Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Καύσωνες και πυρκαγιές: μαθαίνοντας τον φόβο


Καύσωνες και πυρκαγιές:
μαθαίνοντας τον φόβο


Αυτός ο κόσμος της πρωινής δροσιάς
Είναι ο κόσμος της πρωινής δροσιάς
Κι όμως…

Kobayashi Issa 

 

Καύσωνες και πυρκαγιές: μαθαίνοντας τον φόβο Facebook Twitter
Σχέδιο: Regards.fr

 

Ο βιοχημικός και διευθυντής ερευνών Jérôme Santolini μελετά για περισσότερα από 25 χρόνια τη χημεία και τη βιολογία του δραστικού αζώτου*. Παράλληλα, εξετάζει τη σχέση μας με την επιστήμη, καθώς και τη σχέση των ίδιων των επιστημόνων με τον κόσμο. Στην καρδιά αυτού του καλοκαιριού των καυσώνων, και ενώ γιγαντιαίες πυρκαγιές προκαλούν μαζικές και εσπευσμένες μετακινήσεις πληθυσμών, εξετάζει τη σχέση μας με τον φόβο και το μοιραίο.

Στη βιολογία και τη βιοχημεία, ο όρος δραστικό άζωτο (Reactive Nitrogen Species ή RNS) αναφέρεται σε μια οικογένεια αζωτούχων χημικών ενώσεων, οι οποίες περιλαμβάνουν ελεύθερες ρίζες (όπως το μονοξείδιο του αζώτου (NO*) και άλλα οξειδωτικά μόρια που προκύπτουν από την αλληλεπίδρασή τους με το οξυγόνο. Αποτελούν βασικά μόρια στον κυτταρικό μεταβολισμό και διαδραματίζουν διττό ρόλο στη λειτουργία των οργανισμών. [ΑΙ]
 

“Ένα σημάδι ότι κάτι μέσα μας επιμένει και αντιστέκεται στο μοιραίο”
 

Jérôme Santolini
lundimatin#528, 25 Ιουλίου 2026

 

Αυτή η ιστορική, πρωτόγνωρη και τρομακτική περίοδος καύσωνα αποτελεί πλήγμα και δοκιμασία για μεγάλο μέρος του πληθυσμού, ιδίως για τους πιο ευάλωτους, συγχρόνως όμως μας δίνει τη δυνατότητα να αναλύσουμε τις αντιδράσεις μας –συλλογικές και ατομικές– μπροστά στην υπερθέρμανση του πλανήτη, μπροστά στον όλο και πιο ορατό κίνδυνο μιας καθολικής κατάρρευσης των τρόπων ζωής μας, και ευρύτερα μπροστά στην αλλαγή που αυτή η “καταστροφή” καθιστά αναγκαία.

Οι περισσότεροι επιστήμονες που σχολιάζουν τις κλιματικές (ή οικολογικές) ανατροπές –μεταξύ των οποίων και εγώ– χρησιμοποιούν αυτή την κατάσταση ως μια ευκαιρία για να καταγγείλουν την κλιματική (οικολογική) αδράνεια των κυβερνήσεών μας, των θεσμών μας, των συμπολιτών μας… Έχω και εγώ όσο περνάει από το χέρι μου εκμεταλλευτεί τέτοιες στιγμές για να “πολιτικοποιήσω τον καύσωνα”, αλλά σήμερα δεν είναι η κλιματική αδράνεια που με απασχολεί περισσότερο: είναι η ατομική και συλλογική μας ανικανότητα να αδράξουμε αυτή τη στιγμή.

Κανείς (ή σχεδόν κανείς) στον δημόσιο, πολιτικό ή επικοινωνιακό χώρο δεν φαίνεται να θέλει να παραδεχτεί την κατάσταση και το μέγεθος της καταστροφής. Τα πάντα μοιάζουν να πηγάζουν από μια στρατηγική αποφυγής, προκειμένου να κρατηθούν οι συλλογικές μας αναπαραστάσεις αποκομμένες από την πραγματικότητα. Προς τι αυτή η εκούσια και συλλογική τύφλωση; Έχω την αίσθηση ότι μας έχει γίνει πλέον αδύνατο να συνειδητοποιήσουμε αυτό που πρόκειται να συμβεί. Επειδή οι αναπαραστάσεις που επιστρατεύουμε είναι ξεπερασμένες και ανίκανες να αποδώσουν την κατάσταση, επειδή παραμένουμε αιχμάλωτοι μιας νοσηρής επιθυμίας να κρατήσουμε ζωντανό ό,τι έχει ήδη πεθάνει, με τίμημα μια ψευδαίσθηση ύπαρξης. Μα πάνω από όλα επειδή δεν διαθέτουμε πια τη δύναμη της φαντασίας.

Η φτώχεια της φαντασίας είναι μια θανάσιμη ασθένεια για τις σημερινές κοινωνίες. Το σύγχρονο φαντασιακό, που οι επιστήμονες συνδιαμόρφωσαν και συνεχίζουν να στηρίζουν, οικοδομήθηκε πάνω στην ορθολογική εξάλειψη των εναλλακτικών τρόπων να βλέπουμε και να βιώνουμε τον κόσμο (αλλά και στον αφανισμό των κοινωνιών που τους έκαναν πράξη). Ο σύγχρονος ορθολογισμός, που διαμορφώνει τη σχέση μας με το περιβάλλον μας, όχι μόνο φτώχυνε τις παραστάσεις μας για τον κόσμο, αλλά και μετέτρεψε τις εμπειρίες μας σε κάτι τεχνητό και τυποποιημένο, όπως επισημαίνω στο βιβλίο Sciences en crises (Εκδόσεις Quae).

Οι σύγχρονες κοινωνίες μας μετέτρεψαν τον κόσμο σε τοπίο, σε θεατρικό σκηνικό, σε ορυχεία, πετρελαιοπηγές και πολυκαταστήματα: δεν τον κατοικούμε, τον καταναλώνουμε· δεν αλληλεπιδρούμε μαζί του, τον μετράμε, τον ποσοτικοποιούμε, τον μοντελοποιούμε, τον βελτιστοποιούμε… Η φαντασία μας είναι αιχμάλωτη ενός φαντασιακού που πλέον αδυνατεί να γεννήσει νόημα και έχει εκμηδενίσει τις ικανότητες προσοχής μας – αυτή την ενεργό προσοχή που θα μας επέτρεπε να τον αποδεχτούμε, να δημιουργήσουμε μια ζωντανή σχέση μαζί του και να τον κατοικήσουμε με την παρουσία μας. Χάσαμε την ικανότητα να βιώνουμε τη στιγμή ως κατάσταση. Καταστρέψαμε τους αισθητηριακούς, συμβολικούς και φαντασιακούς δεσμούς που μας επιτρέπουν να νιώθουμε το περιβάλλον μας. Ο κόσμος ερμηνεύεται πλέον μέσα από κατηγορίες που τον θέτουν σε απόσταση (μετρήσεις, περιόδους, αποστάσεις, θερμοκρασίες…) και οι οποίες δεν αποτελούν βιωματικές κατηγορίες. Δεν βιώνεται ποτέ ως μια βίαιη εισβολή, κι όμως την αισθανόμαστε αυτή την εισβολή, σαν μια δυσφορία διάχυτη, απύθμενη, παράξενη και αγχωτική. Η πραγματικότητα μας παρουσιάζεται ως μια ανοίκεια ξενότητα, χωρίς να είμαστε σε θέση να τη νοηματοδοτήσουμε. Μας έχει απομείνει μόνο η ζωώδης πλευρά των αισθήσεων και των ερεθισμάτων μας, που δημιουργεί αυτή τη δυσφορία που σήμερα μας πνίγει περισσότερο και από τη ζέστη.

Αυτό το στέρεμα της φαντασίας, αυτή η εξαφάνιση μιας ζωντανής προσοχής που μας καθιστά ξένους προς την κατάσταση που βιώνουμε, συνδέεται επίσης με την ανικανότητά μας να κατοικήσουμε το παρόν που μας υποδέχεται. Αυτός ο χωροχρόνος που ξεδιπλώνουμε μπροστά μας σε ώρες, ημέρες ή εβδομάδες καύσωνα δεν είναι πλέον ζωντανός αλλά τεχνητός, εξανθρωπισμένος, χωροθετημένος, εξουδετερωμένος, αδειασμένος από την παρουσία μας. Το παρόν δεν εμφανίζεται πια ως μια στιγμή που πρέπει να ζήσουμε, μια ευκαιρία που πρέπει να αδράξουμε, Αλλά σαν ένα απλό στίγμα πάνω σε μια γραμμή του χρόνου, φτιαγμένη από δοξασίες, υποσχέσεις ή βάσανα. Η τωρινή κρίση είναι εκείνη που μας φέρνει αντιμέτωπους με την πραγματικότητα, εμείς όμως την αγνοούμε. Προσπαθούμε να την αποφύγουμε, ενσωματώνοντάς την σε ένα αφήγημα που δεν στοχεύει στην κατανόηση των δυνάμεων αλλαγής που δρουν τώρα, αλλά στην προστασία του μύθου μιας άφθαρτης, αξεπέραστης και αθάνατης σύγχρονης εποχής, μιας και στην ουσία το μόνο που μας καθησυχάζει είναι να μένει αναλλοίωτος ο σύγχρονος τρόπος ζωής μας. Επιστρατεύοντας κλιματιστικά…

Σε μια τέτοια συγκυρία, μας είναι αδύνατο (συχνά σε ατομικό επίπεδο, πάντα σε συλλογικό) να δράσουμε στην παρούσα στιγμή, εφόσον αυτή δεν αφήνεται πλέον να γίνει αντιληπτή ως μια ευκαιρία (καιρός), να δράσουμε απέναντι σε μια κατάσταση, εφόσον έχουμε αποδεσμευτεί απ’ αυτήν.

Μας απομένει τότε ο φόβος.

Ο φόβος να βρεθούμε χωρίς ένα πλαίσιο αναπαράστασης για να σκεφτούμε τον κόσμο, αποσβολωμένοι μπροστά σε μια κατάσταση που δεν ανταποκρίνεται πλέον στις παραστάσεις μας, στις αφηγήσεις μας, στις προσδοκίες μας, και γεμάτοι άγχος μπροστά στην κατάρρευση αυτού που αποτελούσε τον κόσμο μας. Αυτός ο φόβος αντανακλά την άρνησή μας να σκεφτούμε πέρα από τα γνωστικά πλαίσια που μας κληροδότησε η νεωτερικότητα, επειδή είμαστε ανίκανοι να το κάνουμε. Αισθανόμαστε ότι είμαστε ορφανοί από έναν κόσμο, και αυτό μας τρομοκρατεί. Αυτός ο φόβος είναι παραλυτικός, επειδή τρέφεται από τη νοσταλγία ενός κόσμου που ξέρουμε ότι έχει χαθεί. Και μας παραδίδει αφοπλισμένους σε έναν δεύτερο φόβο, ζωώδη, απέναντι σε μια αδιανόητη κατάσταση πάνω στην οποία οι γνωστικές μας ικανότητες δεν έχουν πλέον καμία ισχύ. Έναν φόβο που δεν ξέρουμε πια ή δεν μπορούμε πια να χρησιμοποιήσουμε ως δύναμη δράσης.

Αυτός ο διπλός φόβος είναι σαν το προμήνυμα ενός διπλού θανάτου. Είναι φυσικό να φοβόμαστε, όπως είναι φυσικό και να πεθαίνουμε, γιατί ο φόβος και ο θάνατος τρέφουν ορμές, κύκλους ζωής –είτε πρόκειται για μια ατομική ή συλλογική αντίδραση με σκοπό να αλλάξουμε πορεία, είτε για την ανάδυση άλλων κοινωνιών, άλλων πολιτισμών και άλλων μορφών ζωής που θα τραφούν από τα σώματά μας, τις αποτυχίες μας και τις ιστορίες μας. Ένας διπλός θάνατος, όπως ένας διπλός φόβος, που αναδιπλώνουν την ιστορία που διανύσαμε γύρω από τον εαυτό της, μην αφήνοντας τίποτα για να ελπίζουμε και τίποτα για να ζήσουμε πίσω τους. Αυτός ο διπλός θάνατος φαίνεται να μας περιμένει, όταν βλέπουμε τις κοινωνίες μας να προχωρούν όλο και πιο βαθιά σε ένα μονοπάτι από το οποίο τίποτα το ζωντανό δεν θα μπορέσει να αναδυθεί.

Συνεπώς, δεν χρειαζόμαστε μια (οικολογική) μετάβαση προς αυτόν τον προμηνυόμενο διπλό θάνατο, αλλά μια ριζική μεταμόρφωση που θα αντλήσει δύναμη από αυτόν τον φόβο. Οφείλουμε να αντικρίσουμε τον φόβο ως αυτό που πραγματικά είναι: ένα σημάδι που ζητά να ερμηνευτεί· το σημάδι ότι κάτι μέσα μας δεν έχει παραδώσει τα όπλα, κάτι που επιμένει και αντιτάσσεται στο μοιραίο, το οποίο δεν είναι παρά ο παραποιημένος όρος για την παθητικότητά μας.

Φοβάμαι, έχω φοβηθεί τόσες φορές στη ζωή μου. Χάσαμε το πρώτο μας παιδί και ένιωσα έναν πανικό, έναν τρόμο μήπως δεν καταφέρω να γίνω πατέρας, φοβήθηκα στη χαοτική και αβέβαιη γέννηση των άλλων δύο παιδιών μου, και έπειτα φοβήθηκα μη τα χάσω τόσες φορές, κάθε φορά που πηγαίναμε στο νοσοκομείο, όταν το ένα παρασύρθηκε από αυτοκίνητο, όταν το άλλο δεν μπορούσε πια να αναπνεύσει ή να τραφεί. Έχω φοβηθεί τόσες φορές.

Sarinagara έλεγε ο Issa, Sarinagara επανέλαβε και σχολίασε ο Forest [Sarinagara είναι μια ιαπωνική λέξη που σημαίνει “κι όμως” ή “ωστόσο”, η οποία έγινε διάσημη από ένα χαϊκού του Kobayashi Issa το οποίο συνέθεσε μετά την απώλεια της κόρης του. Ο Γάλλος συγγραφέας Φιλίπ Φορέστ δανείστηκε αυτόν τον όρο ως τίτλο για το μυθιστόρημά του το 2004, προκειμένου να εξερευνήσει το αίνιγμα αυτής της μετέωρης λέξης απέναντι στο πένθος -σ.σ.], αλλά αυτό το “κι όμως, κι όμως” δεν είναι το “κι όμως” μιας παραίτησης απέναντι στην παροδικότητα των πραγμάτων, απέναντι στο αναπόφευκτο της απώλειας, της εξαφάνισης. Είναι μια απλή λέξη που μας υπενθυμίζει ότι στην καρδιά του χάους, της καταστροφής, μια αλλαγή ξεδιπλώνεται, την οποία οφείλουμε να αφουγκραστούμε και να την αφήσουμε να μας κατοικήσει και να μας μεταμορφώσει.



Πηγή: www.lifo.gr