«Η ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΝΑ ταΐσουμε όλη την ανθρωπότητα τέλειωσε». Η ανθρωπότητα έχασε. Τη δεκαετία του 1970 «ο κόσμος θα βιώσει λιμούς – εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι θα πεθάνουν από την πείνα». Ό,τι και να κάνουμε, «τίποτα δεν μπορεί να αποτρέψει μια σημαντική αύξηση του παγκόσμιου ποσοστού θνησιμότητας».
Έτσι ξεκινούσε το βιβλίο «The population bomb» του εντομολόγου καθηγητή Πολ Έλριχ (με συν-συγγραφέα τη σύζυγό του) που δημοσιεύτηκε το 1968, πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα, άσκησε τεράστια επιρροή και κατέστησε τον συγγραφέα του τηλεοπτική διασημότητα. Ευεξήγητη η επιτυχία του: ευνοϊκή συγκυρία, υπερχειλίζουσα καταστροφολογία και εύληπτη απλότητα της μίας και μοναδικής αιτίας για τα δεινά της ανθρωπότητας.
Η «Πληθυσμιακή έκρηξη» δημοσιεύτηκε σε εποχή μεγάλων συγκρούσεων και κοινωνικής αναταραχής, αυξανόμενων περιβαλλοντικών ανησυχιών και με ορατά τα πρώτα σημάδια ότι η «λαμπρή 30ετία» (1945-1975) ολοκλήρωνε τον κύκλο της. Σε μια τέτοια ζοφερή ατμόσφαιρα, στην οποία οι άνθρωποι δεν ξέρουν τι φταίει και τι μέλλει γενέσθαι, οι απλές αιτίες είναι φάρμακο για πάσα νόσο. Όπως και η έκθεση της Λέσχης της Ρώμης, «Τα όρια της ανάπτυξης», πέντε χρόνια αργότερα, ο υπερπληθυσμός του Έλριχ βασιζόταν σε μια κοινοτοπία: οποιοδήποτε σύστημα με εκθετική πληθυσμιακή αύξηση και περιορισμένους πόρους αργά ή γρήγορα θα έχει κακό τέλος.
Ο νεομαλθουσιανισμός αλά Έλριχ έχει περιθωριοποιηθεί. Ωστόσο, ο πυρήνας της σκέψης του επιζεί μεταλλαγμένος στους ισχυρισμούς πολιτικών και πολιτών ότι ένας υπερπληθυσμός μεταναστών θα «πνίξει», θα «αντικαταστήσει» τον πληθυσμό προηγμένων χωρών.
Το άμεσο συμπέρασμα ήταν ότι ο υπερπληθής πλανήτης μας είναι καταδικασμένος – εκατοντάδες εκατομμύρια θα πέθαιναν από την πείνα και τους πολέμους και μάλιστα μέσα στην επόμενη δεκαετία. Καταδικασμένος, εκτός κι αν επιβαλλόταν δραστικός έλεγχος του πληθυσμού. «Δεν μπορούμε πλέον να αντέξουμε οικονομικά απλώς να θεραπεύουμε τα συμπτώματα του καρκίνου της αύξησης του πληθυσμού. Ο ίδιος ο καρκίνος πρέπει να εξαλειφθεί. Ο έλεγχος του πληθυσμού είναι η μόνη απάντηση», γράφει ο Έλριχ.
«Καρκίνος» είναι βαριά λέξη που τρομοκρατεί, αλλά πολιτικοί δεν δίστασαν να υιοθετήσουν την ουσία της, που τροφοδότησε αποτυχημένες πολιτικές και αθλιότητες. Στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης 1975-1977, που επεβλήθη στην Ινδία επί Ίντιρα Γκάντι, περισσότεροι από 8 εκατομμύρια άνθρωποι υποβλήθηκαν σε στείρωση, είτε με την παροχή οικονομικών κινήτρων είτε κυρίως καταναγκαστικά. Η πολιτική του ενός παιδιού στην Κίνα επιβλήθηκε μέσω προστίμων, αναγκαστικών στειρώσεων και αμβλώσεων για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες. Τα προγράμματα ελέγχου του πληθυσμού σε ορισμένες χώρες επέβαλαν αντισύλληψη και στείρωση ανδρών και γυναικών χωρίς τη συγκατάθεσή τους.
Η νεομαλθουσιανή θεωρία του Έλριχ αποδομήθηκε γρήγορα από δημογράφους και άλλους κοινωνικούς επιστήμονες, οι δε προβλέψεις του πήγαν κατευθείαν στα αζήτητα, καθώς διαψεύστηκαν από την ίδια την πραγματικότητα. Ωστόσο, το αποφασιστικό πλήγμα υπήρξε η τεκμηρίωση της πτωτικής τάσης του συνολικού ποσοστού/δείκτη γονιμότητας (ΣΠΓ), ήτοι ο μέσος αριθμός παιδιών που θα αποκτούσε μια γυναίκα εάν επιβίωνε στις ηλικίες 15-49, την περίοδο γόνιμης ζωής για τις περισσότερες γυναίκες· και κυρίως το ότι το ποσοστό αντικατάστασης των περισσότερων χωρών έχει πέσει κάτω από το ελάχιστο απαιτούμενο 2,1 παιδιά ανά γυναίκα, δηλαδή μια ομάδα 100 γυναικών πρέπει να γεννήσει 210 παιδιά για να διατηρηθεί ο συνολικός πληθυσμός στο ίδιο επίπεδο. Μεταξύ πολλών μελετών που υποστηρίζουν την τάση προς ανεπαρκή ποσοστά αντικατάστασης παγκοσμίως, αναφέρω απλώς την εκτενέστατη έρευνα σε 204 χώρες που δημοσιεύτηκε στο έγκυρο «Lancet» το 2024.
Στις αρχές Αυγούστου, ο καθηγητής Χεσούς Φερνάντες-Βιγιαβέρντε και ο ερευνητής Πάτρικ Νόρικ δημοσίευσαν μια έκθεση με τίτλο «Terra Incognita: The economics of a shrinking world», από την οποία αντιγράφω ορισμένα συμπεράσματα.
Η Ιστορία είναι μεν γενικά χρήσιμη για να καταλάβουμε το παρόν αλλά μηδαμινής αξίας στην προκειμένη περίπτωση, διότι αντιμετωπίζουμε ένα πρωτοφανές φαινόμενο. «Μπαίνουμε σε μια δημογραφική “terra incognita”: δεν έχουμε ξαναδεί ποτέ ΣΠΓ τόσο χαμηλά όσο τα σημερινά». Ούτε γνωρίζουμε αν θα ανακάμψουν. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία και δίχως δραματικές κοινωνικές αλλαγές, στην καλύτερη περίπτωση θα πρέπει να αναμένεται μια μικρή ανάκαμψη λόγω συγκυριακών φαινομένων.
Η γονιμότητα έχει μειωθεί πολύ γρήγορα παντού: πλούσιες και φτωχές χώρες στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, συντηρητικές και φιλελεύθερες κοινωνίες, θρησκευτικές και μη κοινωνίες (με εξαίρεση τον εβραϊκό πληθυσμό του Ισραήλ, όπου όμως η γονιμότητα έχει επίσης καταρρεύσει μεταξύ του μουσουλμανικού πληθυσμού εντός των συνόρων πριν από το 1967). Ακόμη και στην υποσαχάρια Αφρική παρατηρούνται γρήγορες και πρωτοφανείς πτώσεις στη γονιμότητα.
Ένα εντυπωσιακό εύρημά τους είναι ότι η κατάρρευση της γονιμότητας έχει παρατηρηθεί στις φτωχές και χαμηλού μεσαίου εισοδήματος χώρες πολύ περισσότερο από ό,τι στις πλούσιες χώρες. Επιπλέον, έχει επικεντρωθεί μεταξύ των φτωχών και χαμηλότερων μεσαίων εισοδημάτων γυναικών εντός των χωρών. Σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, οι πλούσιοι και οι υψηλά μορφωμένοι έχουν πλέον περισσότερα παιδιά από τους φτωχούς και λιγότερο μορφωμένους.
Έχουν προταθεί διάφορες ερμηνείες του φαινομένου (οικονομικοί λόγοι, προτιμήσεις και κοινωνικά πρότυπα, όπως η αντισύλληψη και ο διαχωρισμός του σεξ από την τεκνογονία, κυβερνητικές πολιτικές) καθώς και των επιπτώσεών του (γήρανση του πληθυσμού, συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού, επιβάρυνση των οικονομιών και των συστημάτων πρόνοιας). Το μεγάλο ερώτημα είναι γιατί παρατηρείται ταυτόχρονα μεγάλη πτώση του ΣΠΓ σε τόσο πολλές και διαφορετικές χώρες. Η διαισθητική απάντηση των Φερνάντες-Βιγιαβέρντε και Νόρικ είναι η νεωτερικότητα με την ευρεία έννοια, που δεν θα πρέπει να την ταυτίζουμε με τον καπιταλισμό.
Ο νεομαλθουσιανισμός αλά Έλριχ έχει περιθωριοποιηθεί. Ωστόσο, ο πυρήνας της σκέψης του επιζεί μεταλλαγμένος στους ισχυρισμούς πολιτικών και πολιτών ότι ένας υπερπληθυσμός μεταναστών θα «πνίξει», θα «αντικαταστήσει» τον πληθυσμό προηγμένων χωρών. Είναι ο «καρκίνος» προσαρμοσμένος στην πολιτική ρητορική των ημερών μας. Αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί, θα πρέπει αφετηρία κάθε ανάλυσης να είναι η συρρίκνωση του ΣΠΓ διεθνώς και όχι συνωμοσιολογικές ή επιστημονικοφανείς θεωρίες.















