Φόρος 15% στα κέρδη από κρυπτονομίσματα προβλέπεται στο νέο πλαίσιο που ετοιμάζει το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με στόχο να μπει για πρώτη φορά σαφής κανόνας στη φορολόγηση των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων.
Σύμφωνα με το σχέδιο, ο φόρος θα επιβάλλεται στην υπεραξία, δηλαδή στη διαφορά ανάμεσα στην τιμή αγοράς και την τιμή πώλησης ενός κρυπτονομίσματος. Παράλληλα, προβλέπεται ετήσιο αφορολόγητο όριο 500 ευρώ, ώστε να μην επιβαρύνονται μικρές συναλλαγές ή περιορισμένα κέρδη.
Η ρύθμιση επιχειρεί να καλύψει το κενό που υπήρχε μέχρι σήμερα στη φορολογική αντιμετώπιση των κερδών από crypto, σε μια αγορά που τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη παρουσία και στην Ελλάδα. Το σχέδιο αναμένεται να φέρει ενιαίο τρόπο δήλωσης και φορολόγησης των κερδών, αντί για την αποσπασματική αντιμετώπιση που ίσχυε έως τώρα.
Kρυπτονομίσματα: Πότε θα πληρώνεται ο φόρος
Ο φόρος θα ενεργοποιείται όταν ο επενδυτής πουλήσει κρυπτονόμισμα σε υψηλότερη τιμή από εκείνη στην οποία το αγόρασε. Αν, για παράδειγμα, κάποιος αγοράσει Bitcoin και αργότερα το πουλήσει ακριβότερα, το κέρδος που θα προκύψει θα φορολογείται με 15%.
Για τον υπολογισμό του τελικού ποσού θα λαμβάνονται υπόψη και τα έξοδα της συναλλαγής, όπως οι προμήθειες των ανταλλακτηρίων. Έτσι, ο φόρος θα επιβάλλεται στο καθαρό κέρδος και όχι στο συνολικό ποσό της πώλησης.
Το σχέδιο ξεκαθαρίζει ότι η ανταλλαγή ενός κρυπτονομίσματος με άλλο, για παράδειγμα η μετατροπή Bitcoin σε Ethereum, δεν θα δημιουργεί από μόνη της φορολογική υποχρέωση.
Η φορολόγηση θα προκύπτει όταν τα κρυπτονομίσματα μετατρέπονται σε ευρώ ή άλλο επίσημο νόμισμα ή όταν χρησιμοποιούνται για αγορά αγαθών και υπηρεσιών.
Τι γίνεται με τις ζημιές από κρυπτονομίσματα
Το νέο πλαίσιο προβλέπει και δυνατότητα συμψηφισμού ζημιών. Αν ένας επενδυτής πουλήσει κρυπτονομίσματα με ζημία, θα μπορεί να τη μεταφέρει και να τη συμψηφίσει με μελλοντικά κέρδη από αντίστοιχες συναλλαγές για έως πέντε φορολογικά έτη.
Η πρόβλεψη αυτή δίνει μεγαλύτερη ευελιξία σε όσους επενδύουν σε ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, καθώς οι απώλειες μιας χρονιάς δεν θα χάνονται φορολογικά, αλλά θα μπορούν να μειώσουν τον φόρο σε επόμενες χρήσεις.
Τα κρυπτονομίσματα εντάσσονται επίσης ρητά στο φορολογικό καθεστώς που ισχύει για κληρονομιές, δωρεές και γονικές παροχές.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, ως αξία κτήσης θα λαμβάνεται η αξία που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του φόρου ή της απαλλαγής. Έτσι, θα υπάρχει σαφής βάση για τον υπολογισμό μελλοντικής υπεραξίας, εφόσον τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία πωληθούν αργότερα.
Τεκμήρια και προέλευση χρημάτων
Σημαντική αλλαγή είναι και η αναγνώριση των εσόδων από νόμιμες πωλήσεις κρυπτονομισμάτων ως αποδεκτής προέλευσης κεφαλαίων.
Αυτό σημαίνει ότι ποσά που προέρχονται από τέτοιες συναλλαγές θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για αγορά ακινήτων, συμμετοχή σε επιχειρήσεις, άλλες επενδύσεις ή κάλυψη τεκμηρίων, χωρίς να αμφισβητείται η προέλευσή τους, εφόσον έχουν δηλωθεί νόμιμα.
Ειδική πρόβλεψη υπάρχει και για τα κρυπτονομίσματα που αποκτώνται μέσω staking, crypto lending ή άλλων αντίστοιχων διαδικασιών.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν θα επιβάλλεται φόρος τη στιγμή που αποκτώνται τα κρυπτονομίσματα. Η φορολόγηση θα γίνεται μόνο όταν πωληθούν. Ως τιμή κτήσης θα θεωρείται μηδενική, εκτός αν ο φορολογούμενος μπορεί να αποδείξει διαφορετικό πραγματικό κόστος απόκτησης.
Από πότε θα ισχύσουν οι αλλαγές
Οι νέες διατάξεις προβλέπεται να εφαρμοστούν αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου 2025. Αυτό σημαίνει ότι τα κέρδη από συναλλαγές σε κρυπτονομίσματα που θα έχουν πραγματοποιηθεί από εκείνη την ημερομηνία και μετά θα πρέπει να δηλωθούν στις φορολογικές δηλώσεις που θα υποβληθούν το 2027.















