Η Μελίντα Γκέιτς ανακοίνωσε νέα χρηματοδότηση για την υγεία των γυναικών και κάλεσε σε μια «επανάσταση» στη φροντίδα της εμμηνόπαυσης, υποστηρίζοντας ότι εκατομμύρια γυναίκες δεν λαμβάνουν την υποστήριξη και τη θεραπεία που χρειάζονται.
Σε άρθρο γνώμης στους New York Times, η φιλάνθρωπος και υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών ανέφερε ότι επεκτείνει τις επενδύσεις της στην υγεία της μέσης ηλικίας και στην εμμηνόπαυση, ανεβάζοντας τη συνολική χρηματοδότηση που έχει διαθέσει για θέματα γυναικείας υγείας τα τελευταία δύο χρόνια σε περισσότερα από 600 εκατομμύρια δολάρια.
Η Γκέιτς υποστήριξε ότι η εμμηνόπαυση εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα από το αμερικανικό σύστημα υγείας, παρά το γεγονός ότι επηρεάζει εκατομμύρια γυναίκες και μπορεί να συνδέεται με σοβαρές επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία.
Όπως σημείωσε, σχεδόν ενώ πολλές δεν λαμβάνουν διάγνωση ή θεραπεία.
Η ίδια αναφέρθηκε και στη δική της εμπειρία, λέγοντας ότι χρειάστηκε να αναζητήσει μόνη της πληροφορίες και επιλογές θεραπείας όταν άρχισε να εμφανίζει συμπτώματα εμμηνόπαυσης, παρά το γεγονός ότι είχε πρόσβαση σε υψηλού επιπέδου ιατρική περίθαλψη.
Σύμφωνα με τη Γκέιτς, η ποιότητα της φροντίδας που λαμβάνει μια γυναίκα σε αυτή τη φάση της ζωής της μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την υγεία και την ποιότητα ζωής της για τα επόμενα χρόνια.
Οι αδυναμίες του συστήματος υγείας
Η Γκέιτς αποδίδει μεγάλο μέρος του προβλήματος στην ελλιπή εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας και στη χρόνια υποχρηματοδότηση της έρευνας γύρω από την εμμηνόπαυση.
Όπως αναφέρει, λιγότερο από το ένα τρίτο των προγραμμάτων ειδίκευσης στη μαιευτική και γυναικολογία στις ΗΠΑ περιλαμβάνει εκπαίδευση σχετική με την εμμηνόπαυση, γεγονός που σημαίνει ότι πολλοί γιατροί δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένοι να υποστηρίξουν τις ασθενείς τους σε αυτή τη φάση της ζωής τους.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι μόνο μία στις τέσσερις γυναίκες που βρίσκονται στην εμμηνόπαυση λαμβάνει θεραπεία για τα συμπτώματά της.
Η Γκέιτς υποστηρίζει επίσης ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά κενά στη γνώση γύρω από τις επιπτώσεις της εμμηνόπαυσης στην υγεία των γυναικών, παρά το γεγονός ότι οι ορμονικές αλλαγές της περιόδου αυτής συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακές παθήσεις, οστεοπόρωση και άλλες σοβαρές καταστάσεις.
Επικαλούμενη στοιχεία της Mayo Clinic, σημειώνει ότι τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης κοστίζουν στην αμερικανική οικονομία περίπου 26 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως μέσω δαπανών υγείας και απώλειας παραγωγικότητας στην εργασία.
Έκκληση για μεταρρυθμίσεις και περισσότερη έρευνα
Στο άρθρο της, η Γκέιτς ζητά αλλαγές τόσο στην εκπαίδευση των γιατρών όσο και στη δημόσια πολιτική.
Προτείνει την ενσωμάτωση της εμμηνόπαυσης στα προγράμματα σπουδών των ιατρικών σχολών, την επέκταση της ασφαλιστικής κάλυψης για σχετικές θεραπείες και την ενίσχυση των εργασιακών δικαιωμάτων των γυναικών που αντιμετωπίζουν σοβαρά συμπτώματα.
Παράλληλα, καλεί σε μεγαλύτερες επενδύσεις στην επιστημονική έρευνα για τη γυναικεία υγεία, υποστηρίζοντας ότι η εμμηνόπαυση παραμένει ένα από τα πλέον υπομελετημένα πεδία της ιατρικής.
Όπως σημειώνει, από κάθε δολάριο που δαπανάται παγκοσμίως για ιατρική έρευνα και ανάπτυξη, μόλις πέντε σεντ κατευθύνονται σε ζητήματα που αφορούν τη γυναικεία υγεία.
«Βλέπει» σημάδια προόδου
Παρά τις αδυναμίες που εντοπίζει, η Γκέιτς εκτιμά ότι η συζήτηση γύρω από την εμμηνόπαυση αρχίζει να αλλάζει.
Όπως αναφέρει, τα τελευταία χρόνια περισσότερες γυναίκες μιλούν δημόσια για τις εμπειρίες τους, συμβάλλοντας στην άρση του στίγματος γύρω από ένα θέμα που για δεκαετίες αντιμετωπιζόταν σχεδόν αποκλειστικά ως ιδιωτική υπόθεση.
Παράλληλα, σημειώνει ότι έχουν εκδοθεί νέες κατευθυντήριες οδηγίες για τη χρήση ορμονικών θεραπειών, ενώ ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις προσφέρουν παροχές που σχετίζονται με την εμμηνόπαυση στους εργαζομένους τους.
Σε ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ εξετάζονται επίσης νομοθετικές πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της ασφαλιστικής κάλυψης ή την παροχή πρόσθετων εργασιακών διευκολύνσεων σε γυναίκες που αντιμετωπίζουν σοβαρά συμπτώματα.
Η Γκέιτς υποστηρίζει ότι οι εξελίξεις αυτές δείχνουν πως η εμμηνόπαυση αρχίζει σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα δημόσιας υγείας και όχι ως μια αναπόφευκτη εμπειρία που οι γυναίκες οφείλουν να διαχειρίζονται μόνες τους.
«Οι γυναίκες που μίλησαν ανοιχτά για τις εμπειρίες τους έθεσαν σε κίνηση μια αλλαγή που θα επηρεάσει εκατομμύρια ζωές», καταλήγει.
Με πληροφορίες από New York Times















