Στο Λονδίνο θεωρήθηκαν κίνδυνος. Στο Κονέκτικατ έγιναν ξανά το καλύτερο σημείο για να καθίσει κανείς μπροστά στην τέχνη. Οι κόκκινοι δερμάτινοι πάγκοι που είχαν απομακρυνθεί από τη National Gallery του Λονδίνου εγκαταστάθηκαν τώρα στο Wadsworth Atheneum Museum of Art, στο Χάρτφορντ, ανοίγοντας μια μικρή αλλά πολύ εύγλωττη συζήτηση: πόσο φιλόξενο επιτρέπεται να είναι ένα μουσείο;
Φωτ.: Bellmans
Τα καθίσματα τοποθετήθηκαν στη Morgan Great Hall, τη μεγάλη αίθουσα του αμερικανικού μουσείου, όπου εκτίθενται ευρωπαϊκά και αμερικανικά έργα από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα, ανάμεσά τους και πίνακες του Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς. Το μουσείο παρουσίασε την άφιξή τους στα κοινωνικά δίκτυα ως δεύτερη «μουσειακή καριέρα»: από έναν ιστορικό θεσμό σε έναν άλλον, οι βικτωριανού ύφους πάγκοι διέσχισαν τον Ατλαντικό για να συνεχίσουν να υποδέχονται επισκέπτες.
Η National Gallery είχε αποφασίσει να τους απομακρύνει στο πλαίσιο των αλλαγών στους χώρους της. Η βρετανική πινακοθήκη είχε επικαλεστεί ζητήματα πυρασφάλειας, αλλά και δυσκολίες στον καθαρισμό των ξύλινων και δερμάτινων καθισμάτων, τα οποία μπορούσαν να συγκεντρώνουν σκόνη ή έντομα, με πιθανό κίνδυνο για τα έργα τέχνης. Στη θέση τους μπήκαν πιο λιτοί δρύινοι πάγκοι.
Η λεπτομέρεια που κάνει την ιστορία ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι ότι οι καναπέδες δεν ήταν αυθεντικά βικτωριανά έπιπλα, αλλά μεταγενέστερες κατασκευές του 20ού αιώνα, βασισμένες σε παλαιότερα σχέδια. Ένας από τους πάγκους της δημοπρασίας περιγραφόταν ως κάθισμα από μαόνι και κόκκινο δέρμα, σχεδιασμένο για τη National Gallery τη δεκαετία του 1980 και κατασκευασμένο περίπου το 1988. Παρ’ όλα αυτά, στην αγορά απέκτησαν αμέσως τη δική τους αξία: δεν πουλήθηκαν απλώς ως έπιπλα, αλλά ως κομμάτια της μνήμης ενός μουσείου.
Φωτ.: Bellmans
Για έναν θεσμό, ένα παλιό κάθισμα μπορεί να είναι πρόβλημα συντήρησης, πυρασφάλειας ή διαχείρισης χώρου. Για τον επισκέπτη, όμως, μπορεί να είναι μέρος της εμπειρίας: το σημείο όπου κάθεσαι για να κοιτάξεις λίγο περισσότερο έναν πίνακα, να ξεκουραστείς, να χαμηλώσεις ρυθμό, να αφήσεις το μουσείο να γίνει λιγότερο διάδρομος και περισσότερο χώρος παραμονής.
Τα μεγάλα μουσεία συχνά μιλούν για πρόσβαση, εμπειρία και άνοιγμα στο κοινό, αλλά η φιλοξενία κρίνεται και σε τέτοιες μικρές αποφάσεις. Στο ύψος μιας πινακίδας, στον φωτισμό, στη διαδρομή, στη δυνατότητα να σταθείς χωρίς να νιώθεις ότι εμποδίζεις και, ναι, στο αν υπάρχει ένα κάθισμα όπου μπορείς να μείνεις απέναντι από την τέχνη χωρίς να σε διώχνει η κούραση.
Γι’ αυτό οι κόκκινοι καναπέδες της National Gallery έγιναν κάτι περισσότερο από έπιπλα σε δημοπρασία. Στο Λονδίνο αποχαιρετίστηκαν ως πρακτικό πρόβλημα.
Στο Χάρτφορντ ξαναβρήκαν τον λόγο για τον οποίο είχαν φτιαχτεί: ανθρώπους που θέλουν να καθίσουν, να κοιτάξουν και να περάσουν λίγο περισσότερο χρόνο μέσα στο μουσείο.
Με στοιχεία από The Telegraph, Wadsworth Atheneum Museum of Art















