Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Η εξομολόγηση ενός άνδρα στις γυναίκες που αγάπησε


Ο ΚΩΣΤΑΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ (1938-2018), ο μακροβιότερος πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, σκηνοθέτης μίας, αλλά πολυβραβευμένης ταινίας («Τα παιδιά της Χελιδόνας»), με ποιητικές και φωτογραφικές συλλογές στο ενεργητικό του και με δημοσιογραφική θητεία τόσο στην «Επιθεώρηση Τέχνης» όσο και στις πολιτιστικές σελίδες της «Μεσημβρινής», λίγα χρόνια πριν από τον θάνατό του δημοσίευσε και ένα –το μοναδικό του– πεζογραφικό βιβλίο, το «Περαστικός από το Ρέικιαβικ» (Ποταμός, 2009): ένα μελαγχολικό όσο και περιπαικτικό ταξίδι στην πρόσφατη ιστορία, ένα μυθιστόρημα γραμμένο σαν αυτοβιογραφικό χρονικό, μια εκ βαθέων εξομολόγηση ενός άνδρα εν αποστρατεία με τη μορφή επιστολών στις γυναίκες που αγάπησε.

Το μυθιστορηματικό alter ego του Βρεττάκου ακούει στο όνομα Χριστόφορος, ζει με τη βεβαιότητα πως ο χρόνος δεν ρέει για κείνον στην κλεψύδρα και δεν διαθέτει τίποτα, μα τίποτα, στις αποσκευές του για το οποίο να μπορεί να καυχηθεί. «Κλασική περίπτωση περαστικού ανθρώπου», χωρίς καμιά έφεση ή σταθερή επιλογή, μαθημένος να διασχίζει σκοτεινά τούνελ ανασφάλειας ως «η προσωποίηση του αποτυχημένου», βαδίζει τώρα προς τη σύνταξη έπειτα από δεκαετή, οικειοθελή εγκλωβισμό του στο υπουργείο Ανάπτυξης, με το όνειρο να καταφύγει στον επίγειο παράδεισο που αντιπροσωπεύει γι’ αυτόν μια απομονωμένη κορφή του Ταΰγετου.

Μέσα στις σελίδες του «Περαστικού από το Ρέικιαβικ» αναπνέουν άνθρωποι με ιδανικά αλλά και τυπικοί καταφερτζήδες, αριστεροί που προδόθηκαν κι έβαλαν στο κρασί τους νερό, γυναίκες και άντρες σε σχέσεις μετέωρες.

Πόσο συναρπαστικός να είναι ο απολογισμός ενός τέτοιου ήρωα; Όσο συναρπαστική είναι και η αφήγηση του Κώστα Βρεττάκου καθώς παίζει με τον χρόνο και από τους αχανείς διαδρόμους ενός σύγχρονου διεθνούς αεροδρομίου μάς μεταφέρει πότε στην Περούτζα του ’60, πότε στην Πάτμο του ’80, πότε στη Μαδρίτη του 2000, με ενδιάμεσες στάσεις στα καλλιτεχνικά στέκια της γενιάς του 1-1-4, στα χουντικά υπόγεια της Μπουμπουλίνας, στα δημοσιογραφικά γραφεία της Μεταπολίτευσης, στους γραφειοκρατικούς λαβυρίνθους των Βρυξελλών. Μέσα στις σελίδες του «Περαστικού από το Ρέικιαβικ» αναπνέουν άνθρωποι με ιδανικά αλλά και τυπικοί καταφερτζήδες, αριστεροί που προδόθηκαν κι έβαλαν στο κρασί τους νερό, γυναίκες και άντρες σε σχέσεις μετέωρες. Κι ανάμεσά τους, ένα παιδί, ο Νικολό, για το οποίο ο αφηγητής και νονός του τρέφει τα πιο τρυφερά αισθήματα, μαζί μ’ ένα φορτίο ενοχών.

βρεττάκος
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ.: Κώστας Βρεττάκος, «Περαστικός από το Ρέικιαβικ», εκδ. Ποταμός

Αν υπάρχει ένας κεντρικός άξονας στον «Περαστικό», δεν είναι άλλος από τη σχέση του Χριστόφορου με τη μητέρα του Νικολό, τη φλογερή Σπανιόλα που είχε γνωρίσει στην Ιταλία των φοιτητικών χρόνων, το άπιαστο αντικείμενο του πόθου του, μια γυναίκα που θα πάρει εμμονικές διαστάσεις στο μυαλό του, όσο σπάνιες –μετρημένες στα δάχτυλα– κι αν ήταν οι συναντήσεις τους στο πέρασμα των δεκαετιών. Σ’ αυτήν απευθύνεται κυρίως ο Χριστόφορος καθώς ανακαλεί γραπτώς το παρελθόν του, σοκαρισμένος από την εικόνα της κακογερασμένης, ατημέλητης και εχθρικής γυναίκας που αντίκρισε, όταν εμφανίστηκε απρόσκλητος μπροστά της, παραμονές της νέας χιλιετίας. Σ’ αυτήν ξεδιπλώνει τις πιο μύχιες πλευρές του εαυτού του, απολογούμενος για την έλλειψη επικοινωνίας τους και για την αδυναμία του να λειτουργήσει ως πατρική φιγούρα για το γιο της, τον δεκαοκτάχρονο πλέον, νευρωτικό, δίχως έρμα Νικολό.

Ο Κώστας Βρεττάκος έγραψε το «Περαστικός από το Ρέικιαβικ» με μια ανάσα μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2009, και μολονότι τον τύλιγε η θλίψη γράφοντάς το, το ότι κατάφερε να αιχμαλωτίσει μισό αιώνα σε ενεστώτα χρόνο, καταφεύγοντας στα τεχνάσματα της κινηματογραφικής γραφής, τον αποζημίωσε, όπως δήλωνε. Οι κινηματογραφικές του εμπειρίες απουσιάζουν από το βιβλίο. Ούτε όμως η σκιά του ποιητή πατέρα του, Νικηφόρου Βρεττάκου, είναι εμφανής.

Φόρος τιμής σε ανθρώπους που τον συντρόφεψαν σε διάφορες φάσεις της ζωής του και συγκαλυμμένος απολογισμός της προσωπικής του διαδρομής, το βιβλίο του Βρεττάκου παρακολουθεί και την εξέλιξη της Ελλάδας από παράγκα σε ευρωπαϊκή χώρα, χωρίς να παραβλέπει δείγματα άγνοιας, ανομίας, κουτοπονηριάς. Λίγο χρόνια προτού ξεσπάσει η οικονομική κρίση, ο ίδιος είχε να το λέει: «Η Ελλάδα έχει δημιουργήσει από μόνη της μια παθογένεια που πολύ δύσκολα μπορεί να ξεπεραστεί. Αν βέβαια σκεφτούμε πώς ήμασταν μετά τον πόλεμο, αν σκεφτούμε ότι χρειάστηκαν τριάντα χρόνια για να λήξει ουσιαστικά ο Εμφύλιος, τα επιτεύγματα της άναρχης ανάπτυξής μας δεν είναι αμελητέα. Το δυστύχημα είναι πως δεν διαμορφώθηκε παράλληλα μια κοινωνία με αρχές και αξίες ανάλογες μ’ εκείνες που μας όριζαν παλιότερα. Γι’ αυτό και παραμένει θολή η φυσιογνωμία μας».

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ



Πηγή: www.lifo.gr