Η ουκρανική εκδοτική βιομηχανία βρίσκεται αντιμέτωπη με τη σοβαρότερη κρίση της, καθώς ρωσικά πλήγματα έχουν καταστρέψει τυπογραφεία, αποθήκες, βιβλιοπωλεία και εκατομμύρια βιβλία.
Μόνο μέσα σε δύο μήνες το καλοκαίρι καταστράφηκαν περισσότερα από 13 εκατ. βιβλία, περίπου το ένα τρίτο της ετήσιας παραγωγής της χώρας, σύμφωνα με το υπουργείο Πολιτισμού της Ουκρανίας. Οι ζημιές υπολογίζονται σε τουλάχιστον 39,3 εκατ. δολάρια.
Ένα από τα βαρύτερα πλήγματα δέχθηκε την 1η Αυγούστου στο Χάρκοβο. Δύο ρωσικά drones Shahed έπληξαν το βασικό κέντρο αποθήκευσης και διανομής της εταιρείας, καταστρέφοντας περίπου 8 εκατ. βιβλία, ανάμεσά τους 620.000 σχολικά εγχειρίδια.
«Το ατσάλι είχε πάρει φωτιά», είπε ο επικεφαλής του Ranok, Βίκτορ Κρούγκλοφ, περιγράφοντας την επίθεση. Η φωτιά έκαιγε σχεδόν μία εβδομάδα, ενώ η οροφή του κτιρίου κατέρρευσε.
Η αποθήκη λειτουργούσε από το 2013 και μπορούσε να διαχειρίζεται δεκάδες χιλιάδες βιβλία την ημέρα. Ο Κρούγκλοφ είπε ότι η εταιρεία είχε περάσει δύσκολες περιόδους, από την οικονομική κρίση του 2008 μέχρι την πανδημία, αλλά «κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο τζίρος σχεδόν ενός ολόκληρου έτους θα μπορούσε να καταστραφεί μονομιάς».
Ο Ranok προμηθεύει σχολικά βιβλία σχεδόν σε όλα τα σχολεία της Ουκρανίας. Η εταιρεία κατάφερε να συνεχίσει τη λειτουργία της χάρη σε εφεδρικές αποθήκες και στα ψηφιακά αντίγραφα των εκδόσεών της, τα οποία της επιτρέπουν να ξανατυπώσει τίτλους που χάθηκαν.
Τουλάχιστον 40 εκδοτικοί οίκοι έχουν υποστεί ζημιές
Ο Ranok δεν είναι η μοναδική περίπτωση. Τουλάχιστον 40 ακόμη εκδοτικοί οίκοι και αρκετά βιβλιοπωλεία έχουν υποστεί ζημιές τις τελευταίες εβδομάδες, ενώ τα πλήγματα σε τυπογραφεία έχουν αρχίσει να επηρεάζουν ολόκληρη την παραγωγή και διανομή βιβλίων.
Η υπουργός Πολιτισμού της Ουκρανίας, Τετιάνα Μπερέζνα, υποστηρίζει ότι οι επιθέσεις αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας καταστροφής της ουκρανικής πολιτιστικής υποδομής.
«Είναι συνειδητή πολιτική της Ρωσίας, γιατί καταλαβαίνουν ότι ο πολιτισμός είναι αυτός που μας κάνει να νιώθουμε ανθεκτικοί, ότι είμαστε οι ιδιοκτήτες της γης μας και της μοίρας μας», είπε.
Σύμφωνα με τις ουκρανικές αρχές, από την έναρξη του πολέμου έχουν καταστραφεί ή υποστεί ζημιές σχεδόν 5.000 εκκλησίες, μουσεία, θέατρα και άλλοι πολιτιστικοί χώροι, ενώ περίπου 35.000 έργα τέχνης έχουν λεηλατηθεί.
Η Μπερέζνα συνέδεσε τα σημερινά πλήγματα με παλαιότερες περιόδους περιορισμού της ουκρανικής γλώσσας, υπενθυμίζοντας ότι τον 19ο αιώνα, όταν μεγάλο μέρος της σημερινής Ουκρανίας ανήκε στη Ρωσική Αυτοκρατορία, είχαν επιβληθεί απαγορεύσεις και αυστηροί περιορισμοί στις εκδόσεις και στη δημόσια χρήση της.
«Και όμως, η ουκρανική γλώσσα υπάρχει. Η ουκρανική λογοτεχνία υπάρχει», είπε.
Ο κίνδυνος για νέους συγγραφείς και μικρούς εκδότες
Λόγω της κατάστασης, οι εκδότες φοβούνται ότι η οικονομική πίεση θα τους αναγκάσει να επενδύουν λιγότερο σε πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς και σε βιβλία με μεγαλύτερο εμπορικό ρίσκο.
Ένας νέος συγγραφέας είναι συνήθως πιο ακριβή και αβέβαιη επιλογή για έναν εκδότη από έναν ήδη γνωστό τίτλο ή μια επιτυχημένη μετάφραση. Σε μια αγορά που πιέζεται οικονομικά, οι μεγαλύτεροι οίκοι μπορεί να στραφούν περισσότερο σε ασφαλείς εμπορικές επιλογές, ενώ μικρότεροι εκδότες κινδυνεύουν να μειώσουν τις εκδόσεις τους ή ακόμη και να κλείσουν.
Η Μπερέζνα προειδοποίησε ότι οι συνέπειες μπορεί να φανούν πολύ αργότερα. Όπως είπε, οι σημερινοί πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς είναι εκείνοι που «σε 100 χρόνια θα έχουν γίνει οι Ουκρανοί κλασικοί που θα μιλούν στον κόσμο για την Ουκρανία».
Η κυβέρνηση ετοιμάζει μέτρα στήριξης, μεταξύ των οποίων κρατικές αγορές ουκρανικών βιβλίων για σχολικές βιβλιοθήκες, επιχορηγήσεις για την κάλυψη του κόστους εκτύπωσης μικρών εκδοτικών οίκων, ενίσχυση για τα ενοίκια βιβλιοπωλείων και πρόγραμμα ασφάλισης των εκτυπώσεων από κινδύνους του πολέμου.
Οι άνθρωποι του κλάδου, ωστόσο, προειδοποιούν ότι οι ανάγκες είναι πολύ μεγαλύτερες.
Ένα τυπογραφείο χρειάζεται έως και πέντε χρόνια για να επανέλθει
Τον Ιούλιο, ρωσικός πύραυλος χτύπησε το τυπογραφείο Konvi. Μήνες αργότερα, καμένα φύλλα από σχολικά βιβλία αγγλικών βρίσκονταν ακόμη στο πάτωμα, ενώ χαρτί είχε μείνει εγκλωβισμένο μέσα στα κατεστραμμένα μηχανήματα.
Πριν από την επίθεση, στο τυπογραφείο παράγονταν εκατομμύρια βιβλία τον χρόνο, από λογοτεχνικά έργα μέχρι εκπαιδευτικά και επιστημονικά συγγράμματα.
Η εμπορική διευθύντρια της εταιρείας, Βικτόρια Χαϊντάι, υπολογίζει ότι μόνο η αντικατάσταση της βασικής τυπογραφικής μηχανής θα κοστίσει περίπου 1,2 εκατ. ευρώ. Για να αποκατασταθεί πλήρως η παραγωγική δυνατότητα της επιχείρησης μπορεί να χρειαστούν τέσσερα έως πέντε χρόνια.
«Μας χτυπούν επειδή είμαστε κρίσιμη υποδομή, επειδή διαμορφώνουμε το μέλλον. Δουλεύουμε για την εκπαίδευση, για τον πολιτισμό. Δουλεύουμε για να διατηρήσουμε την ιστορία», είπε.
Οι επιπτώσεις φαίνονται ήδη στις προθεσμίες. Η εκτύπωση σχολικών βιβλίων, που πριν χρειαζόταν τρεις έως τέσσερις μήνες, μπορεί πλέον να απαιτεί έξι ή επτά, δημιουργώντας προβλήματα για την επόμενη σχολική χρονιά και τις επόμενες εκδόσεις.
Η Χαϊντάι σημειώνει ότι οι ζημιές δεν περιορίζονται στις μεγάλες επιχειρήσεις. Πολλά μικρότερα τυπογραφεία έχουν επίσης καταστραφεί, χωρίς οι περιπτώσεις τους να γίνονται ευρέως γνωστές.
Σε κρίση και το παιδικό βιβλίο
Ιδιαίτερα ευάλωτοι είναι οι μικροί ανεξάρτητοι εκδοτικοί οίκοι, οι οποίοι έχουν πολύ λιγότερα περιθώρια να απορροφήσουν τις απώλειες.
Η Ιρίνα Μπατούρεβιτς, συνιδρύτρια του Chytomo, ενός από τα σημαντικότερα ουκρανικά μέσα για το βιβλίο, προειδοποιεί ότι ενδεχόμενο κλείσιμο μικρών εκδοτών θα περιορίσει και την ποικιλία της αγοράς, ιδιαίτερα στις πιο εξειδικευμένες και πειραματικές εκδόσεις.
Σοβαρά προβλήματα αντιμετωπίζει και το παιδικό βιβλίο. Πολλά παιδιά έχουν φύγει από την Ουκρανία μαζί με τις οικογένειές τους εξαιτίας του πολέμου, με αποτέλεσμα οι εκδότες να στρέφονται σε άλλες κατηγορίες βιβλίων και ορισμένοι συγγραφείς να εγκαταλείπουν το επάγγελμα.
Η Μπατούρεβιτς εκτιμά ότι το κράτος πιθανότατα θα εξασφαλίσει χρηματοδότηση για τα σχολικά βιβλία. Για το υπόλοιπο κομμάτι της αγοράς, όμως, η κατάσταση είναι πολύ πιο αβέβαιη.
«Χωρίς ανεξάρτητες εκδόσεις δεν υπάρχει ανεξάρτητη Ουκρανία»
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η χώρα διαθέτει περιορισμένους πόρους και η χρηματοδότηση της άμυνας παραμένει η πρώτη προτεραιότητα. Σύμφωνα με τη Ροξολάνα Πιντλάσα, επικεφαλής της επιτροπής Προϋπολογισμού του ουκρανικού Κοινοβουλίου, μία ημέρα πολέμου κοστίζει στην Ουκρανία περίπου 190 εκατ. δολάρια.
«Αν δεν στηριχθεί τώρα ο στρατός, μπορεί να μην υπάρχει τίποτα για να ξαναχτίσουμε αργότερα», είπε η Μπατούρεβιτς. Εκτίμησε ότι χωρίς βοήθεια από ξένους εταίρους μεγάλο μέρος της ουκρανικής εκδοτικής βιομηχανίας δύσκολα θα μπορέσει να αντέξει.
Ο Βίκτορ Κρούγκλοφ ζητά τρία πράγματα από την κυβέρνηση: ευνοϊκά δάνεια και ασφάλιση από τους κινδύνους του πολέμου, επενδύσεις για την αποκατάσταση τυπογραφείων και αποθηκών και μέτρα που θα ενισχύσουν τη ζήτηση για βιβλία.
Οι εκδοτικές επιχειρήσεις δυσκολεύονται σήμερα να έχουν πρόσβαση σε προγράμματα φθηνής χρηματοδότησης, επειδή μεγάλο μέρος της αξίας τους βρίσκεται στα πνευματικά δικαιώματα και όχι σε ακίνητα ή μηχανήματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εγγύηση.
«Ελπίζω ότι το κράτος θα βοηθήσει, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητη Ουκρανία χωρίς ανεξάρτητες εκδόσεις», είπε ο Κρούγκλοφ.
«Το ουκρανικό βιβλίο είναι το ένα προϊόν που δεν μπορεί να εισαχθεί».
Με πληροφορίες από ABC News














