Ο Ίλον Μασκ ανέβασε στο X την αμφιλεγόμενη ταινία Citizen Vigilante, με πρωταγωνιστή τον Άρμι Χάμερ, για περιορισμένο χρονικό διάστημα 48 ωρών, δίνοντάς της πολύ μεγαλύτερη δημοσιότητα από εκείνη που θα είχε με μια συνηθισμένη κινηματογραφική κυκλοφορία.
Η ταινία, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Ούβε Μπολ, είχε ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στη Γερμανία. Η αρμόδια επιτροπή FSK, που δίνει τη σήμανση καταλληλότητας στις ταινίες, δεν της έδωσε ηλικιακή κατάταξη. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Citizen Vigilante απαγορεύτηκε με κυβερνητική απόφαση. Στην πράξη, όμως, χωρίς τέτοια σήμανση η ταινία δεν μπορεί να κυκλοφορήσει κανονικά στις γερμανικές αίθουσες.
Το Citizen Vigilante ακολουθεί έναν πλούσιο Αμερικανό επιχειρηματία που ζει σε μια ανώνυμη ευρωπαϊκή πόλη και αποφασίζει να πάρει τον νόμο στα χέρια του. Ο ήρωας, τον οποίο υποδύεται ο Άρμι Χάμερ, στρέφεται εναντίον βίαιων εγκληματιών, μεταναστών και διεφθαρμένων αξιωματούχων, σε μια αιματηρή ταινία εκδίκησης που έχει κατηγορηθεί ότι μετατρέπει την αντι-μεταναστευτική αγανάκτηση σε φαντασίωση αυτοδικίας.
Ο Ούβε Μπολ είναι ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους σκηνοθέτες των τελευταίων δεκαετιών. Έχει χτίσει τη φήμη του κυρίως μέσα από χαμηλού προϋπολογισμού ταινίες δράσης και κινηματογραφικές μεταφορές βιντεοπαιχνιδιών, πολλές από τις οποίες αντιμετωπίστηκαν σκληρά από την κριτική. Ο ίδιος, ωστόσο, παρουσιάζει το Citizen Vigilante ως πολιτικό θρίλερ για ζητήματα που, όπως υποστηρίζει, ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος αποφεύγει να αγγίξει.
Μετά την απόφαση της FSK, ο Μπολ χαρακτήρισε το γερμανικό μπλοκάρισμα «λογοκρισία» και δήλωσε ότι θα κινηθεί νομικά. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ταινία δεν τιμωρείται για τη βία της, αλλά επειδή το πολιτικό της περιεχόμενο δεν ταιριάζει με τις κυρίαρχες ευρωπαϊκές αντιλήψεις για τη μετανάστευση.
Η υπόθεση πήρε μεγαλύτερη διάσταση όταν η ταινία ανέβηκε στο X και προβλήθηκε από τον Ίλον Μασκ. Ο ιδιοκτήτης της πλατφόρμας μοιράστηκε το φιλμ και αναρτήσεις που το υποστήριζαν, ενώ δεξιοί σχολιαστές το παρουσίασαν ως παράδειγμα σύγκρουσης ανάμεσα στην ελευθερία της έκφρασης και στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς ελέγχου του δημόσιου λόγου.
Το Citizen Vigilante σηματοδοτεί και μία από τις πιο συζητημένες απόπειρες επιστροφής του Άρμι Χάμερ στο σινεμά. Ο ηθοποιός, γνωστός από το The Social Network και το Call Me by Your Name, είχε δει την καριέρα του να καταρρέει το 2021, μετά από καταγγελίες για σεξουαλική βία και κακοποιητική συμπεριφορά, τις οποίες ο ίδιος αρνήθηκε. Οι εισαγγελικές αρχές του Λος Άντζελες αποφάσισαν αργότερα να μην του ασκήσουν δίωξη, επικαλούμενες ανεπαρκή στοιχεία.
Ο Μπολ έχει δηλώσει ότι επέλεξε τον Χάμερ επειδή τον θεωρεί καλό ηθοποιό, αλλά και επειδή «είχε ακυρωθεί και ήθελε να δουλέψει». Η φράση αυτή έδωσε ακόμη μεγαλύτερο βάρος στην υπόθεση, καθώς η ταινία παρουσιάζεται πλέον όχι μόνο ως αμφιλεγόμενο έργο για τη μετανάστευση, αλλά και ως όχημα επιστροφής ενός ηθοποιού που είχε απομακρυνθεί από το Χόλιγουντ.
Το Citizen Vigilante κυκλοφόρησε περιορισμένα στις ΗΠΑ στις 19 Ιουνίου και διατίθεται επίσης σε ψηφιακές πλατφόρμες. Η προβολή του μέσω X, όμως, του έδωσε πολύ μεγαλύτερη ορατότητα, συνδέοντας την ταινία με τη μετανάστευση, την αυτοδικία, τη γερμανική κινηματογραφική κατάταξη και την κουλτούρα της ακύρωσης.
Εκεί βρίσκεται και το πολιτικό βάρος της υπόθεσης. Ο Μασκ δεν πρόβαλε απλώς μια ταινία που είχε μπλοκαριστεί στη Γερμανία. Αξιοποίησε ένα βίαιο φιλμ με αντι-μεταναστευτικό φορτίο ως ακόμη ένα αντικείμενο σύγκρουσης γύρω από τη λογοκρισία, την ελευθερία της έκφρασης και την υποτιθέμενη φίμωση των «ακυρωμένων» φωνών.
Με άλλα λόγια, το Citizen Vigilante δεν χρειάστηκε να κερδίσει την κριτική για να γίνει ορατό. Χρειαζόταν μόνο κάποιον αρκετά ισχυρό ώστε να μετατρέψει μια αντι-μεταναστευτική φαντασίωση αυτοδικίας σε ακόμη έναν πολιτικό θόρυβο στο X.
με στοιχεία από Forbes















