Το 2010 στο Royal Court ανέβηκε το έργο της θεατρικής συγγραφέως Νίνα Ρέιν «Φυλές», εμπνευσμένο από κάποιο στιγμιότυπο ενός ντοκιμαντέρ που είχε παρακολουθήσει, στο οποίο ένα κωφό ζευγάρι που περίμενε παιδί ανέφερε ότι θα ήθελαν να γεννηθεί και αυτό κωφό. Η Ρέιν παίρνει αφορμή από αυτή την ιστορία για να μιλήσει για τις φυλές των ανθρώπων που έχουν τις δικές τους συνήθειες, τα δικά τους πιστεύω, τις δικές τους απόψεις, οι οποίες πολλές φορές είναι δύσκολο να γίνουν κατανοητές από τους άλλους, προβάλλοντας πολλές όψεις της αλήθειας και της έννοιας της διαφορετικότητας. Επτά χρόνια αργότερα ανέβηκε στο National Theatre του Λονδίνου το έργο της «Συναίνεση», που θα κάνει πρεμιέρα στο Σύγχρονο Θέατρο στις 17 Απριλίου σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά. Μέσα από την ιστορία μιας ομάδας δικηγόρων που εμπλέκονται σε μια υπόθεση σεξουαλικής επίθεσης φωτίζονται τα όρια ανάμεσα στον νόμο, την ηθική και την προσωπική ευθύνη για το πώς μπορούμε να αντιληφθούμε την αλήθεια και πώς αυτή διαμορφώνεται μέσα από διαφορετικές οπτικές.
Η συναίνεση στην οποία αναφέρεται η Ρέιν δεν αφορά μόνο την απόδειξη της αλήθειας σε υποθέσεις σεξουαλικής βίας αλλά και το πώς η αλήθεια διαμορφώνεται μέσα σε σχέσεις εξουσίας, φωτίζοντας τόσο την απονομή της δικαιοσύνης στη σύγχρονη κοινωνία όσο και τις σύνθετες πλευρές των ανθρώπινων σχέσεων που διαποτίζονται από έντονα συναισθήματα αλλά και τον φόβο της απώλειας.
«Εμείς οι γυναίκες έχουμε λάβει μια κοινωνική εκπαίδευση συγκεκριμένη, τουλάχιστον οι προηγούμενες γενιές, να είμαστε διαλλακτικές, ευγενικές, φροντιστικές, όταν βάζουμε ένα όριο να το κάνουμε με έναν τρόπο συγκεκριμένο, για να μη θεωρηθούμε δύσκολες, δύστροπες. Αισθάνομαι ότι κάποιες φορές είναι σαν μάχη με ένα ολόκληρο αξιακό σύστημα».
Στην παράσταση, η Κίττυ Παϊταζόγλου υποδύεται τη σύζυγο του δικηγόρου που αθωώνει τον κατηγορούμενο άντρα σε μια υπόθεση βιασμού και με αφορμή αυτή την αθώωση έρχεται αντιμέτωπη με τη δική της ζωή, που αρχικά μοιάζει πολύ μακρινή από εκείνη του θύματος, και τις επιλογές της.
— Στις «Φυλές», η Ρέιν, μιλώντας για τα όρια των ανθρώπων, με έναν τρόπο μιλούσε και για τη σημασία της συναίνεσης μέσα στις φυλές αλλά και σε μια κοινωνία. Εδώ με τι έργο έχουμε να κάνουμε;
Είναι ένα έργο που γράφτηκε το 2017 και ουσιαστικά έχει να κάνει με μια παρέα δικηγόρων που μιλάνε για τα θέματα της συναίνεσης και τι σημαίνει αυτή μέσα σε ένα δικαστήριο. Με έναν τρόπο, όταν πρόκειται να εφαρμόσουν όλα αυτά στη δική τους ζωή, ή δεν θέλουν καθόλου ή αποτυγχάνουν παταγωδώς.
— Τι σημαίνει συναίνεση γι’ αυτούς δηλαδή;
Με αφορμή μια υπόθεση βιασμού, ο Έντουαρντ, ο άντρας μου, καλείται να υπερασπιστεί τον φερόμενο ως βιαστή και κερδίζει, τον δικαιώνει. Η γυναίκα, που, κατά πάσα πιθανότητα, έχει όντως βιαστεί, εισβάλλει στο σπίτι μας και τον προκαλεί να της εξηγήσει τι συνέβη. Εγώ, ως γυναίκα αυτού του δικηγόρου, σιγά σιγά συνειδητοποιώ ότι ο χαρακτήρας του δεν μου κάνει πια και δεν αντέχω να κάνω άλλο τους συμβιβασμούς που έκανα τόσα χρόνια. Με αφορμή αυτή την υπόθεση, η γυναίκα που υποδύομαι μπαίνει σε έναν δρόμο αυτογνωσίας. Όχι μόνο εξαιτίας αυτού του γεγονότος αλλά και ενός ακόμα: όταν ένα ζευγάρι φίλων τους δικηγόρων χωρίζει επειδή εκείνος απατάει συστηματικά τη γυναίκα του, ο σύζυγός μου μεσολαβεί για να τα βρουν και εγώ αρχίζω να συνειδητοποιώ ότι αυτό δεν μου αρέσει καθόλου.
— Αυτή η γυναίκα που δεν δικαιώθηκε στο δικαστήριο, πώς βρίσκει τη δική της δικαίωση, πού την αναζητά;
Αυτό που γράφει η Ρέιν είναι ότι μια γυναίκα για να βρει τη δική της δικαίωση μπορεί να καταφύγει σε τρόπους και σε πράγματα που σοκάρουν ακόμα και την ίδια. Από μια περιοχή της προσωπικής της δικαίωσης μπορεί να φτάσει στα άκρα. Μπορεί κάποιος να πει ότι γίνεται και αυτή τέρας.
— Πιστεύεις ότι για να βρει ένας άνθρωπος, μια γυναίκα το δίκιο της μπορεί να γίνει τέρας;
Είναι τεράστια η συζήτηση αυτή για το δίκαιο έγκλημα και για την αυτοδικία, όσο τεράστιο είναι και το ερώτημα που τίθεται στον σύγχρονο πολιτισμένο δυτικό μας κόσμο για το πού ο καθένας τραβάει τη γραμμή του και από ποιο σημείο και μετά αναζητά τη δική του προσωπική δικαίωση μέσα από ένα έγκλημα.
— Εσύ προσωπικά τι θα απαντούσες;
Νομίζω ότι σε κάποιες περιπτώσεις είμαι πολύ κοντά στην έννοια της αυτοδικίας – ενώ έχω σπουδάσει Νομική και λόγω αυτού του background θα έπρεπε να σου πω ότι ακόμα και σε μια κατάφωρη αδικία πρέπει να πιστεύουμε στον νόμο.
— Η κοινωνία μας αναζητά διαρκώς συναινέσεις, είτε για να καλύψει τα προβλήματά της είτε για να συνεχίσει, να βρούμε μια οδό για να προχωρήσουμε;
Σίγουρα. Αλλιώς είμαστε ζούγκλα. Αλλιώς ο καθένας χρησιμοποιεί το δικό του συναίσθημα και τη δική του ηθική προσπάθεια δικαίωσης για να σπάσει το κοινωνικό συμβόλαιο. Βλέπουμε ότι σήμερα τα θέματα συναίνεσης συζητιούνται πάρα πολύ, αλλά είμαστε σε ένα πολύ άβολο μεταβατικό στάδιο, νομίζω, που η θεωρία απέχει πάρα πολύ από την πράξη. Πότε η συναίνεση σταματά να είναι νομικό επιχείρημα και αποκτά άλλη σημασία, πότε μπαίνω πραγματικά στη θέση του άλλου και βάζω το δικό του αφήγημα μέσα στο δικό μου.
— Ωστόσο βλέπουμε γύρω μας τον κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο βίαιος – δεν συζητάμε για αυτοδικία αλλά για βία η οποία είναι ξεκάθαρη προτού γίνει οποιαδήποτε συζήτηση για συναίνεση, μέσα στην πίεση της καθημερινότητας που γίνεται αφόρητη. Και βλέπεις και μια υποχώρηση απέναντι στον πιο δυνατό, που τη γεννάει ο φόβος.
Αυτό είναι το θέμα, τι συμβαίνει όταν μπαίνουν θέματα εξουσίας. Και εδώ έρχεται και το θέμα της γυναίκας. Δεν είναι τυχαίο ότι στο συγκεκριμένο έργο, στη «Συναίνεση», αυτή η παρέα των δικηγόρων κατηγορεί τρεις από τις τέσσερις γυναίκες του έργου όταν τολμάνε να βάλουν το όριό τους και να πουν «μέχρι εδώ η αδικία»· για εθισμό σε αλκοόλ και ουσίες, για φαντασιοπληξία, για σοβαρή ψυχική διαταραχή. Στη δική μου περίπτωση, ο άντρας μου, ως δικηγόρος, φτάνει να ζητάει την επιμέλεια του παιδιού κατηγορώντας με για ψυχική διαταραχή, επειδή τόλμησα να βάλω το όριό μου. Η επίκληση της ψυχικής διαταραχής είναι το πιο ασφαλές, βολικό επιχείρημα για έναν άντρα. Και αυτό που έχει ενδιαφέρον σε αυτό το έργο, που γράφτηκε το 2017, τη στιγμή που αρχίζει να σκάει διεθνώς το #metoo, είναι ότι αυτή η συγγραφέας, πέρα από τις ξεκάθαρες θέσεις για τον θύτη και το θύμα, μπαίνει και ανιχνεύει πιο γκρίζες περιοχές, εκεί που δεν καταλαβαίνεις ακριβώς ποιος έχει δίκιο και ποιος έχει άδικο. Δεν παίρνει θέση σε μια ενδοοικογενειακή διένεξη αλλά αφήνει και τις δύο εκδοχές να ακουστούν ατόφιες. Αν σκεφτεί κάποιος ότι ο βιασμός εντός γάμου αναγνωρίστηκε ποινικά στην Ελλάδα το 2006, καταλαβαίνουμε σε πόσο θολά νερά μπαίνει η συγγραφέας, πόσο λεπτές είναι αυτές οι αποχρώσεις και πολλές φορές ακατανόητες.
— Πάντως το θέμα της συναίνεσης, που έσκασε πολύ με το #metoo, είναι κάτι που αφορά κυρίως τις γυναίκες.
Εμείς οι γυναίκες έχουμε λάβει μια κοινωνική εκπαίδευση συγκεκριμένη, τουλάχιστον οι προηγούμενες γενιές, να είμαστε διαλλακτικές, ευγενικές, φροντιστικές, όταν βάζουμε ένα όριο να το κάνουμε με έναν τρόπο συγκεκριμένο, ώστε να μη θεωρηθούμε δύσκολες, δύστροπες. Αισθάνομαι ότι κάποιες φορές είναι σαν μάχη με ένα ολόκληρο αξιακό σύστημα.
— Νομίζω ότι το πιο δύσκολο κομμάτι που αφορά τη συναίνεση είναι όταν το θέμα περιστρέφεται γύρω από τη σεξουαλική πράξη.
Ναι, γιατί εκεί η συναίνεση είναι κάτι που μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή, να μη σου αρέσει το πώς εξελίσσεται η σεξουαλική πράξη, και εκεί υπάρχει μεγάλη άρνηση από έναν άντρα να δεχτεί το «όχι» σου. Μπαίνει το τεράστιο θέμα του ανδρικού εγωισμού, της απόρριψης.
— Αυτό συμβαίνει και σε άλλες συνθήκες, στο επάγγελμά σου για παράδειγμα, να μη δέχονται το «όχι»;
Κάποιες φορές αισθάνομαι ότι θέλω να πω «όχι» και λέω «ναι» για να μη γίνω δύσκολη ή δυσάρεστη ή το κακό παιδί, ή το κάνω από κούραση πια. Δηλαδή λες «εντάξει, εντάξει, πάμε». Η ίδια η κοινωνία δυσκολεύει περισσότερο τις γυναίκες να βάλουν όρια, δεν είναι ανεκτό αυτό. Εγώ βάζω όρια πολύ δύσκολα και τα βάζω άγαρμπα τις περισσότερες φορές. Ένας άντρας βάζει πιο εύκολα όρια, γιατί μπορεί, είναι ελεύθερος άνθρωπος, έχει ελεύθερη βούληση. Όταν μια γυναίκα λέει «κι εγώ έχω ελεύθερη βούληση», είναι σαν να κουνάει τα θεμέλια του κόσμου.
— Είσαι νομικός και θέλω να μου εξηγήσεις γιατί θεωρείται ανδροκρατούμενο το επάγγελμα, που τελικά δεν ακολούθησες. Γιατί οι περισσότεροι διάσημοι δικηγόροι είναι άντρες, είναι σαν να τους εμπιστεύονται περισσότερο;
Αυτή είναι στερεοτυπική αντίληψη αυτού του συστήματος. Θα ξεκινήσω με το ότι στη Νομική είναι περισσότερες οι γυναίκες φοιτήτριες. Οι φίλες μου δυσκολεύτηκαν πολύ στο επάγγελμα, ειδικά στα ποινικά, αν και ήταν εξαιρετικές. Ήταν αυτές που θα κράταγαν πάντα τον φάκελο των ποινικολόγων. Και οι ίδιες δεν θα μπορούσαν ποτέ να βγουν μπροστά. Και θα πω και τη διαφορά σε σχέση με το θέατρο: εκεί άνοιξε η συζήτηση για την κακοποίηση, την παρενόχληση, ήρθε η στιγμή να μιλήσουν αυτές οι γυναίκες, επειδή έφτασε η ώρα να το κάνουν και δημιουργήθηκε και ο χώρος για να ακουστούν.
— Θα ήθελα να ανοίξουμε μια άλλη συζήτηση, για όσα συνέβησαν στην «Αντιγόνη» του Ράσε, που κόπηκε ο ρόλος σου. Έγινε μια μεγάλη συζήτηση για τα όρια, τις επιλογές, τους ρόλους καθενός σε μια παράσταση. Πες μου, εκεί πώς πήγες; Σε πήραν με «μέσο» σε αυτή την παράσταση, σε επέβαλαν;
Έκανα οντισιόν για μιάμιση ώρα, όπως και πολλές άλλες συνάδελφοί μου. Με διάλεξε με ελεύθερη βούληση και ήταν από τις καλύτερες οντισιόν που έχω κάνει. Δεν του επέβαλαν κανέναν ηθοποιό. Ξέρεις, ακόμα και σήμερα προσπαθώ να βάλω τα πράγματα σε σειρά, γιατί δεν έχω καταλάβει τι έχει συμβεί. Μετά την οντισιόν μπήκα με μεγάλο ενθουσιασμό, με τρομερή αφοσίωση. Κάποια στιγμή άρχισε να πετάει σχόλια που πλήθαιναν –εγώ δεν καταλάβαινα ακόμα ότι τα πράγματα ήταν κρίσιμα– και άρχισα να χάνω την μπάλα, αν ο άνθρωπος δεν ήξερε τι να κάνει με τον ρόλο της Ισμήνης ή είχε μετανιώσει για την επιλογή του σε σχέση με εμένα. Και ξέσπαγε πάνω μου. Ευτυχώς είχα μεγάλη στήριξη μέχρι το τέλος και από την Αργυρώ Χιώτη και από την Κατερίνα Ευαγγελάτου. Και μετά προσπάθησα, παρά την ψυχική μου διάλυση και το σοκ –γιατί είπα πολλές φορές «πες μου πρακτικά τι θέλεις» και δεν πήρα καμία απάντηση–, να κρατήσω μια αξιοπρεπή στάση, παρά τον θυμό μου, να μη βλάψω κανέναν γύρω μου, ούτε τους συναδέλφους μου – γιατί μετά συνέθλιψε και τον ρόλο της Αντιγόνης, έκοψε όλα τα χορικά, και πάλι ήταν τρεις ώρες παράσταση. Αλλά ακόμα δεν έχω καταλάβει τι έφταιξε, γιατί έκανα και τον απολογισμό μου και την αυτοκριτική μου.
— Αν έβλεπες τον Ράσε σήμερα, τι θα του έλεγες;
Θα έφευγα από την άλλη πλευρά. Κάθε καλλιτέχνης έχει δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει, αλλά δεν μπορεί να αλλάζει γνώμη στη μέση της παράστασης για τόσο σοβαρά πράγματα. Αν είναι έτσι, κάνει τέχνη για την τέχνη, για την υπέροχη αισθητική, όχι για τον άνθρωπο. Και στο κάτω κάτω της γραφής, τι τέχνη θέλουμε να κάνουμε; Ο ίδιος μου έλεγε δημόσια «your work ethics are amazing» και μετά ξέσπαγε πάνω μου για πράγματα τα οποία πραγματικά δεν ήταν πρακτικά, δεν ήταν θέμα συνέπειας ή συμπεριφοράς. Ειλικρινά, ακόμα και σήμερα δεν έχω καταλάβει τίποτα. Και δεν είναι θέμα ξένου σκηνοθέτη, είναι θέμα ανθρώπου.
— Στη συνέχεια πώς το διαχειρίστηκες;
Όταν συμβεί κάτι τέτοιο, καταρχάς έχεις μια δημοσιότητα που δεν την επιδιώκεις. Αρχίζεις να αναρωτιέσαι για τον εαυτό σου, για τη δική σου αλήθεια, τη δική σου αφοσίωση στα πράγματα. Έμπαιναν επιπλέον και θέματα εξουσίας – ήταν ο σκηνοθέτης, ήμουν η ηθοποιός. Ευτυχώς, μπήκα στη συνέχεια σε δουλειές υπέροχες, με τρομερή δημιουργικότητα.
— Πάντως και στο θέατρο σήμερα η έννοια της εξουσίας και οι ρόλοι έχουν αλλάξει.
Σε σχέση με το παρελθόν έχουν αλλάξει, αλλά εμείς έχουμε γαλουχηθεί τόσο πολύ με το παρελθόν, με μύθους ανθρώπων τρομερά ταλαντούχων, στους οποίους δικαιολογούσαν τις κακές πλευρές επειδή είχαν πολύ ταλέντο. Νομίζω ότι ακόμα κι αυτό έχει αρχίσει να συζητιέται σήμερα. Σκέφτομαι καμιά φορά, δεν θα υπήρχαν και φοβερά μυαλά που να μην είχαν αυτές τις κακές συμπεριφορές; Δεν χρειάζεται αυτό το πράγμα, αυτός ο τρόπος. Χάνεις χρόνο, αναλώνεσαι σε εξουσιαστικά παιχνίδια και δεν μπορείς να επικοινωνήσεις ουσιαστικά με κανέναν. Για μένα το θέατρο είναι ένας σπουδαίος τόπος, κι ας χτυπιόμαστε για την επιβίωση κάποιες φορές σαν χταπόδια. Και είναι πολύ σημαντικό να μπορεί κάποιος μέσα σε όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας να κρατάει όσο μπορεί την αξιοπρέπειά του, τη θέλησή του και τα όνειρά του και να είναι διατεθειμένος να ανοιχτεί σε νέες περιπέτειες και δοκιμασίες, βάζοντας στοιχήματα που καμιά φορά μοιάζουν παράλογα.
Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση «Συναίνεση», εδώ.















