Η Ευρωπαϊκή Ένωση απορρίπτει το αίτημα αεροδρομίων και αεροπορικών εταιρειών να ανασταλεί το νέο σύστημα ελέγχων στα σύνορα με δακτυλικά αποτυπώματα και αναγνώριση προσώπου, παρότι αναγνωρίζει ότι σε ορισμένα σημεία έχουν δημιουργηθεί μεγάλες καθυστερήσεις.
Το νέο σύστημα εισόδου και εξόδου, γνωστό ως EES, αφορά ταξιδιώτες από χώρες εκτός ΕΕ που μπαίνουν στη ζώνη Σένγκεν. Την πρώτη φορά που περνούν τα σύνορα πρέπει να καταχωρίζουν δακτυλικά αποτυπώματα και εικόνα προσώπου, ενώ σε κάθε επόμενη έξοδο ή είσοδο γίνεται βιομετρική ταυτοποίηση.
Με την καλοκαιρινή ταξιδιωτική περίοδο να κορυφώνεται, εκπρόσωποι αεροδρομίων και αεροπορικών εταιρειών ζητούν να παγώσει η εφαρμογή του συστήματος έως το επόμενο καλοκαίρι, προειδοποιώντας για χάος στις ουρές και χαμένες ανταποκρίσεις. Η Διεθνής Ένωση Αερομεταφορών ανέφερε καθυστερήσεις σε Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα και Βέλγιο, ενώ η Ryanair έκανε λόγο για σοβαρά προβλήματα σε δημοφιλείς προορισμούς όπως η Μάλαγα, το Αλικάντε και η Πάλμα.
Αξιωματούχοι της ΕΕ παραδέχονται ότι το σύστημα «δεν είναι τέλειο» και ότι υπάρχουν περίπου 20 σημεία όπου η κατάσταση είναι δύσκολη. Ωστόσο επιμένουν ότι μια γενική αναστολή ούτε χρειάζεται ούτε μπορεί να εφαρμοστεί.
Γιατί οι Βρυξέλλες απορρίπτουν την αναστολή
Σύμφωνα με τις Βρυξέλλες, το σύστημα δεν μπορεί να λειτουργεί σε ορισμένες χώρες και να αναστέλλεται σε άλλες, γιατί αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στους ταξιδιώτες.
Ένας ταξιδιώτης από τη Βρετανία, για παράδειγμα, μπορεί να μπει στη ζώνη Σένγκεν από σύνορο όπου το EES λειτουργεί, αλλά να φύγει από σημείο όπου δεν λειτουργεί. Σε αυτή την περίπτωση, υπάρχει κίνδυνος να εμφανιστεί στο σύστημα σαν να έχει ξεπεράσει το όριο παραμονής των 90 ημερών μέσα σε περίοδο 180 ημερών και να του απαγορευτεί η είσοδος σε επόμενο ταξίδι.
Αξιωματούχοι της ΕΕ αναφέρουν ότι από τα περίπου 1.500 συνοριακά σημεία εισόδου, μόνο 20 παρουσιάζουν σοβαρά προβλήματα. Η πίεση, όπως λένε, θα μεταφερθεί στα κράτη-μέλη που είναι υπεύθυνα για αυτά τα σημεία, ώστε να πάρουν μέτρα για τη μείωση των καθυστερήσεων.
Σε ένα από τα αεροδρόμια με τα μεγαλύτερα προβλήματα, περίπου 3.000 επιβάτες έφτασαν μέσα σε μία ώρα, ενώ υπήρχαν μόνο τέσσερα σημεία ελέγχου για τα βιομετρικά στοιχεία. Οι αξιωματούχοι σημείωσαν πάντως ότι πρόκειται για τουριστικό προορισμό όπου τέτοια πίεση εμφανίζεται μόνο δύο ή τρεις μήνες τον χρόνο.
Στη Λισαβόνα, οι ουρές έχουν ήδη μειωθεί με την τοποθέτηση επιπλέον προσωπικού, ενώ στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών αναπτύσσονται 50 νέοι εργαζόμενοι της Frontex, της ευρωπαϊκής υπηρεσίας συνοριοφυλακής και ακτοφυλακής.
Το EES προετοιμαζόταν επί οκτώ χρόνια και σχεδιάστηκε για να καλύψει κενά στους συνοριακούς ελέγχους, τα οποία είχαν αναδειχθεί μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις Βρυξέλλες και στο Παρίσι το 2015 και το 2016.
Η εφαρμογή του είχε αναβληθεί πολλές φορές, πριν αρχίσει τελικά τον περασμένο Οκτώβριο. Στα κράτη-μέλη δόθηκε η δυνατότητα να μην το εφαρμόσουν πλήρως στην αρχική φάση, όσο δοκιμάζονταν η τεχνολογία και η διαδικασία καταγραφής των ταξιδιωτών.
Τι αλλάζει για τους ταξιδιώτες εκτός ΕΕ
Με βάση τους νέους κανόνες, αεροδρόμια και λιμάνια μπορούν να αναστέλλουν προσωρινά τη χρήση του EES όταν οι ουρές γίνονται ανεξέλεγκτες. Αυτή η δυνατότητα όμως προβλέπεται να λήξει τον Σεπτέμβριο. Μέχρι στιγμής, σύμφωνα με την ΕΕ, κανένα κράτος-μέλος δεν έχει ζητήσει παράταση της αναστολής πέρα από τότε, όπως ζητά ο ταξιδιωτικός κλάδος.
Οι Βρυξέλλες υποστηρίζουν ότι το σύστημα έχει ήδη αρχίσει να αποδίδει. Μέχρι τώρα έχουν καταγραφεί 110 εκατ. ταξίδια προς και από τη ζώνη Σένγκεν, ενώ περίπου 44.500 άνθρωποι δεν έλαβαν άδεια εισόδου.
Σύμφωνα με αξιωματούχους της ΕΕ, σε αρκετές περιπτώσεις επρόκειτο για ταξιδιώτες που προσπαθούσαν να μπουν ξανά στη ζώνη Σένγκεν παράνομα, είτε επειδή είχαν ξεπεράσει το επιτρεπόμενο όριο παραμονής είτε επειδή χρησιμοποιούσαν δεύτερο διαβατήριο ή πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα.
Πριν από την εφαρμογή του νέου συστήματος, ένας ταξιδιώτης με διπλή υπηκοότητα μπορούσε, για παράδειγμα, να παρακάμψει το όριο των 90 ημερών μέσα σε περίοδο 180 ημερών, χρησιμοποιώντας δεύτερο διαβατήριο. Με το EES, τα δακτυλικά αποτυπώματα και η αναγνώριση προσώπου μπορούν να εντοπίσουν τέτοιες περιπτώσεις.
Ο συχνότερος λόγος άρνησης εισόδου, σύμφωνα με την ΕΕ, ήταν η έλλειψη επαρκούς αιτιολόγησης για την επίσκεψη ή την παραμονή. Περίπου 9.000 άνθρωποι εντοπίστηκαν να έχουν ξεπεράσει το όριο των 90 ημερών, ενώ περισσότεροι από 1.000 σταμάτησαν στα σύνορα επειδή θεωρήθηκαν απειλή για την εσωτερική ασφάλεια. Άλλοι 300 εντοπίστηκαν με πλαστά διαβατήρια ή ταξιδιωτικά έγγραφα.
Η πλήρης εφαρμογή του συστήματος έχει καθυστερήσει και στο Eurotunnel ανάμεσα στη Γαλλία και την Αγγλία, όπου προβλήματα με τη γαλλική τεχνολογία έχουν αφήσει ανενεργό μέρος της νέας υποδομής. Η διαχειρίστρια εταιρεία έχει επενδύσει 80 εκατ. λίρες σε εξοπλισμό, όμως το σύστημα δεν έχει ακόμη ενεργοποιηθεί πλήρως.
Παράλληλα, η εφαρμογή για κινητά που ανέπτυξε η Frontex, ώστε οι ταξιδιώτες να μπορούν να καταχωρίζουν μέρος των στοιχείων τους πριν φύγουν από το σπίτι, λειτουργεί πλήρως μόνο στη Σουηδία και μερικώς στην Πορτογαλία.
Με βάση τους νέους κανόνες, αεροδρόμια και λιμάνια μπορούν να αναστέλλουν προσωρινά τη χρήση του EES όταν οι ουρές γίνονται ανεξέλεγκτες. Αυτή η δυνατότητα όμως προβλέπεται να λήξει τον Σεπτέμβριο. Μέχρι στιγμής, σύμφωνα με την ΕΕ, κανένα κράτος-μέλος δεν έχει ζητήσει παράταση της αναστολής πέρα από τότε, όπως ζητά ο ταξιδιωτικός κλάδος.
Οι Βρυξέλλες υποστηρίζουν ότι το σύστημα έχει ήδη αρχίσει να αποδίδει. Μέχρι τώρα έχουν καταγραφεί 110 εκατ. ταξίδια προς και από τη ζώνη Σένγκεν, ενώ περίπου 44.500 άνθρωποι δεν έλαβαν άδεια εισόδου.
Σύμφωνα με αξιωματούχους της ΕΕ, σε αρκετές περιπτώσεις επρόκειτο για ταξιδιώτες που προσπαθούσαν να μπουν ξανά στη ζώνη Σένγκεν παράνομα, είτε επειδή είχαν ξεπεράσει το επιτρεπόμενο όριο παραμονής είτε επειδή χρησιμοποιούσαν δεύτερο διαβατήριο ή πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα.
Πριν από την εφαρμογή του νέου συστήματος, ένας ταξιδιώτης με διπλή υπηκοότητα μπορούσε, για παράδειγμα, να παρακάμψει το όριο των 90 ημερών μέσα σε περίοδο 180 ημερών, χρησιμοποιώντας δεύτερο διαβατήριο. Με το EES, τα δακτυλικά αποτυπώματα και η αναγνώριση προσώπου μπορούν να εντοπίσουν τέτοιες περιπτώσεις.
Ο συχνότερος λόγος άρνησης εισόδου, σύμφωνα με την ΕΕ, ήταν η έλλειψη επαρκούς αιτιολόγησης για την επίσκεψη ή την παραμονή. Περίπου 9.000 άνθρωποι εντοπίστηκαν να έχουν ξεπεράσει το όριο των 90 ημερών, ενώ περισσότεροι από 1.000 σταμάτησαν στα σύνορα επειδή θεωρήθηκαν απειλή για την εσωτερική ασφάλεια. Άλλοι 300 εντοπίστηκαν με πλαστά διαβατήρια ή ταξιδιωτικά έγγραφα.
Με πληροφορίες από Guardian














