Σε μια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία, τέσσερις γυναίκες στέκονται στην ιταλική ύπαιθρο. Η μία κρατά αγριολούλουδα. Μια άλλη φορά κοστούμι, πουκάμισο και καπέλο και έχει περάσει το χέρι της γύρω από τη γυναίκα δίπλα της. Η σκηνή μοιάζει παράξενα με γάμο. Ανάμεσά τους βρίσκεται η γιαγιά της Roman Manfredi.
Όταν η φωτογράφος βρήκε την εικόνα σε ένα παλιό οικογενειακό κουτί, της είπαν ότι πιθανότατα είχε τραβηχτεί την περίοδο του Καρναβαλιού, όταν η μεταμφίεση με ρούχα που συνδέονταν με άλλο φύλο αποτελούσε μέρος των εθίμων. Η εξήγηση δεν της αρκούσε. Ποιο ήταν το πρόσωπο με το κοστούμι; Ήταν πράγματι ένας γάμος; Υπήρχε άραγε μια διαφορετική, κουίρ ιστορία μέσα στην οικογένεια; Η αβεβαιότητα αυτής της μίας φωτογραφίας έγινε η αρχή του «TRA», μιας σειράς που οδήγησε τη Manfredi στη Νάπολη και σε μια πολύ παλαιότερη ιστορία για το φύλο, την κοινότητα και τις λέξεις που χρησιμοποιούμε για να τα περιγράψουμε.
Η Manfredi φωτογράφισε ανθρώπους στη Νάπολη και στις γύρω περιοχές, από το Rione Sanità, το San Lorenzo και την Pianura μέχρι την Torre Annunziata και την Torre del Greco. Στο κέντρο της έρευνάς της βρίσκεται η ιστορική ναπολιτάνικη μορφή του femminiello. Οι femminielli αποτελούν μια βαθιά ριζωμένη στην τοπική κουλτούρα μορφή έμφυλης διαφορετικότητας, που δεν χωρά εύκολα στη διάκριση άνδρα και γυναίκας και έχει αφήσει ίχνη στη λαϊκή ζωή, στις τελετουργίες, στην προφορική παράδοση και στη συλλογική μνήμη της πόλης.
Η ίδια αποφεύγει να αντιστοιχίσει βιαστικά τους femminielli σε κάποια σημερινή ταυτότητα. Αυτό είναι ίσως και το πιο ενδιαφέρον σημείο του «TRA». Για τη Manfredi, το femminiello είναι μια συγκεκριμένη πολιτισμική μορφή της Νάπολης, με δική της ιστορία, που αντιστέκεται στην εύκολη μετάφραση με όρους που δημιουργήθηκαν αλλού και πολύ αργότερα.
Από εκεί ξεκίνησε άλλωστε και η δουλειά της. Η Manfredi λέει ότι η σημερινή συζήτηση γύρω από την κουίρ ταυτότητα διαμορφώνεται συχνά μέσα από λευκές ακαδημαϊκές παραδόσεις της Βόρειας Αμερικής και της Βόρειας Ευρώπης. Η ίδια θέλησε να κοιτάξει πέρα από αυτά τα πλαίσια και να δει πώς έχει βιωθεί το φύλο σε άλλες ιστορικές και πολιτισμικές συνθήκες. Η ιταλική καταγωγή της την οδήγησε στη Νάπολη, έναν τόπο όπου τέτοιες μορφές έμφυλης διαφορετικότητας έχουν θέση μέσα στην ίδια την παράδοση και δεν εμφανίζονται απλώς ως κάτι που η κοινωνία καλείται να ανεχθεί.
Ο τίτλος «TRA» παραπέμπει στην ιταλική λέξη tra, «ανάμεσα» ή «μεταξύ», την οποία η Manfredi ανοίγει και προς την έννοια του «μέσα σε». Περιγράφει έτσι τον χώρο όπου κινούνται οι εικόνες της: όχι μια μετακίνηση από τη μία σταθερή κατηγορία στην άλλη, αλλά ένα πεδίο όπου το αρσενικό και το θηλυκό συναντιούνται, διαλύονται ή απλώς παύουν να αρκούν ως εξήγηση.
Γι’ αυτό και τα πορτρέτα δεν λειτουργούν σαν ανθρωπολογικός κατάλογος ταυτοτήτων. Nunzia κοιτάζει τον φακό με κοντά μαλλιά και αμάνικο μπλουζάκι. Giupi εμφανίζεται με ένα περίτεχνο κάλυμμα στο κεφάλι. Maurizia φορά ένα εφαρμοστό φόρεμα. Leila κοιτάζει την κάμερα με σχεδόν μνημειακή ακινησία. Στην Torre Annunziata, Ciro Ciretta τυλίγεται με υφάσματα που παραπέμπουν στις απεικονίσεις της Παναγίας. Κανείς δεν φωτογραφίζεται για να εικονογραφήσει μια θεωρία. Η Manfredi καταγράφει συγκεκριμένους ανθρώπους μέσα στους τόπους όπου ζουν και τις σχέσεις που έχουν με αυτούς.
Η Leila, στο Sarno, σε πορτρέτο από τη σειρά «TRA» της Roman Manfredi. Το βλέμμα και η στάση της μορφής συνομιλούν με μια τοιχογραφία άνδρα με το άλογό του χαραγμένη σε ερείπιο της Πομπηίας.
Στο «TRA» εμφανίζονται και masculille, άνθρωποι με αρρενωπή έκφραση στους οποίους αποδόθηκε γυναικείο φύλο κατά τη γέννηση. Η Manfredi επιμένει σε αυτή την πλευρά επειδή οι αντίστοιχες ιστορίες έχουν μείνει πολύ λιγότερο ορατές. Όπως σημειώνει η ίδια, μορφές έμφυλης διαφορετικότητας σε ανθρώπους στους οποίους αποδόθηκε ανδρικό φύλο κατά τη γέννηση έχουν συχνότερα αναγνωριστεί, ενώ οι αρρενωπές εκφράσεις ανθρώπων στους οποίους αποδόθηκε γυναικείο φύλο συχνά αγνοήθηκαν ή απαξιώθηκαν και φορτώθηκαν με πολιτισμικό και ταξικό στίγμα.
Η τάξη έχει σημασία και στην ιστορία των femminielli. Η παρουσία τους συνδέεται βαθιά με τις λαϊκές γειτονιές της Νάπολης και ιδιαίτερα με τα φτωχότερα στρώματα της πόλης. Προηγείται κατά πολύ της σύγχρονης ακαδημαϊκής γλώσσας γύρω από την ταυτότητα φύλου και έχει καταγραφεί σε λαϊκές και θρησκευτικές τελετουργίες, στην προφορική παράδοση και στην καθημερινή ζωή. Αυτή η συνύπαρξη του ιερού και του λαϊκού με μορφές φύλου που δεν χωρούν στο δίπολο είναι ένας από τους λόγους που η ναπολιτάνικη εμπειρία δεν αποδίδεται εύκολα με μία σύγχρονη λέξη.
Η Manfredi δεν φωτογραφίζει μόνο ανθρώπους. Ανάμεσα στα πορτρέτα εμφανίζονται δρόμοι, αυτοκίνητα, σκάλες, βιτρίνες, δωμάτια με εικόνες αγίων και λαϊκές αίθουσες συγκεντρώσεων. Είναι κομμάτια μιας Νάπολης όπου διαφορετικές εποχές μοιάζουν να συνυπάρχουν. Η ίδια έχει περιγράψει την πόλη ως έναν τόπο όπου μπορεί να αισθανθεί κανείς ότι βρίσκεται στο 1685 και στο 1985 την ίδια στιγμή.
Αυτή η ταυτόχρονη παρουσία διαφορετικών εποχών ταιριάζει και στη λογική του έργου. Οι femminielli δεν εμφανίζονται σαν απομεινάρι ενός εξωτικού παρελθόντος, ούτε οι άνθρωποι που φωτογραφίζει σαν σύγχρονες αποδείξεις κάποιας θεωρίας για τη ρευστότητα του φύλου. Παρελθόν και παρόν βρίσκονται στο ίδιο κάδρο. Η παράδοση δεν είναι αναγκαστικά το αντίθετο της μεταμόρφωσης· μπορεί να είναι και ο τόπος μέσα από τον οποίο η μεταμόρφωση επιβιώνει.
Στη σειρά υπάρχει και μια ακόμη εικόνα γάμου. Αυτή τη φορά δεν προέρχεται από το οικογενειακό αρχείο, αλλά από την ίδια την έρευνα της Manfredi στη Νάπολη. Στο τέλος των περίπου οκτώ μηνών που πέρασε στην περιοχή, κατέγραψε σε ασπρόμαυρο Super 8 έναν τελετουργικό «γάμο» των femminielli. Δεν πρόκειται για γάμο με τη νομική ή συμβατική έννοια, αλλά για μια τελετουργία μετάβασης μέσα από την οποία η παράδοση περνά από τη μία γενιά στην επόμενη.
Η εικόνα αυτή επιστρέφει, με παράξενο τρόπο, στην παλιά φωτογραφία της γιαγιάς της. Ένα οικογενειακό στιγμιότυπο του οποίου το πραγματικό νόημα δεν μπόρεσε ποτέ να εξακριβώσει την οδήγησε σε μια κοινότητα όπου η αμφισημία δεν χρειάζεται απαραίτητα να λυθεί. Μπορεί να παραμείνει τρόπος ύπαρξης.
Και αυτό είναι ίσως το σημείο όπου το «TRA» γίνεται κάτι περισσότερο από μια όμορφη σειρά πορτρέτων. Η Manfredi δεν προσπαθεί να αποδείξει ότι οι σημερινές κουίρ ταυτότητες «υπήρχαν πάντα» με ακριβώς την ίδια μορφή. Δείχνει κάτι πιο δύσκολο: ότι υπήρχαν πάντα άνθρωποι των οποίων η σχέση με το φύλο και την επιθυμία δεν χωρούσε εύκολα στους κανόνες της εποχής τους — και ότι κάθε τόπος μπορούσε να βρίσκει τη δική του γλώσσα για να τους χωρέσει.
Στη Νάπολη, μία από αυτές τις λέξεις ήταν femminiello.
Δεν χρειάζεται να την αντικαταστήσουμε για να καταλάβουμε ότι οι άνθρωποι που περιέγραφε υπήρχαν.
Με στοιχεία από The Guardian















