθεροποίησης και κοινωνικής σήψης.
«Πέθανε για μια ξαπλώστρα»… Δηλαδή, όχι απλά για το τίποτα αλλά για κάτι χειρότερο. Για κάτι ευτελές και ποταπό συγχρόνως. Δεν χρειάζεται καν να διαβάσει κανείς παρακάτω. Μικρή σημασία έχει το τι ακριβώς συνέβη. Η επικεφαλίδα και μόνο πυροδοτεί χιλιάδες μικροδιατριβές περί ηθικής παρακμής, συλλογικής αποσταθεροποίησης και κοινωνικής σήψης. Δεν υπάρχουν άνθρωποι, μόνο συμπτώματα ή «τέρατα», Ούτε η «κακιά η ώρα» φαίνεται να υπάρχει πλέον, παρότι όλοι ξέρουμε από πικρή πείρα όχι μόνο ότι υπάρχει αλλά και ότι είμαστε διαρκώς στο έλεός της.
Τα έφεραν όμως έτσι οι τραγικές περιστάσεις ώστε να μπλέξει η κακιά η ώρα (και η προθυμία των εμπλεκόμενων, παρά την ηλικία τους, να επιλύσουν την διένεξή τους με βίαιο και εν τέλει θανάσιμο τρόπο) με ένα τόσο φορτισμένο σημειολογικά προϊόν αναψυχής όπως η ξαπλώστρα της παραλίας. Τοτέμ και ταμπού. Φετίχ και δαίμονας συγχρόνως. Εργαλείο χαλάρωσης αλλά και σύμβολο διάβρωσης και υπερτουρισμού. Αντικείμενο περιφρόνησης αλλά και ιερό δισκοπότηρο, όπως συμβαίνει στις «λαϊκές» οργανωμένες παραλίες σαν την Ακτή Βουλιαγμένης όπου συνέβη το πολλαπλώς θλιβερό περιστατικό και όπου το κανονικό εισιτήριο εισόδου κοστίζει 15 ευρώ το σαββατοκύριακο (5 ευρώ για τις ομάδες που δικαιούνται μειωμένο εισιτήριο και για τους δημότες Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης, δωρεάν για ΑΜΕΑ), αλλά οι ξαπλώστρες είναι δωρεάν. Αν τις προλάβεις. Μια σύσταση στην είσοδο προειδοποιεί: «ενδέχεται να μη βρείτε ελεύθερη ξαπλώστρα», επιβεβαιώνοντας ένα μετέωρο καθεστώς που επικρατεί και διευκολύνει τις αντιδικίες.
Κάπως έτσι μαυρίζει η Κυριακή και η πλαζ μετατρέπεται σε ραδιενεργό πεδίο και σε αρένα ανταγωνισμού για λίγο χώρο, για λίγη σκιά, για μια ελεύθερη ξαπλώστρα. Μέχρι να συμβεί το κακό. «Πέθανε για μια ξαπλώστρα»… Ανεκδιήγητο όσο και μοιραίο. Όμως πιο κοντά (τραγικά κοντά) στην αμείλικτη πραγματικότητα βρίσκεται μάλλον η φράση της συζύγου του 82χρονου, η οποία βρήκε την ψυχραιμία να πει στα μικρόφωνα που την περικύκλωσαν αυτό που κανονικά θα έπρεπε να αποτελεί την επικεφαλίδα της είδησης: «Πέθανε για μία βλακεία».















