Για να φτάσεις στο κέντρο της Τύνιδας, ο πιο εύκολος και οικονομικός τρόπος είναι να πάρεις collective taxi, συνεργατικό ταξί. Πρόκειται για επταθέσια κίτρινα βανάκια, τα οποία δεν έχουν συγκεκριμένη ώρα αναχώρησης: όταν γεμίζουν, φεύγουν.
Εκεί δεν πληρώνεις με κάρτα. Πρέπει να έχεις ψιλά. Κι αν κάθεσαι κιόλας στις μπροστινές θέσεις, πρέπει να πάρεις τα χρήματα από τους πίσω, να τα δώσεις στον οδηγό, να πάρεις τα ρέστα και να τους τα μοιράσεις.
Η διαδρομή από τη Μάρσα, την παραθαλάσσια περιοχή της πόλης, ως το κέντρο της Τύνιδας, διαρκεί περίπου μισή ώρα. Ο δρόμος είναι κυρίως μια μεγάλη ευθεία, ένας αυτοκινητόδρομος με πέντε λωρίδες, τις οποίες οι οδηγοί αλλάζουν αριστοτεχνικά.
Το σημείο τερματισμού είναι η πιάτσα, μια μεγάλη αλάνα όπου συγκεντρώνονται όλα τα βανάκια. Φασαρία, φωνές, αμάξια που πάνε κι έρχονται – παράδεισος. Ακριβώς απέναντι είναι ο Πύργος Ρολογιού της Τύνιδας, το σήμα κατατεθέν της πόλης. Από το σημείο εκείνο ξεκινά και ο μεγάλος πεζόδρομος που καταλήγει στα όρια της καινούργιας πόλης με την παλιά, τη Μεντίνα.
Αμέτρητα στενά σοκάκια, ίσα που χωράς να περάσεις. Μυρωδιές, φωνές, τραγούδια. Χαίρεσαι να χάνεσαι. Οι Τυνήσιοι αγαπούν πολύ τη χώρα τους. Και την εθνική τους ομάδα. Παντού βλέπεις να πουλάνε ποδοσφαιρικές εμφανίσεις και να τις φοράνε σαν να είναι τα καθημερινά τους ρούχα.
Αμέτρητα στενά σοκάκια, ίσα που χωράς να περάσεις. Μυρωδιές, φωνές, τραγούδια. Χαίρεσαι να χάνεσαι. Οι Τυνήσιοι αγαπούν πολύ τη χώρα τους. Και την εθνική τους ομάδα. Παντού βλέπεις να πουλάνε ποδοσφαιρικές εμφανίσεις και να τις φοράνε σαν να είναι τα καθημερινά τους ρούχα. Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο όσα χρόνια ταξιδεύω.
Επιστρέφοντας στην καινούργια πόλη, πέφτω πάνω στην οδό Ρώμης. Φτάνω έξω από τον αριθμό 5. Μπροστά μου υψώνεται μια πολύ ψηλή σιδερένια πόρτα, στην κορυφή της οποίας υπάρχει ένας σταυρός. Πρόκειται για την είσοδο της ελληνορθόδοξης εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου και του Κέντρου Ελληνικού Πολιτισμού Τύνιδας που βρίσκεται δίπλα.
Με το που μπαίνεις, επικρατεί ησυχία. Δεξιά και αριστερά υπάρχουν δύο μικροί κήποι με λουλούδια και φυτά, ανάμεσα στα οποία περπατάνε χελώνες. Μέσα στον ναό υπάρχει μόνο ο νεωκόρος και η καθαρίστρια. Μπορεί να μην κατάγεται από την Ελλάδα, αλλά δουλεύει χρόνια εκεί και έχει μάθει να μιλάει πολύ καλά τα ελληνικά και να συνεννοείται. Μου λέει για τα ταξίδια του στη χώρα, για το πόσο θαυμάζει την Αθήνα και τον πολιτισμό της.
Όταν καταλαβαίνει τον σκοπό της επίσκεψής μου, καλεί την κ. Κωνσταντίνα Ρίζου. Έχει πλέον συνταξιοδοτηθεί και τα πρωινά της τα περνά εκεί και στα γραφεία του Κέντρου Πολιτισμού. Αποτελεί ενεργό μέλος της ελληνικής κοινότητας στην Τυνησία εδώ και σαράντα χρόνια, από όταν μετανάστευσε εκεί ακολουθώντας τον άντρα της.
«Μεγάλωσα στην Κρύα Βρύση, ένα χωριό της Καλαμπάκας. Στην Τυνησία ήρθα το 1979. Παντρεύτηκα έναν Τυνήσιο που εκείνη την εποχή σπούδαζε στη Σχολή Ικάρων στην Αθήνα. Είχε γοητευτεί από τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα. Γι’ αυτό διάλεξε την Ελλάδα και όχι τη Γαλλία, που ήταν και το πιο σύνηθες. Έμαθε και ελληνικά. Εγώ σπούδαζα νηπιαγωγός», αφηγείται.
«Ήμουν μικρή, δεν το σκέφτηκα πολύ. Οι δικοί μου μού είπαν “θα πας σε έναν τόπο που θα είσαι μόνη σου, χωρίς κανέναν”. Έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μην έρθω. Εγώ, όμως, τους είπα ότι θα ήμουν ευτυχισμένη εδώ. Κι έτσι έφυγα. Δεν μου έβαλαν το μαχαίρι στον λαιμό. Τώρα που κοιτάω τα παιδάκια μου και τα εγγονάκια μου, λέω “Δόξα τω Θεώ”».
Τα περισσότερα χρόνια της ζωής της στην Τυνησία τα πέρασε από πόλη σε πόλη, εξαιτίας της στρατιωτικής ιδιότητας του συζύγου της. Στην Μπιζέρτα, στο Σφαξ και τα τελευταία χρόνια στην Τύνιδα. Όπως εξηγεί, όταν πρωτοήρθε υπήρχαν περισσότεροι Έλληνες. Υπήρχαν μάλιστα και δύο κοινότητες, μία στην πρωτεύουσα και άλλη μία στο Σφαξ. Πλέον υπάρχει μόνο μία στην Τύνιδα και αυτή αριθμεί από 80 έως 100 άτομα. Όλοι τους μετανάστες πρώτης, δεύτερης, ακόμη και πέμπτης γενιάς.
Η παρουσία των Ελλήνων στην περιοχή κρατάει αιώνες. Συγκεκριμένα, το 1647 καταγράφεται η δημιουργία της πρώτης ελληνικής κοινότητας στην Τύνιδα, που σηματοδοτείται με την ίδρυση του ναού του Αγίου Γεωργίου. Υπολογίζεται ότι η κοινότητα έφτασε στο απόγειό της τον 20ό αιώνα.
Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν σφουγγαράδες που έφυγαν από τα νησιά μετά την απαγόρευση της σπογγαλιείας και εγκαταστάθηκαν εδώ για να συνεχίσουν. Η συνεισφορά τους είναι σπουδαία, καθώς είναι εκείνοι που το 1907 ανακάλυψαν το ναυάγιο της Mahdia σε βάθος 40 μέτρων. Πρόκειται για ένα από τα σπουδαιότερα ναυάγια του κόσμου. Το πλοίο ήταν ένα μεγάλο ρωμαϊκό εμπορικό σκάφος που βυθίστηκε κατά το πρώτο μισό του 1ου αιώνα π.Χ. εξαιτίας μιας σφοδρής καταιγίδας. Είχε αποπλεύσει από τον Πειραιά μεταφέροντας ελληνικά έργα τέχνης και πολυτελή αντικείμενα με προορισμό την Ιταλία. Το φορτίο του αποτελούσε έναν πραγματικό «κινητό θησαυρό» της ελληνιστικής περιόδου.
Μεταξύ των ευρημάτων ήταν μαρμάρινα και χάλκινα γλυπτά, όπως η προτομή της Αριάδνης, ο διάσημος Έρωτας και ο Διόνυσος, μαρμάρινοι κίονες και κιονόκρανα, χάλκινα εξαρτήματα για έπιπλα, λυχνάρια, μέρη από καταπέλτες και εκατοντάδες ράβδοι μολύβδου.
Η μετανάστευση των σφουγγαράδων στην Τυνησία, ωστόσο, περιορίστηκε με τα χρόνια, έτσι η ελληνική κοινότητα της χώρας συρρικνώθηκε. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζει να είναι ιδιαίτερα ενεργή. Στην εκκλησία και τον γύρω χώρο γιορτάζονται όλες οι εθνικές και θρησκευτικές γιορτές.
Η κυρία Κωνσταντίνα με ξεναγεί στο γραφείο της και στους υπόλοιπους χώρους. Εδώ, όπως εξηγεί, βρισκόταν παλιότερα το ελληνικό κοιμητήριο και ένα μικρό παρεκκλήσι του Αγίου Αντωνίου. Ο ναός του Αγίου Γεωργίου ήταν μέσα στη Μεντίνα. Το 1901, όμως, οι Τυνήσιοι παραχώρησαν χώρο στους Έλληνες κι έτσι φτιάχτηκε η νέα μεγάλη εκκλησία.
Κι όλα αυτά χάρη στον Μουσταφά Χασναντάρ. Γεννημένος ως Γεώργιος Χαλκιάς-Στραβελάκης, ήταν Έλληνας από τη Χίο ο οποίος αιχμαλωτίστηκε και πουλήθηκε ως σκλάβος μετά τη σφαγή της Χίου το 1822. Κατέληξε στην Τυνησία, εξισλαμίστηκε και έφτασε να γίνει πρωθυπουργός – μεγάλος βεζίρης της Τυνησίας για 36 ολόκληρα χρόνια.
Στα γραφεία του κέντρου της ελληνικής κοινότητας υπάρχει μια μεγάλη επιγραφή που τιμά τον Μουσταφά Χασναντάρ για την τεράστια προσφορά του. Περνάμε από την αίθουσα συγκεντρώσεων όπου μαζεύονται τα μέλη, κυρίως μετά το τέλος της κυριακάτικης λειτουργίας. Στο βάθος το σχολείο στο οποίο διδάσκει Ελληνίδα καθηγήτρια διορισμένη από το υπουργείο Παιδείας.
Στον πίνακα είναι γραμμένες διάφορες λέξεις από την περσινή χρονιά: «Το τόπι, το παιδί, η Ελένη, οι άνθρωποι, τρέχει». Κάτω δεξιά γράφει: «Φιλιά από Ελλάδα».
Τα μαθήματα γίνονται κυρίως κάθε Σάββατο και σε αυτά συμμετέχουν από τη μία τα παιδιά των Ελλήνων μεταναστών και από την άλλη ενήλικες, Τυνήσιοι και μη, που θέλουν να μάθουν να μιλούν ελληνικά.
Στην εκκλησία έρχονται και αρκετοί Έλληνες τουρίστες. Η κυρία Κωνσταντίνα είναι πάντα εκεί για να τους υποδέχεται. Και κάπως έτσι, καταλήγει, νιώθει κι εκείνη ότι «επιστρέφει για λίγο στο δικό της χωριό».















