Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Μπορεί να σταματήσει κανείς τη διαφθορά του Τραμπ;


Το 2006, όταν ο Τζορτζ Μπους όρισε τον Χανκ Πόλσον, τότε διευθύνοντα σύμβουλο της Goldman Sachs, στη θέση του υπουργού Οικονομικών, προέκυψε αμέσως ένα σοβαρό ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων. Ο Πόλσον κατείχε μετοχές της Goldman αξίας περίπου πεντακοσίων εκατομμυρίων δολαρίων και, σύμφωνα με την ομοσπονδιακή νομοθεσία, ένας αξιωματούχος της εκτελεστικής εξουσίας δεν μπορεί να συμμετέχει σε αποφάσεις που επηρεάζουν άμεσα τα οικονομικά του συμφέροντα. Ο Ρίτσαρντ Πέιντερ, τότε υπεύθυνος δεοντολογίας στον Λευκό Οίκο, του ξεκαθάρισε ότι έπρεπε να πουλήσει τις μετοχές του προτού αναλάβει καθήκοντα. Και πράγματι, αμέσως μετά την επικύρωση του διορισμού του από τη Γερουσία, ο Πόλσον προχώρησε στην εκποίηση των συμμετοχών του.

Ο σχετικός νόμος εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα, όμως δεν δεσμεύει τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι το 2016, οι πρόεδροι λειτουργούσαν σαν να υπάγονταν σε αυτόν: τοποθετούσαν την περιουσία τους σε «τυφλά» καταπιστεύματα ή άλλους μηχανισμούς που απέκλειαν την προσωπική επιρροή στις επενδύσεις τους. Ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε διαφορετικό δρόμο. Η περιουσία του παραμένει σε ανακλητό trust που διαχειρίζονται οι γιοι του, οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε τομείς που διασταυρώνονται άμεσα με κρατικές αποφάσεις- από τα κρυπτονομίσματα και την πυρηνική σύντηξη μέχρι τα drones και μεγάλα real-estate projects στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με αποκαλύψεις του Reuters, μόνο κατά τους πρώτους τρεις μήνες του έτους πραγματοποιήθηκαν πάνω από 3.600 χρηματιστηριακές συναλλαγές για λογαριασμό του προέδρου, συνολικής αξίας μεταξύ 220 και 750 εκατομμυρίων δολαρίων. Ανάμεσά τους υπήρχαν και αγοραπωλησίες μετοχών της Goldman Sachs, αν και αυτές αποτελούσαν μικρό μέρος ενός πολύ μεγαλύτερου χαρτοφυλακίου που περιλάμβανε εταιρείες όπως η Nvidia, η Boeing και η Oracle- όλες άμεσα επηρεαζόμενες από κυβερνητικές αποφάσεις της διοίκησης Τραμπ.

Η Trump Organization υποστήριξε ότι οι συναλλαγές πραγματοποιούνται αποκλειστικά από ανεξάρτητους διαχειριστές κεφαλαίων και ότι ούτε ο Τραμπ ούτε η οικογένειά του έχουν εκ των προτέρων ενημέρωση ή συμμετοχή στις επενδυτικές επιλογές. Ακόμη κι αν αυτό ισχύει, παραμένει το γεγονός ότι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών συνεχίζει να αγοράζει και να πουλά μετοχές εταιρειών σε καθημερινή βάση, σαν να διαχειρίζεται hedge fund.

Ωστόσο, το πιο ακραίο παράδειγμα πιθανής κατάχρησης εξουσίας αφορά τον πρόσφατο συμβιβασμό του υπουργείου Δικαιοσύνης με την Εφορία των ΗΠΑ, μετά από αγωγή δέκα δισεκατομμυρίων δολαρίων που είχε καταθέσει ο Τραμπ λόγω διαρροής φορολογικών του στοιχείων. Η πιο πολυσυζητημένη πτυχή της συμφωνίας ήταν η δημιουργία ενός ταμείου 1,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων με την ονομασία «Anti-Weaponization Fund», το οποίο φαίνεται να έχει σχεδιαστεί ώστε να αποζημιώνει συμμάχους του προέδρου που ισχυρίζονται ότι στοχοποιήθηκαν πολιτικά από το ομοσπονδιακό κράτος.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο σημαντικό: η Εφορία συμφώνησε να παραχωρήσει στον Τραμπ, στην οικογένειά του και στις επιχειρήσεις τους ασυλία απέναντι σε μελλοντικές φορολογικές αξιώσεις που σχετίζονται με υφιστάμενους ελέγχους. Ο πρώην επικεφαλής της IRS, Ντάνι Βέρφελ, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει κανένα προηγούμενο στο οποίο η υπηρεσία να δεσμεύτηκε εκ των προτέρων να σταματήσει μόνιμα κάθε φορολογικό έλεγχο συγκεκριμένου προσώπου ή εταιρείας.

Ο Πέιντερ δυσκολεύτηκε να βρει ιστορικό ανάλογο. Ακόμη και στην εποχή Νίξον, είπε, δεν υπήρχε κάτι αντίστοιχο. Επικαλέστηκε μάλιστα τη λεγόμενη «ρήτρα απολαβών» του αμερικανικού Συντάγματος, η οποία απαγορεύει στον πρόεδρο να λαμβάνει οικονομικά οφέλη από το κράτος πέρα από τον μισθό του. Αν η IRS απαλλάσσει τον Τραμπ από ενδεχόμενες φορολογικές υποχρεώσεις εκατομμυρίων δολαρίων, αυτό, κατά τον Πέιντερ, συνιστά κατάφωρη παραβίαση αυτής της συνταγματικής πρόβλεψης.

Παράλληλα, ο Τραμπ εξακολουθεί να προωθεί δημόσια τα κρυπτονομίσματα, ενώ εταιρεία την οποία συνίδρυσε δραστηριοποιείται με τεράστιους όγκους συναλλαγών στον χώρο. Προγραμματίζει επίσης να φιλοξενήσει τη σύνοδο των G-20 στο θέρετρο για γκολφ που διατηρεί στο Ντοράλ της Φλόριντα, ενώ η κυβέρνησή του κατηγορείται ότι ανταμείβει επιχειρηματίες και δωρητές με προνομιακή πρόσβαση και ευνοϊκές αποφάσεις.

Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πώς επιτρέπεται αυτή η κατάσταση, αλλά και πώς μπορεί να αποτραπεί στο μέλλον. Ο Ντόναλντ Σέρμαν, επικεφαλής της οργάνωσης Citizens for Responsibility and Ethics in Washington, υποστηρίζει ότι το Κογκρέσο θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει την εξουσία του ως αντίβαρο στον πρόεδρο, αρνούμενο εγκρίσεις διορισμών ή χρηματοδοτήσεων μέχρι να σταματήσουν οι πρακτικές προσωπικού πλουτισμού.

Το πρόβλημα, όμως, είναι πολιτικό και βαθύτερο. Οι Ρεπουμπλικανοί ελέγχουν το Κογκρέσο και, παρά τις δημόσιες αντιδράσεις ορισμένων γερουσιαστών απέναντι στο ταμείο των 1,8 δισ., δεν είναι σαφές αν υπάρχει πραγματική διάθεση σύγκρουσης με τον Τραμπ. Ακόμη κι αν υπήρχε, αυτό δεν θα έλυνε το ευρύτερο ζήτημα της υπερσυγκέντρωσης εξουσίας στην αμερικανική προεδρία.

Ο Πέιντερ θεωρεί ότι, μετά τον Τραμπ, οι ΗΠΑ θα χρειαστούν μια νέα εποχή θεσμικών μεταρρυθμίσεων, αντίστοιχη με εκείνη που ακολούθησε το Watergate. Τότε, το Κογκρέσο ψήφισε τον νόμο Ethics in Government Act του 1978, ο οποίος επέβαλε υποχρεωτικές δηλώσεις περιουσιακών στοιχείων, δημιούργησε την Υπηρεσία Κυβερνητικής Δεοντολογίας και έδωσε τη δυνατότητα ορισμού ειδικού εισαγγελέα για έρευνες κατά της εκτελεστικής εξουσίας.

Σήμερα, πολλοί ειδικοί προτείνουν να υπαχθούν ρητά ο πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος στους νόμους περί σύγκρουσης συμφερόντων, να υποχρεώνονται σε αποεπένδυση από προβληματικά περιουσιακά στοιχεία και να απαγορευτεί πλήρως η διαπραγμάτευση μεμονωμένων μετοχών τόσο για προέδρους όσο και για μέλη του Κογκρέσου.

Παρ’ όλα αυτά, η εφαρμογή τέτοιων αλλαγών απαιτεί πολιτική βούληση που σήμερα μοιάζει ανύπαρκτη. Κατά τον αρθρογράφο, το πρόβλημα ξεπερνά τον ίδιο τον Τραμπ. Σε ένα πολιτικό σύστημα όπου το χρήμα κυριαρχεί και τα κόμματα εξαρτώνται από τεράστιους μηχανισμούς χρηματοδότησης, το Κογκρέσο γίνεται όλο και πιο υποταγμένο στον εκάστοτε πρόεδρο. Και όταν ένας πρόεδρος είναι πρόθυμος να εκμεταλλευτεί στο έπακρο αυτή την αδυναμία, το αμερικανικό συνταγματικό σύστημα αποδεικνύεται ανεπαρκές για να τον περιορίσει.





Πηγή: www.lifo.gr