Η Formula 1 ετοιμάζεται να πατήσει ξανά το γκάζι στην Αφρική για πρώτη φορά μετά από περισσότερες από τρεις δεκαετίες.
Η Ρουάντα εξασφάλισε δεκαετές συμβόλαιο για τη φιλοξενία ενός Grand Prix από τις αρχές της δεκαετίας του 2030, σε μια συμφωνία που ο επικεφαλής του αθλήματος, Stefano Domenicali, χαρακτήρισε ιστορικό σταθμό.
Για τον πρόεδρο της χώρας, Paul Kagame, ο αγώνας αποτελεί μια χρυσή ευκαιρία να προσελκύσει τουρίστες και επενδύσεις στο ανατολικοαφρικανικό έθνος, ενισχύοντας το διεθνές του προφίλ. Ο Kagame βρίσκεται στο τιμόνι της χώρας εδώ και δεκαετίες, με την κυβέρνησή του να δέχεται συχνά πυρά για καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σκληρή μεταχείριση πολιτικών αντιπάλων, δημοσιογράφων και επικριτών.
Ο αγώνας θα φέρει την επίσημη ονομασία Formula 1 African Grand Prix, presented by Visit Rwanda, προβάλλοντας το κρατικό brand προώθησης του τουρισμού. Ωστόσο, ενώ ο Domenicali δηλώνει πως η Formula 1 «δείχνει στον κόσμο τι σημαίνει να είσαι μια χώρα με όραμα», η τακτική της Ρουάντα να χρησιμοποιεί τον αθλητισμό ως εργαλείο διεθνούς προβολής έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση οργανώσεων δικαιωμάτων. Παράλληλα, οι κατηγορίες για στήριξη των ανταρτών της οργάνωσης M23 στη γειτονική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό γεννούν σοβαρά ερωτήματα για την εικόνα που προσπαθεί να πλασάρει το Κιγκάλι.
Από τα ποδοσφαιρικά deal στα μονοθέσια
Η Ρουάντα χτίζει συστηματικά το διεθνές της προφίλ μέσω του αθλητισμού εδώ και χρόνια. Η εκστρατεία Visit Rwanda έχει κλείσει χορηγικά deal με κορυφαίους ευρωπαϊκούς συλλόγους, όπως η Άρσεναλ, η Παρί Σεν Ζερμέν, η Ατλέτικο Μαδρίτης και η Μπάγερν Μονάχου, με διαφορετικές κάθε φορά συμφωνίες. Η οκταετής συνεργασία με την Άρσεναλ ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2026, ενώ το συμβόλαιο με την Παρί τρέχει έως το 2028. Η Μπάγερν, από την πλευρά της, έστρεψε τη συμφωνία στην ανάπτυξη ακαδημιών στο Κιγκάλι, την πρωτεύουσα της χώρας, μετά τις επικρίσεις που δέχτηκε.
Τον Ιούλιο, η αγγλική Άστον Βίλα υπέγραψε πολυετή χορηγική συμφωνία με το Visit Rwanda, που σύμφωνα με πληροφορίες αγγίζει τα 20 εκατ. λίρες το χρόνο. Οργανώσεις δικαιωμάτων, ανάμεσά τους και το βρετανικό τμήμα της Διεθνούς Αμνηστίας, αντέδρασαν έντονα, τονίζοντας ότι τέτοια deal «ξεπλένουν» τη διεθνή εικόνα της Ρουάντα, την ώρα που στο εσωτερικό της επικρατεί καταστολή και η ίδια εμπλέκεται στη σύρραξη στα ανατολικά της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό.
Οι επικριτές περιγράφουν αυτή τη στρατηγική με τον όρο «sportswashing».
Η φιλοξενία ενός Grand Prix, ενός από τα μεγαλύτερα αθλητικά γεγονότα στον πλανήτη, παίρνει αυτή τη στρατηγική και την απογειώνει. Ο αγώνας θα φέρει στη Ρουάντα ομάδες, εταιρικούς χορηγούς, διεθνή ΜΜΕ και χιλιάδες θεατές, ανοίγοντας δρόμους για την προώθηση του τουρισμού και την προσέλκυση επενδύσεων. Η κυβέρνηση ελπίζει ότι έτσι θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, θα αναπτυχθούν εγχώριες δεξιότητες και θα υπάρξουν μακροπρόθεσμα οικονομικά οφέλη.
Ο Itamar Dubinsky, κύριος λέκτορας Αφρικανικών Σπουδών και Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Μπεν Γκουριόν της Νεγκέβ στο Ισραήλ, ο οποίος ερευνά τη σχέση αθλητισμού και πολιτικής στην Αφρική, δήλωσε στο CNN ότι η διοργάνωση ενός αγώνα διαφέρει ριζικά από την απλή αγορά διαφημιστικού χώρου στις φανέλες ποδοσφαιρικών ομάδων. Φέρνει το ίδιο το διεθνές δίκτυο του μηχανοκίνητου αθλητισμού κατευθείαν στην καρδιά της χώρας.
Ο αγώνας προγραμματίζεται να διεξαχθεί σε μια νέα πίστα στην περιοχή Μπουγεσέρα, περίπου 40 χιλιόμετρα νότια του Κιγκάλι, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου αναπτυξιακού έργου που τρέχει το Αναπτυξιακό Συμβούλιο της Ρουάντα. Η πίστα πρέπει πρώτα να ολοκληρωθεί για να μπορέσει να φιλοξενήσει τον αγώνα, ενώ η Formula 1 δεν έχει ανακοινώσει ακόμη ημερομηνία πρεμιέρας. Παράλληλα, στις επίσημες ανακοινώσεις δεν διευκρινίζεται πώς θα χρηματοδοτηθεί το έργο.
Τα ερωτήματα παραμένουν πολλά για το συνολικό κόστος, την πιθανή επιβάρυνση των δημοσίων ταμείων, αλλά και για το πώς θα αξιοποιούνται οι εγκαταστάσεις εκτός των αγωνιστικών τριημέρων.
Η εικόνα που θέλει να προβάλει η Ρουάντα
Η Ρουάντα θέλει να παρουσιάζεται ως ένας ελκυστικός προορισμός για τουρίστες και επενδυτές, ικανός να σηκώσει το βάρος μεγάλων διεθνών διοργανώσεων. Αυτή η εικόνα, όμως, έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με τις καταγγελίες για τις επιδόσεις της κυβέρνησης στα ανθρώπινα δικαιώματα. Το Human Rights Watch (HRW) έχει καταγράψει αυστηρούς περιορισμούς στην πολιτική αντιπολίτευση, στα ανεξάρτητα ΜΜΕ και σε κάθε φωνή διαμαρτυρίας υπό τη διακυβέρνηση Kagame. Σε έκθεσή του αυτόν τον μήνα, ο οργανισμός προειδοποίησε ότι το Grand Prix ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο δημοσιογράφους και ευάλωτες ομάδες.
Ο Lewis Mudge, διευθυντής του HRW για την Κεντρική Αφρική, τόνισε ότι η Formula 1 δεν έχει εξηγήσει ακόμη πώς αξιολόγησε τον αντίκτυπο της συμφωνίας στα ανθρώπινα δικαιώματα. «Η Formula 1 μιλάει μόνο για τον κοινωνικό και οικονομικό αντίκτυπο αυτού του deal, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχουμε δει καμία αναφορά για το πώς αυτό μπορεί να επηρεάσει την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Ρουάντα», δήλωσε στο CNN.
Ο Mudge κατήγγειλε ότι η Ρουάντα απαγόρευσε την είσοδο στη χώρα σε τρία στελέχη του HRW λόγω του έργου τους. Παράλληλα, αναφέρθηκε σε καταγεγραμμένα περιστατικά όπου οι αρχές προχώρησαν σε συλλήψεις αστέγων και πλανόδιων πωλητών πριν από μεγάλες διεθνείς διοργανώσεις. Όπως αποκάλυψε το HRW, πριν από ένα διεθνές συνέδριο στο Κιγκάλι το 2021, ορισμένοι από τους φτωχότερους κατοίκους της πόλης κρατήθηκαν σε μια αποθήκη που βαφτίστηκε «κέντρο μεταγωγών» μέχρι να αποχωρήσουν οι ξένοι επισκέπτες.
Ο οργανισμός καλεί τη Formula 1 να αξιολογήσει τους κινδύνους για τα ανθρώπινα δικαιώματα, να διαβουλευτεί με την κοινωνία των πολιτών και να θεσπίσει σαφείς εγγυήσεις για την προστασία των δημοσιογράφων που θα καλύψουν το γεγονός. Η Formula 1 δεν έχει επιβεβαιώσει δημόσια αν θα υιοθετήσει αυτές τις συστάσεις.
Από την πλευρά της, η Formula 1 υπερασπίστηκε την απόφασή της, δηλώνοντας στο CNN ότι διατηρεί «μακρά παράδοση στην προσφορά σημαντικής οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής αξίας στις χώρες που τη φιλοξενούν». Εκπρόσωπος του αθλήματος σημείωσε ότι ο αγώνας μπορεί να εμπνεύσει περισσότερους από 100 εκατομμύρια φιλάθλους στην Αφρική, υπογραμμίζοντας ότι ο αθλητισμός μπορεί να λειτουργήσει ως «δύναμη αλλαγής προς το θετικό».
Η Formula 1 παρέπεμψε επίσης στις δηλώσεις του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της, Stefano Domenicali, ο οποίος εστίασε στις προοπτικές ενίσχυσης του τουρισμού, των επενδύσεων, των τοπικών δεξιοτήτων και της επιχειρηματικότητας. Η διοργανώτρια αρχή πρόσθεσε ότι έψαχνε χρόνια τον κατάλληλο συνεργάτη για την επιστροφή της στην αφρικανική ήπειρο, σημειώνοντας ότι υπήρξε ενδιαφέρον από πολλές πλευρές.
Ωστόσο, στην επίσημη ανακοίνωση δεν διευκρινίζεται με ποια κριτήρια αξιολογήθηκαν οι υποψήφιες χώρες ούτε πώς συνυπολογίστηκαν τα ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην επιλογή της Ρουάντα. Το CNN υπέβαλε συμπληρωματικά ερωτήματα σχετικά με τις ασφαλιστικές δικλίδες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, χωρίς να λάβει απάντηση.
Η Kate Hixon, διευθύντρια της Διεθνούς Αμνηστίας στις ΗΠΑ για θέματα Αφρικής, δήλωσε ότι η Formula 1 οφείλει να διερευνήσει αν τα χρήματα που εισπράττει από τη Ρουάντα συνδέονται με ορυκτά που εξορύσσονται υπό συνθήκες εκμετάλλευσης στα ανατολικά της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό.
Η Διεθνής Αμνηστία έχει καταγγείλει παραβιάσεις σε βάρος μεταλλωρύχων σε περιοχές που έχουν καταλάβει οι αντάρτες M23, υποστηρίζοντας ότι ποσότητες χρυσού διοχετεύονται παράνομα στη Ρουάντα. Η Hixon κάλεσε τη Formula 1 να δημοσιοποιήσει τα ευρήματα των ελέγχων της.
«Οι φίλοι του μηχανοκίνητου αθλητισμού δικαιούνται να γνωρίζουν ότι τα έσοδα που παράγονται από τις αυθαιρεσίες των M23 δεν χρηματοδοτούν το Grand Prix», δήλωσε στο CNN.
Ο πόλεμος στη διπλανή πόρτα
Εμπειρογνώμονες του ΟΗΕ έχουν καταγράψει στοιχεία που αποδεικνύουν τη στρατιωτική στήριξη της Ρουάντα προς τους αντάρτες M23, οι οποίοι έχουν καταλάβει εδάφη στην ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Η Ρουάντα αρνείται τις κατηγορίες. Η ένοπλη σύγκρουση έχει εκτοπίσει αμέτρητους ανθρώπους και έχει προκαλέσει τεράστιο πόνο στον άμαχο πληθυσμό.
Εκπρόσωπος της οργάνωσης ανθρωπίνων δικαιωμάτων HROC RDC, που δραστηριοποιείται στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, περιέγραψε τη διεθνή εικόνα της Ρουάντα ως διφορούμενη. Από τη μια αναγνωρίζεται η ανάπτυξη και οι υποδομές της, από την άλλη όμως δέχεται σοβαρές κατηγορίες για εμπλοκή στη σύγκρουση. Μιλώντας στο CNN, σημείωσε ότι η αντίθεση ανάμεσα στη λαμπερή εικόνα και τα δεινά των αμάχων στην ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό προκαλεί οργή, ζητώντας προστασία των πολιτών, διαφάνεια και απόδοση ευθυνών.
Αυτή η δυσαρέσκεια αποτυπώθηκε έντονα στις δηλώσεις της υπουργού Εξωτερικών της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, Thérèse Kayikwamba Wagner, η οποία χαρακτήρισε την απόφαση της Formula 1 «ηθικά ανεπίτρεπτη», τονίζοντας ότι «το μόνο που κάνει είναι να ξεπλένει το προφίλ ενός αυταρχικού ηγέτη».
Ο Jacques Issongo, στέλεχος του κονγκολέζικου κινήματος της κοινωνίας των πολιτών LUCHA, δήλωσε ότι οι αθλητικές συμφωνίες της Ρουάντα έχουν ως στόχο να αποσπάσουν την προσοχή από τον πόλεμο.
«Πολλαπλασιάζοντας τις μεγάλες συμφωνίες με παγκόσμιους αθλητικούς κολοσσούς, όπως η Formula 1, η Άρσεναλ και η Παρί Σεν Ζερμέν, η Ρουάντα στήνει έναν επικοινωνιακό και διπλωματικό αντιπερισπασμό», δήλωσε στο CNN.
Πίσω από τη λάμψη του θεάματος
Ο τελευταίος αγώνας του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Formula 1 στην αφρικανική ήπειρο διεξήχθη στη Νότια Αφρική το 1993. Η Νότια Αφρική φιλοξένησε συνολικά 23 αγώνες, ενώ το Μαρόκο φιλοξένησε έναν το 1958. Το Grand Prix του 1985 στη Νότια Αφρική διεξήχθη υπό το καθεστώς του Απαρτχάιντ, με τις γαλλικές ομάδες Renault και Ligier να απέχουν σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις φυλετικές διακρίσεις στη χώρα.
Η Formula 1 δεν επέστρεψε στη Νότια Αφρική το 1986, καθώς οι διεθνείς αντιδράσεις για το Απαρτχάιντ εντάθηκαν. Επέστρεψε το 1992 και το 1993 κατά την περίοδο κατάργησης του φυλετικού διαχωρισμού, αλλά τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα έβαλαν οριστικό τέλος στη διοργάνωση. Έκτοτε, το υπέρογκο κόστος φιλοξενίας, οι απαιτήσεις σε υποδομές και ο σκληρός ανταγωνισμός για μια θέση στο καλεντάρι εμπόδιζαν την επιστροφή του αθλήματος στην Αφρική.
Η Ρουάντα φιλοδοξεί τώρα να ξεπεράσει αυτά τα εμπόδια. Ωστόσο, η εξασφάλιση του αγώνα είναι μόνο η αρχή.
Η Formula 1 μπορεί να προσφέρει προβολή, τουρισμό και διεθνές κύρος, αλλά ο ερευνητής Itamar Dubinsky επισημαίνει ότι το κρίσιμο ερώτημα είναι τι απομένει όταν σβήσουν τα φώτα και αποχωρήσουν οι κάμερες. Αν η Ρουάντα κατασκευάσει μια πανάκριβη πίστα που στη συνέχεια θα μένει ανεκμετάλλευτη, προειδοποίησε ότι το έργο κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια πολυδάπανη αλλά άχρηστη υποδομή.
Όπως σημείωσε, η επιτυχία του εγχειρήματος θα κριθεί από το αν θα αποφέρει ουσιαστικά και μακροπρόθεσμα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη για τον πληθυσμό, και αν αυτά τα οφέλη θα αντισταθμίσουν την αρνητική δημοσιότητα που συνοδεύει τη συμφωνία.
Για τον Lewis Mudge του HRW, ο μεγαλύτερος φόβος είναι μήπως η διψασμένη για διεθνή αναγνώριση Ρουάντα καταφέρει να επικαλύψει τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπονομεύοντας κάθε προσπάθεια για ουσιαστική βελτίωση της κατάστασης στο εσωτερικό της χώρας.
«Στη Ρουάντα κυβερνά μια ηγεσία που προστατεύει με κάθε κόστος τη διεθνή της εικόνα, όποιο κι αν είναι το τίμημα», καταλήγει.
Με πληροφορίες από CNN















