Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Καναδάς: Απαγόρευση δημοσίευσης στοιχείων υπόθεσης εγείρει ανησυχίες για την ελευθερία του Τύπου


Ένα δικαστήριο στον Καναδά απαγόρευσε τη δημοσίευση στοιχείων που σχετίζονται με μια φερόμενη συνωμοσία για την κατάληψη γης προς όφελος μιας αντικυβερνητικής πολιτοφυλακής, προκαλώντας κριτική από υποστηρικτές της ελευθερίας του Τύπου και νομικούς εμπειρογνώμονες.

Πολλοί ήταν εκείνοι που σχολίασαν ότι η κίνηση αυτή ενδέχεται να εμποδίσει τους πολίτες να κατανοήσουν τις απειλές για τη δημόσια ασφάλεια.

Το Ανώτατο Δικαστήριο του Κεμπέκ διέταξε την απαγόρευση δημοσίευσης τον Φεβρουάριο, σύμφωνα με αντίγραφο της απόφασης που διαθέτει το Reuters.

Η απόφαση εκδόθηκε λίγες ημέρες αφότου ένα κατώτερο δικαστήριο δημοσίευσε περισσότερες από χίλιες σελίδες εγγράφων που σχετίζονταν με αστυνομική έρευνα για τέσσερις άνδρες, μεταξύ των οποίων δύο εν ενεργεία στρατιωτικούς, οι οποίοι συνελήφθησαν το περασμένο καλοκαίρι. Τρεις από αυτούς κατηγορήθηκαν ότι προχώρησαν σε «συγκεκριμένες ενέργειες για τη διευκόλυνση τρομοκρατικής δραστηριότητας», ενώ ο τέταρτος κατηγορήθηκε για αδικήματα που αφορούν όπλα.

Η υπόθεση στον Καναδά

Ένας νομικός εμπειρογνώμονας ανέφερε ότι τέτοιες απαγορεύσεις συνήθως αποσκοπούν στον περιορισμό της πρόσβασης σε ευαίσθητες λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τις εν εξελίξει έρευνες ή να αποκαλύψουν την ταυτότητα ευάλωτων θυμάτων. Ωστόσο, χαρακτήρισε ασυνήθιστη την ευρεία απαγόρευση της δημοσιοποίησης πληροφοριών στην συγκεκριμένη υπόθεση.

«Τα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας του Τύπου, δεν είναι απόλυτα. Ωστόσο, οι περιορισμοί πρέπει να είναι εύλογοι», δήλωσε ο Γουέιν ΜακΚέι, ομότιμος καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο Dalhousie. «Όσο ευρύτερη και πιο ριζική είναι η απαγόρευση, τόσο πιο δύσκολο είναι να δικαιολογηθεί».

Η απόφαση του δικαστή δεν παρέχει καμία αιτιολόγηση για την απαγόρευση, ενώ μια εκπρόσωπος του Ανώτατου Δικαστηρίου του Κεμπέκ δήλωσε ότι το δικαστήριο και οι δικαστές του απαγορεύεται να σχολιάζουν οποιαδήποτε απόφαση.

Το Reuters δεν μπόρεσε να διαπιστώσει για ποιο λόγο το δικαστήριο επέβαλε την απαγόρευση. Η εισαγγελία και δύο από τους τέσσερις δικηγόρους υπεράσπισης στις υποθέσεις δήλωσαν στο Reuters ότι δεν είχαν ζητήσει τον περιορισμό της πρόσβασης του κοινού σε πληροφορίες σχετικά με τις υποθέσεις.

Ο Τζέιμς Τερκ, διευθυντής του Κέντρου για την Ελεύθερη Έκφραση στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, δήλωσε ότι η σιωπή του δικαστηρίου όσον αφορά την αιτιολογία του καθιστά δύσκολη την εκτίμηση της αναγκαιότητας της απαγόρευσης ή της ευπάθειάς της σε δικαστικές προσφυγές.

«Το πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση», είπε, «είναι ότι δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε αν αυτή η απαγόρευση είναι νόμιμη ή όχι χωρίς να γνωρίζουμε γιατί επιβλήθηκε».

Ο Μαξίμ Σεβαλιέ, ο οποίος εκπροσωπεί έναν από τους κατηγορούμενους, δήλωσε ότι το δικαστήριο επέβαλε την απαγόρευση «από μόνο του». Ο Ζαν-Μαρκ Φραντέτ, δικηγόρος που εκπροσωπεί άλλον κατηγορούμενο, δήλωσε ότι η ομάδα του δεν είχε ζητήσει την απαγόρευση, αλλά αντίθετα είχε πιέσει ώστε περισσότερα δικαστικά έγγραφα να δημοσιοποιηθούν χωρίς διαγραφές.

Οι δύο επιπλέον συνήγοροι υπεράσπισης δεν απάντησαν στα αιτήματα για σχόλια.

Η απαγόρευση δημοσιοποίησης πληροφοριών

Ο Πίτερ Τζέικομπσεν, δικηγόρος ειδικευμένος σε θέματα μέσων ενημέρωσης, δυσφήμισης και συνταγματικού δικαίου, δήλωσε ότι η απαγόρευση θέτει σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια, καθώς περιορίζει την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με την κατηγορούμενη για εγκληματικές πράξεις ακροδεξιά ομάδα πολιτοφυλακής.

«Η απόκρυψη αυτών των πληροφοριών σημαίνει ότι οι Καναδοί δεν θα έχουν πλήρη εικόνα του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η ακροδεξιά στη χώρα», ανέφερε.

Τον Ιούλιο, η Βασιλική Καναδική Αστυνομία με Ίππους (RCMP) ανακοίνωσε ότι είχε συλλάβει και απαγγείλει κατηγορίες σε τρεις άνδρες για «τρομοκρατική» δραστηριότητα ⁠που σχετίζεται με τα φερόμενα σχέδιά τους να καταλάβουν έκταση κοντά στην πόλη του Κεμπέκ για δραστηριότητες της πολιτοφυλακής. Οι άνδρες είχαν συγκεντρώσει απόθεμα όπλων και «συμμετείχαν σε εκπαίδευση στρατιωτικού τύπου, καθώς και σε ασκήσεις σκοποβολής, ενέδρας, επιβίωσης και πλοήγησης», ισχυρίστηκε η RCMP.

Η αστυνομία ανέφερε ότι οι έρευνες που διεξήχθησαν τον Ιανουάριο του 2024 οδήγησαν στην ανακάλυψη ενός οπλοστασίου που περιελάμβανε 16 εκρηκτικούς μηχανισμούς, 83 πυροβόλα όπλα, περίπου 11.000 σφαίρες, σχεδόν 130 γεμιστήρες, τέσσερα ζεύγη γυαλιών νυχτερινής όρασης και στρατιωτικό εξοπλισμό.

Το δελτίο τύπου της αστυνομίας, καθώς και τα άρθρα των μέσων ενημέρωσης σχετικά με τις συλλήψεις και τις κατηγορίες, που δημοσιεύθηκαν πριν από την απαγόρευση δημοσίευσης, παραμένουν διαθέσιμα στο διαδίκτυο.

Μετά την ανακοίνωση της αστυνομίας σχετικά με τις κατηγορίες τον Ιούλιο του 2025, πολλά καναδικά μέσα ενημέρωσης άσκησαν αγωγές για να αποκτήσουν πρόσβαση σε χιλιάδες σελίδες αστυνομικών εγγράφων σχετικά με την επιχείρηση, τα οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της πόλης του Κεμπέκ έδωσε τον περασμένο Αύγουστο σε όσους τα ζήτησαν.

Λίγες ημέρες μετά τη δημοσιοποίηση μιας δεύτερης δέσμης εγγράφων νωρίτερα φέτος, ο Φρανσουά Ουότ, δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Κεμπέκ, εξέδωσε στις 2 Φεβρουαρίου διάταγμα με άμεση ισχύ, «απαγορεύοντας στα μέσα ενημέρωσης ή σε οποιονδήποτε άλλο να δημοσιεύει, υπό οποιαδήποτε μορφή, πληροφορίες σχετικά με τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, ανεξάρτητα από το αν οι πληροφορίες αυτές έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί ή όχι».

Με πληροφορίες από Reuters



Πηγή: www.lifo.gr