Πώς πέρασαν οι κοινωνίες μας, σε διάστημα περίπου διακοσίων ετών, από έναν βιομηχανικό σχεδιασμό σε έναν νεοφιλελεύθερο σχεδιασμό του πολέμου; Ασφαλώς, μέσα σε δύο αιώνες, δεν έχουν αλλάξει τα πάντα στις ένοπλες συγκρούσεις. Όπως και οι πόλεμοι του παρελθόντος, έτσι και οι σύγχρονοι πόλεμοι είναι φονικοί και δαπανηροί. Παρόλα αυτά, οι κοινωνίες σκέφτονται και προετοιμάζουν τον πόλεμο διαφορετικά σήμερα απ’ ό,τι κατά τον 19ο αιώνα.
Βλέπουμε να αναδύεται τον 19ο αιώνα μια αντίληψη για τον πόλεμο και τον σχεδιασμό του που βασίζεται στην τυποποίηση των τεχνικών και των τακτικών, καθώς και στη μαζική καταστροφή. Ο σχεδιασμός και η αντίληψη των σύγχρονων συγκρούσεων -όπως αυτές που διεξήχθησαν τα τελευταία είκοσι χρόνια στο Κοσσυφοπέδιο, το Αφγανιστάν, το Ιράκ ή ακόμα και τη Λιβύη- στηρίζονται περισσότερο στις ανατρεπτικές ικανότητες των μέσων “υψηλής τεχνολογίας”, των “επαναστατικών” ή “καινοτόμων” μέσων, στην υπηρεσία μιας “στρατηγικής του χάους”. Το γεγονός ότι το κωδικό όνομα στον ασύρματο του Τζιμ Μάτις, του νυν Υπουργού Άμυνας των ΗΠΑ, όταν υπηρετούσε στο Ιράκ ως στρατηγός του Σώματος των Πεζοναυτών, ήταν “Chaos”, μας δίνει μια καλή εικόνα αυτού του φαινομένου.
Με άλλα λόγια, ο σχεδιασμός των συγκρούσεων της δεκαετίας του 2000, και ο λόγος που τον περιβάλλει, φαίνονται παραδοσιακά συνδεδεμένοι με τον νεοφιλελευθερισμό και τον στόχο του για ακραία απορρύθμιση. Ας γίνει σαφές, ωστόσο, ότι το ζήτημα που τίθεται εδώ δεν είναι το αν ο πόλεμος έχει γίνει λιγότερο φονικός (γενικά, ήταν πάντα και παραμένει φονικός) ή πιο αποτελεσματικός (επίσης γενικά, προκαλούσε ανέκαθεν κοινωνική και πολιτική αστάθεια και συνεχίζει να προκαλεί).
Σκοπός μας είναι να αναλύσουμε τους μηχανισμούς που βρίσκονται στην πηγή των μετασχηματισμών του πολέμου και του σχεδιασμού του. Πιστεύουμε πως η γνώση αυτών των μηχανισμών αποδεικνύεται ουσιώδης, επειδή παίζουν πρωταρχικό ρόλο στη διαιώνιση των κοινωνικών συνθηκών που επιτρέπουν στον πόλεμο να ευδοκιμεί. Με άλλα λόγια, αυτοί οι μηχανισμοί δεν περιορίζονται στο να εξελίσσουν την τεχνική των επιχειρήσεων, αλλά φροντίζουν επίσης ώστε η στρατιωτική βία να παραμένει στον ορίζοντα των πιθανών επιλογών για τις κοινωνίες μας. […]
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την κατανόηση της εξέλιξης του πολεμικού σχεδιασμού κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου είναι η ανάδειξη των Ηνωμένων Πολιτειών σε κυρίαρχη δύναμη στη διεθνή σκηνή. Αυτή η άνοδος κατέστη δυνατή όχι μόνο λόγω του μεγέθους και των οικονομικών δυνατοτήτων της χώρας, αλλά και λόγω του γεγονότος ότι το κράτος αυτό δεν καταστράφηκε από τον πόλεμο. Επιπλέον, κατέστη δυνατή μέσω των επιλογών που έγιναν στην Ουάσιγκτον στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής.
Συγκεκριμένα, όπως υπενθυμίζει ο Πέρι Άντερσον: “Υπό την προεδρία του Τρούμαν, τα υψηλότερα επίπεδα ευθύνης κατελήφθησαν μαζικά από επενδυτικούς τραπεζίτες και εταιρικούς δικηγόρους, από βιομηχάνους και εμπόρους: Φόρεσταλ, Λόβετ, Χάριμαν, Στεττίνιους, Άτσεσον, Νίτσε, ΜακΚλόι, Σνάιντερ, Χόφμαν – όλοι τους άνθρωποι που δεν υπήρχε περίπτωση να παραμελήσουν τα συμφέροντα του αμερικανικού κεφαλαίου κατά τον επανασχεδιασμό του μεταπολεμικού τοπίου. Η ελεύθερη επιχειρηματικότητα ήταν το θεμέλιο κάθε άλλης ελευθερίας. Μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν να εγγυηθούν την προάσπιση και την επέκτασή της σε ολόκληρο τον κόσμο“.
Επιπλέον, σύμφωνα με τον Πέρι Άντερσον και τον Γκάμπριελ Κόλκο, αυτό που ανησυχεί κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες εκείνη την εποχή είναι η ανάδυση “αυτάρκων εμπορικών μπλοκ”. Η απειλή, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, δεν προέρχεται επομένως αποκλειστικά από τους κομμουνιστές, αλλά και από τους εθνικιστές όταν αυτοί προωθούν τον προστατευτισμό. Αναμφίβολα, αντλήθηκαν διδάγματα από τα γεγονότα του πρώτου μισού του 20ού αιώνα σε διεθνές οικονομικό επίπεδο. Κατά συνέπεια, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εργαστούν για την εγκαθίδρυση μιας νέας διεθνούς οικονομικής τάξης που δίνει προτεραιότητα στον οικονομικό φιλελευθερισμό, βασιζόμενες, μεταξύ άλλων, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα.
Γεωγραφικά, οι διπλωματικές και στρατηγικές προτεραιότητες των Ηνωμένων Πολιτειών εντοπίζονται στην Ευρώπη και, σε δεύτερη μοίρα, στην Ασία (ενώ πριν από το 1945 βρίσκονταν κυρίως στη Λατινική Αμερική). Αξίζει να προστεθεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αφήνουν μια σχετική ελευθερία κινήσεων στα ευρωπαϊκά κράτη όσον αφορά τη διαχείριση των αποικιών τους. Για τους Αμερικανούς ιθύνοντες, μέσω της εκμετάλλευσης των διαθέσιμων πόρων στις αποικίες, τα ευρωπαϊκά κράτη μπορούν να συμβάλλουν στην ομαλή λειτουργία του διεθνούς οικονομικού συστήματος που βασίζεται στις ανταλλαγές. Σύμφωνα με τον Γκάμπριελ Κόλκο, οι Ηνωμένες Πολιτείες φοβούνταν ότι, χωρίς πρόσβαση στους αποικιακούς πόρους, τα ευρωπαϊκά κράτη θα αναγκάζονταν να αναδιπλωθούν οικονομικά στον εαυτό τους.
Αν και ρητορικά τάσσονταν υπέρ της αποαποικιοποίησης, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήταν πεπεισμένες ότι τα κράτη του Νότου μπορούσαν να αυτοδιοικηθούν. Στην πραγματικότητα, οι λήπτες αποφάσεων στην Ουάσιγκτον υιοθετούσαν μια πατερναλιστική στάση απέναντι σε αυτά τα κράτη. Παράλληλα, οι ΗΠΑ συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν να έχουν παρουσία παντού στον κόσμο για να διασφαλίζουν τη σταθερότητα του συστήματος που προωθούν. Ο πόλεμος της Κορέας τους είχε ήδη κοστίσει από μόνος του τεράστιους πόρους. Επομένως, είναι απόλυτα διατεθειμένες να εκχωρήσουν ένα μέρος του “νόμιμου βάρους ασφαλείας” στους Ευρωπαίους συμμάχους τους, οι οποίοι, σε αυτό το πλαίσιο, προσπαθούν να διατηρήσουν ό,τι μπορούν από τις αυτοκρατορίες τους.
Συνοψίζοντας, η φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων -υποτιθέμενα πιο ισότιμη- την οποία κηρύσσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και στην οποία προσχωρούν οι Ευρωπαίοι, βασίζεται στη διατήρηση ασύμμετρων σχέσεων μεταξύ Βορρά και Νότου, εις βάρος του τελευταίου.
Η άνοδος των επιχειρηματικών κύκλων που τάσσονται υπέρ του οικονομικού φιλελευθερισμού, η οποία βρίσκεται στην πηγή των διεθνών αλλαγών, θα μεταφραστεί επίσης σε εξελίξεις στον τομέα του πολεμικού σχεδιασμού. Οι φιλελεύθερες “ελίτ” βασίζονται όλο και περισσότερο σε μια νέα κάστα πανεπιστημιακών εμπειρογνωμόνων -οικονομολόγων, φυσικών, πολιτικών επιστημόνων ή ακόμα και κοινωνικών ψυχολόγων- επιφορτισμένων με τη διαχείριση ζητημάτων ασφαλείας. Οι υποθέσεις ασφαλείας δεν εμπίπτουν, επομένως, αποκλειστικά στη δικαιοδοσία ενός υπερσυντηρητικού σώματος αξιωματικών. Άλλωστε, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο οι φιλελεύθεροι ιδιώτες εμπειρογνώμονες να έρχονται σε σύγκρουση με τους ανώτατους αξιωματικούς στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Είναι αλήθεια ότι, ορισμένες φορές, υποομάδες της στρατιωτικής κάστας (όπως αυτή που αποτελείται από αξιωματικούς των ειδικών δυνάμεων) συνάπτουν “πλάγιες” γραφειοκρατικές συμμαχίες με αυτούς τους εμπειρογνώμονες, προκειμένου να παρακάμψουν την ιεραρχία των ενόπλων δυνάμεων που δεν τους είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή. Πρέπει ωστόσο να διευκρινιστεί ότι ο ρόλος των ιδιωτών εμπειρογνωμόνων που ειδικεύονται σε θέματα άμυνας είναι λιγότερο έντονος στην Ευρώπη. Όμως, οι ιδέες των Αμερικανών πανεπιστημιακών, ιδίως όσον αφορά τον ρόλο των πυρηνικών όπλων, μεταφέρονται αποτελεσματικά στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού μέσω του ΝΑΤΟ. Η φιλελεύθερη στρατηγική σκέψη εισάγει αναμφισβήτητα αλλαγές στον στρατηγικό σχεδιασμό, ακόμη και αν οφείλει κανείς να παραμείνει κριτικός απέναντι στο επιχείρημα ότι γινόμαστε μάρτυρες μιας πραγματικής επανάστασης στον τομέα του πολέμου.
Έτσι, στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου, το δόγμα που αναδύεται σχετικά με τον αποτρεπτικό ρόλο των πυρηνικών όπλων δεν τους προσδίδει τη λειτουργία της διασφάλισης μιας στρατιωτικής νίκης, αλλά εκείνη της ανάσχεσης της επιθετικής συμπεριφοράς των ιθυνόντων. Μια ευρεία κοινότητα πολιτών εμπειρογνωμόνων (Μπέρναρντ Μπρόντι, Τόμας Σέλινγκ, Χένρι Κίσινγκερ και, γενικότερα, οι ερευνητές της RAND Corporation) -η οποία ευδοκιμεί ευκολότερα λόγω της πρόσβασης σε δημόσια και ιδιωτικά κονδύλια για τη διεξαγωγή των ερευνών της- αντιλαμβάνεται τα όπλα αυτά κυρίως ως όπλα “μη-πολέμου”.
Ωστόσο, αυτή η αποτρεπτική σκέψη συνυπάρχει με τον κλασικό στρατιωτικό προβληματισμό και σχεδιασμό γύρω από τον ρόλο των στρατηγικών βομβαρδισμών (που ενίοτε αποκαλείται “ντουετισμός”, από το όνομα του θεωρητικού του αεροπορικού πολέμου Τζούλιο Ντουέ). Από ορισμένες απόψεις, η έννοια της αποτροπής έρχεται να μεταμφιέσει και να προσδώσει μια νέα νομιμοποίηση στους στρατηγικούς βομβαρδισμούς που εφαρμόστηκαν εναντίον πόλεων κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακόμη και η ανάπτυξη της βόμβας υδρογόνου, πολύ ισχυρότερης από την ατομική βόμβα της δεκαετίας του 1940, δεν θα αναχαιτίσει τον κλασικό στρατηγικό ζήλο κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.
Κατά την ίδια περίοδο, ιδιώτες εμπειρογνώμονες θα διαμορφώσουν την έννοια του “περιορισμένου πολέμου” (Charles E. Osgood, Morton H. Halperin). Ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει τις μάχες που διεξάγονται από Αμερικανούς και Ευρωπαίους στρατιωτικούς μακριά από τα σύνορα των κρατών τους, όπως συνέβη στην περίπτωση της Κορέας. Στην πραγματικότητα, και παρόλο που το πυρηνικό όπλο δεν χρησιμοποιήθηκε σε αυτόν τον πόλεμο, είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς με ποιον τρόπο αυτή η σύγκρουση τεράστιας βιαιότητας υπήρξε “περιορισμένη”, καθώς η πλειονότητα των πόλεων της χερσονήσου, θα έλεγε κανείς, ισοπεδώθηκε από τους βομβαρδισμούς των εμπόλεμων.
Ο πόλεμος που διεξήγαγαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στη Νοτιοανατολική Ασία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 χαρακτηρίστηκε επίσης ως “περιορισμένος πόλεμος”. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια αυτής της σύγκρουσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ρίξουν στην Καμπότζη, το Λάος και το Βιετνάμ περίπου τετραπλάσια ποσότητα βομβών από όση είχαν ρίξει σε ολόκληρο τον κόσμο κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επιπλέον, στους πολέμους καταστολής εξεγέρσεων που διεξήγαγαν, αντίστοιχα, στη Μαλαισία, την Αλγερία και το Βιετνάμ, οι στρατηγοί Μπριγκς, Σαλ και Γουέστμορλαντ σχεδιάζουν τις επιχειρήσεις τους εμπνεόμενοι από τα δόγματα και τις πρακτικές των συμβατικών πολέμων. Τα διδάγματα του Πρώτου και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου τους παρέχουν το πλαίσιο αναφοράς.
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου βλέπουμε επίσης να στρέφεται το ενδιαφέρον στην καταστολή των εξεγέρσεων. Επισήμως, σύμφωνα με τους ζηλωτές αυτής της σκέψης, οι ένοπλες δυνάμεις οφείλουν να κάνουν την ελάχιστη δυνατή χρήση βίας όταν πολεμούν εναντίον εξεγερμένων. Σύμφωνα με τη ρητορική τους, οι ένοπλες δυνάμεις συμπεριφέρονται, σε κατάσταση καταστολής εξεγέρσεων, ως μια μορφή πολυδύναμης αστυνομικής δύναμης εφοδιασμένης με ιδιαίτερα διαφοροποιημένα μέσα. Σύμφωνα με έναν δημοφιλή ευφημισμό, οι πρακτικές καταστολής εξεγέρσεων υποτίθεται ότι βασίζονται στην “κατάκτηση των καρδιών και των μυαλών” των πληθυσμών.
Στην πράξη, σε πολλά κράτη του κόσμου, η καταστολή των εξεγέρσεων παίρνει ξεκάθαρα τη σκυτάλη από την αντεπανάσταση. Επιπλέον, η βία σπάνια απουσιάζει από τις επιχειρήσεις καταστολής. Οι στρατιώτες που διεξάγουν αυτές τις επιχειρήσεις στην Ινδοκίνα, το Καμερούν, τη Μαλαισία, την Αλγερία, την Κένυα ή το Βιετνάμ, δεν περιορίζονται σε περιπολίες στις πόλεις και την ύπαιθρο. Μετακινούν βίαια άμαχους πληθυσμούς και τους εγκλείουν σε στρατόπεδα, καταφεύγουν στην πρακτική της καμένης γης όταν καταστρέφουν χωριά και καλλιέργειες, χρησιμοποιούν βασανιστήρια σε μεγάλη κλίμακα προκειμένου να αποσπάσουν πληροφορίες και να τρομοκρατήσουν τους αντιπάλους τους, υποστηρίζουν πολιτοφυλακές που ελάχιστα σέβονται τα δικαιώματα των πολιτών και εξοντώνουν φυσικά όσους είναι ύποπτοι για συμμετοχή σε αντάρτικα.
Υπό το κάλυμμα ενός λόγου που επιμένει στην ορθολογική χρήση της βίας, οι επιχειρήσεις καταστολής εξεγέρσεων συνίστανται συχνά σε απόπειρες κεντρικού ελέγχου, εξορθολογισμού και συστηματοποίησης των πειθαρχικών και τιμωρητικών πρακτικών που ίσχυαν από παλιά στα αποικιακά καθεστώτα. Σε συμβολικό επίπεδο, αυτή η διαδικασία αναπαρίσταται με τον καλύτερο τρόπο στην ταινία Η Μάχη της Αλγερίας του Τζίλο Ποντεκόρβο, όταν βλέπουμε Γάλλους αλεξιπτωτιστές να κατάσχουν, με τη βία, τα αρχεία της αστυνομίας. Αυτό το ίδιο αρχείο θα τους χρησιμεύσει για να επεκτείνουν το σύστημα επιτήρησής τους, το οποίο βασίζεται σε απαγωγές και βασανιστήρια.
Τέλος, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι ο στρατηγικός σχεδιασμός του Ψυχρού Πολέμου βασίζεται συνήθως σε εξαιρετικά επιφανειακές αναλύσεις -εκ μέρους τόσο των στρατιωτικών όσο και των πολιτών ειδικών- σχετικά με τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες που γεννούν τις πολιτικές εντάσεις. Όσοι μελετούν “επιστημονικά” την πυρηνική στρατηγική, από την πλευρά τους, συχνά παραλείπουν τη μελέτη της πολιτικής ιστορίας της Ρωσίας και της ΕΣΣΔ. Μεταξύ άλλων, δεν ενδιαφέρονται για τις κοινωνικές συνθήκες που επέτρεψαν στον κομμουνισμό να αναδυθεί και να παγιωθεί για δεκαετίες.
Συναντάμε την ίδια ελλιπή προσέγγιση και στους ειδικούς που μελετούν τους πολέμους καταστολής εξεγέρσεων, οι οποίοι ελάχιστα αναλογίζονται την επίδραση των κοινωνικών δομών και τάξεων στις συγκρούσεις. Οι πολιτικές συνέπειες της συγκέντρωσης των αγροτικών γαιών στα χέρια των μεγαλογαιοκτημόνων, για παράδειγμα, σπάνια αποτελούν αντικείμενο μιας σοβαρής ανάλυσης. Αυτή η “σκέψη ασφαλείας” τείνει να θεωρεί τον κομμουνισμό -επίσημα τον κύριο στόχο της- μόνο ως μια εκτεταμένη συνωμοσία που προκύπτει από τη χειραγώγηση των “αδύναμων πνευμάτων” των πληθυσμών (αγροτικών και εργατικών) στα κράτη του Νότου.
Επιπλέον, ειδικά στη Γαλλία, αυτή η σκέψη τείνει να κατασκευάσει μια συνέχεια στην οποία ο κομμουνισμός παίρνει τη σκυτάλη από τον ναζισμό, ο οποίος με τη σειρά του εκλαμβάνεται ως συνέπεια μιας διαβολικής προπαγάνδας. Επί της ουσίας, πέρα από τους υπολογισμούς των καθαρά στρατιωτικών συσχετισμών δυνάμεων (αριθμός πυραύλων, αρμάτων μάχης, έμψυχο δυναμικό κ.λπ.), αυτή η σκέψη δυσκολεύεται σε μεγάλο βαθμό να κατανοήσει σοβαρά την υλική διάσταση που είναι σύμφυτη με τις κοινωνικές και πολιτικές δυναμικές. Θα παρουσίαζε, μάλιστα, ενδιαφέρον μια συστηματική μελέτη των στρατηγικών λόγων της εποχής με βάση το έργο του Γκέοργκ Λούκατς, το οποίο αναδεικνύει την τάση της φιλελεύθερης σκέψης να απορρίπτει τον υλισμό και να προκρίνει την ερμηνεία της πραγματικότητας αποκλειστικά μέσω του ρόλου της υποκειμενικότητας και των αναπαραστάσεων.
Στρατηγική του χάους για μια νεοφιλελεύθερη βία
Η έλευση του ολοκληρωτικού και βιομηχανικού πολέμου συμβαδίζει με την εισαγωγή νέων στρατιωτικών εξοπλισμών: αρμάτων μάχης, καταδιωκτικών και βομβαρδιστικών αεροσκαφών ή ακόμη και υποβρυχίων. Τη διαχείριση αυτών των εξοπλισμών αναλαμβάνουν εξειδικευμένες στρατιωτικές γραφειοκρατίες. Ιστορικά, στις ένοπλες δυνάμεις υπήρχε ανέκαθεν ο διαχωρισμός μεταξύ ναυτικού και στρατού ξηράς. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, έπειτα από σκληρές γραφειοκρατικές διαμάχες, αρχίζουν να εμφανίζονται ανεξάρτητες αεροπορικές δυνάμεις. Αυτές οι διαφορετικές συνιστώσες των ενόπλων δυνάμεων συνηθίζουν να υπερασπίζονται τα γραφειοκρατικά τους “φέουδα”. Επιπλέον, στο εσωτερικό των ίδιων των όπλων αναδύονται αντιπαλότητες, για παράδειγμα μεταξύ εκείνων που τάσσονται υπέρ των τεθωρακισμένων και εκείνων που προκρίνουν το πεζικό, τις οχυρώσεις ή ακόμα, κατά τον Μεσοπόλεμο, το ιππικό.
Ο στρατιωτικός σχεδιασμός επηρεάζεται φυσικά από αυτές τις αντιπαλότητες. Σε μια κατάσταση περιορισμένων πόρων, οι υπεύθυνοι των διαφόρων όπλων οφείλουν να αιτιολογήσουν τους λόγους για τους οποίους οι δικές τους μονάδες πρέπει να χρηματοδοτηθούν κατά προτεραιότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, κατά τις δεκαετίες 1920-1930, βλέπουμε να εμφανίζονται -σε άρθρα εξειδικευμένων περιοδικών, βιβλία ιδιωτικών εκδοτικών οίκων, διαλέξεις σε στρατιωτικές ακαδημίες και θεσμικά έγγραφα δόγματος- στρατιωτικοί λόγοι που αυτοπαρουσιάζονται ως “προφήτες” όπλων που θεωρούνται αποφασιστικής σημασίας, όπως τα τεθωρακισμένα (John F.C. Fuller, Basil H. Liddell Hart, Charles de Gaulle, Heinz Guderian) ή η στρατηγική των βομβαρδιστικών αεροσκαφών (Giulio Douhet, Hugh Trenchard, William Mitchell).
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως έχει τεκμηριωθεί επαρκώς από ιστορικούς, η πολεμική αεροπορία αναζητά επίσης στηρίγματα στα μέσα ενημέρωσης, προκειμένου να πείσει το κοινό για τη χρησιμότητα των βομβαρδιστικών. Για να αποκτήσουν ορατότητα, οι πιλότοι ανέλαβαν ακόμη και τη διανομή της αλληλογραφίας κατά τη διάρκεια μιας ταχυδρομικής απεργίας. Η δημοσιοποίηση ορισμένων εντυπωσιακών στρατιωτικών ασκήσεων εντάσσεται στην ίδια λογική: την προβολή μιας θετικής εικόνας στην κοινή γνώμη. Επίσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι στρατιωτικοί, ήδη από τον Μεσοπόλεμο, προσεγγίζουν σκηνοθέτες πολεμικών ταινιών ώστε αυτοί να αναδεικνύουν στις παραγωγές τους τον κόσμο των ενόπλων δυνάμεων και τους εξοπλισμούς.
Με απλά λόγια, οι στρατιωτικοί ασκούν ένα lobbying που στοχεύει, σε τελευταία ανάλυση, τους υπουργούς και τους βουλευτές που αποφασίζουν για τους προϋπολογισμούς των ενόπλων δυνάμεων και τη διανομή τους μεταξύ των διαφόρων όπλων. Αυτά τα στοιχεία έχουν προφανώς σημαντικό αντίκτυπο στον στρατιωτικό σχεδιασμό. Είναι εύκολα κατανοητό ότι η απόκτηση βομβαρδιστικών ή τεθωρακισμένων επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι στρατιωτικοί προετοιμάζονται για τις συγκρούσεις. Επιπλέον, ο στρατιωτικός προβληματισμός, εκφράζοντας προτιμήσεις για τον ένα ή τον άλλο τύπο όπλου, τείνει να μετατρέπεται σε έναν λόγο νομιμοποίησης της αυτονομίας των στρατιωτικών γραφειοκρατιών. Ορισμένοι ιστορικοί θεωρούν ότι οι μαζικοί αεροπορικοί βομβαρδισμοί που ισοπέδωσαν τις γερμανικές πόλεις κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, χωρίς ωστόσο να καταφέρουν να αναγκάσουν το ναζιστικό καθεστώς σε συνθηκολόγηση, εξηγούνται από αυτού του είδους τις διαδικασίες. Οι αεροπόροι είχαν δικαιολογήσει την ανάπτυξη των αεροπορικών δυνάμεων με έναν λόγο και έναν σχεδιασμό που υποστήριζε ότι οι στρατηγικοί βομβαρδισμοί θα έκαμπταν γρήγορα τη θέληση του αντιπάλου. Στην πραγματικότητα, η νίκη στην Ευρώπη ήρθε κυρίως μέσω της χερσαίας εισβολής στη Γερμανία.
Πάντα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως ήδη αναφέραμε, στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, οι πολιτικοί, οι βιομήχανοι και οι ιδιώτες ειδικοί παρεμβαίνουν όλο και περισσότερο στις συζητήσεις που αφορούν την απόκτηση στρατιωτικού υλικού και, κατ’ επέκταση, στον πολεμικό σχεδιασμό. Οι στρατιωτικοί οδηγούνται στη σύναψη συμμαχιών μαζί τους, προκειμένου να ενισχύσουν τις θέσεις τους στις πολιτικές και γραφειοκρατικές διαμάχες για την εξασφάλιση πόρων. Αυτή η διαδικασία μετουσιώνεται στη δημιουργία δομών που διασφαλίζουν τη συνέχεια μεταξύ του στρατιωτικού και του βιομηχανικού κόσμου. Ένα από τα πλέον διαβόητα παραδείγματα είναι αυτό της RAND Corporation. Αυτό το κέντρο στρατηγικών ερευνών, που έχει ως φιλοδοξία την παραγωγή τεχνογνωσίας για την Αμερικανική Πολεμική Αεροπορία (US Air Force), ιδρύθηκε από την αεροναυπηγική εταιρεία Douglas. Σύντομα, λόγω του κινδύνου σύγκρουσης συμφερόντων, η RAND μετατράπηκε σε ανεξάρτητο οργανισμό. Επιβιώνει χάρη στα ερευνητικά συμβόλαια που λαμβάνει, κυρίως από την US Air Force. Η RAND αναδεικνύεται ιδιαιτέρως σε υπέρμαχο της πυρηνικής αποτροπής και του πολέμου καταστολής εξεγέρσεων.
Παράλληλα, βλέπουμε να εμφανίζονται εντός του Πενταγώνου θεσμοί με αποστολή τη μελέτη της εξέλιξης των αμυντικών τεχνολογιών. Ο πιο διάσημος είναι σίγουρα ο οργανισμός που έγινε εναλλάξ γνωστός με τα ονόματα DARPA (Defense Advanced Research Project Agency) και ARPA (Advanced Research Project Agency). Παρά τους μύθους που τον περιβάλλουν, η αποτελεσματικότητα αυτού του οργανισμού που γεννήθηκε το 1958 παραμένει υπό αμφισβήτηση. Η θεσμοθέτηση της θέσης του DDR&E (Director Defense Research & Engineering) υπό τη διακυβέρνηση Αϊζενχάουερ εμπίπτει στην ίδια δυναμική. Το πρόσωπο που διορίζεται σε αυτή τη θέση διασφαλίζει, για λογαριασμό των ενόπλων δυνάμεων, την παρακολούθηση της εξέλιξης των τεχνολογιών, ιδίως στον πυρηνικό τομέα και στο πεδίο των ηλεκτρονικών. Αυτές οι δομές θα συμβάλουν στην προσέγγιση των στρατιωτικών με τους βιομηχάνους του τομέα της άμυνας κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.
Επίσης, το 1953, εμφανίζεται η Επιτροπή για τον Υπάρχοντα Κίνδυνο (Committee on the Present Danger – CPD). Η CPD αποτελεί μια πλατφόρμα υπέρ της αύξησης των αμυντικών δαπανών. Συγκεντρώνει και εξασφαλίζει την υποστήριξη πολυάριθμων συντηρητικών πολιτικών και επιχειρηματιών. Η οργάνωση γνωρίζει μια αναβίωση το 1976. Τα μέλη της τότε επιτίθενται σφοδρά στην πολιτική της ύφεσης και ασκούν πιέσεις, στο πλαίσιο των προεδρικών εκλογών που θα φέρουν τον Ρόναλντ Ρήγκαν στην εξουσία, ώστε οι στρατιωτικές δαπάνες να αυξηθούν ουσιαστικά. Τα συμφέροντα των αμυντικών βιομηχανιών μεταφέρονται επομένως αποτελεσματικά στον στρατιωτικό κόσμο. Εν τέλει, τα στοιχεία αυτά τείνουν να επιβεβαιώνουν τις θέσεις του κοινωνιολόγου Charles Wright Mills, ο οποίος ήταν πεπεισμένος για την ύπαρξη μιας μεγάλης εγγύτητας μεταξύ των οικονομικών, πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τον Ψυχρό Πόλεμο. Όλα αυτά θα έχουν φυσικά επιπτώσεις στην εξοπλιστική πολιτική, στηρίζοντας την αύξηση της παραγωγής, μεταξύ άλλων, πυρηνικών όπλων, αλλά και στον στρατηγικό λόγο, ο οποίος γίνεται πιο επιθετικός, καθώς και στον πολεμικό σχεδιασμό, με τους Αμερικανούς στρατιωτικούς να προετοιμάζονται για έναν υποθετικό Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ευρώπη.
Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι ο ρόλος του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος στα άλλα κράτη κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου έχει αποτελέσει αντικείμενο λιγότερων ερευνών. Ορισμένοι βιομήχανοι στον τομέα της άμυνας εργάστηκαν ασφαλώς για τα δικά τους “συμφέροντα”, για παράδειγμα στη Γαλλία (Dassault) ή στη Μεγάλη Βρετανία (British Aerospace) κατά την περίοδο αυτή. Ωστόσο, η επίδραση αυτών των βιομηχάνων στις αμυντικές πολιτικές και στον πολεμικό σχεδιασμό εντός των κρατών τους φαίνεται πως ήταν πιο περιορισμένη σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στην πραγματικότητα, ο πολεμικός σχεδιασμός αυτών των κρατών επηρεαζόταν περισσότερο από εκείνον των ΗΠΑ, καθώς και από τις πιέσεις που ασκούνταν στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ για τα μέλη του οργανισμού. Οι μεγάλες στρατηγικές αντιλήψεις του Ατλαντισμού διαμορφώνονταν, επομένως, συχνά στην Ουάσιγκτον, υπό την πίεση του εγχώριου στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος. Επιπλέον, θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί μήπως οι Ευρωπαίοι βιομήχανοι δαπάνησαν τελικά περισσότερη ενέργεια προσπαθώντας να διοχετεύσουν τα προϊόντα τους στο εξωτερικό, όπως στη Μέση Ανατολή, παρά στο να επηρεάσουν τις εθνικές τους αρχές σε θέματα άμυνας.
Κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, η προσέγγιση μεταξύ στρατιωτικών και βιομηχάνων περνά σε άλλη ταχύτητα. Όπως έχει δείξει εύστοχα ο Thomas Frank, παρατηρούμε στις Ηνωμένες Πολιτείες μια πραγματική ιδιοποίηση των κρατικών πόρων από τις πολυεθνικές, και ειδικά από εκείνες που παράγουν υλικό για λογαριασμό των στρατιωτικών. Αυτή η ιδιοποίηση δεν συνίσταται αποκλειστικά στην πώληση εξαιρετικά δαπανηρών εξοπλισμών στο Πεντάγωνο και στους συμμάχους. Βασίζεται επίσης στο γεγονός ότι η στρατηγική τεχνογνωσία, η οποία τροφοδοτεί τις δημόσιες και πολιτικές συζητήσεις για θέματα ασφαλείας -πριν ακόμη από τον επίσημο στρατιωτικό σχεδιασμό και τις πολιτικές απόκτησης εξοπλισμών- είναι εν μέρει ιδιωτικοποιημένη.
Αυτή, λοιπόν, η τεχνογνωσία, εν μέρει χρηματοδοτούμενη από τις επιχειρήσεις, συμμετέχει στον καθορισμό των στρατιωτικών αναγκών με βάση, ανάλογα με την περίπτωση, τις “κατάλληλες” περιγραφές του περιβάλλοντος ασφαλείας. Ας προσθέσουμε ότι η ενίσχυση αυτής της διαδικασίας ξεκινά στο πλαίσιο της μείωσης των στρατιωτικών δαπανών η οποία, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, συμπίπτει με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Αποφασίζεται τότε να ευνοηθεί η δημιουργία βιομηχανικών “κολοσσών” στον τομέα των εξοπλισμών, οι οποίοι υποτίθεται ότι θα ήταν πιο ανταγωνιστικοί. Στην πραγματικότητα, αυτοί οι λίγοι μεγάλοι όμιλοι οδήγησαν κυρίως τις ένοπλες δυνάμεις σε μια κατάσταση αυξημένης εξάρτησης.
Αυτή η κατάσταση κάθε άλλο παρά ουδέτερη είναι για τον πολεμικό σχεδιασμό. Από τη δεκαετία του 1970, η στρατηγική σκέψη και ο σχεδιασμός ευθυγραμμίζονται όλο και περισσότερο -ακόμη και σε λεξιλογικό επίπεδο- με όσα προωθεί η νέα μάνατζμεντ προσέγγιση που προέρχεται από τον ιδιωτικό τομέα. Οι Αμερικανοί στρατιωτικοί και οι σύμμαχοί τους γαλουχήθηκαν έτσι με την ιδεολογία της αποκεντρωμένης διεξαγωγής των επιχειρήσεων, σχεδιασμένων πάνω σε ένα μοντέλο “δικτυοκεντρικού πολέμου” (network centric warfare).
Ομοίως, στη στρατιωτική κοινή γλώσσα γίνεται τακτικά λόγος για “επανάσταση στις στρατιωτικές υποθέσεις”, για “μετασχηματισμό” των δυνάμεων ή ακόμη και για “ανατρεπτικές καινοτομίες” (disruptive innovations). Μέσω αυτού του λόγου, οι ειδικοί συναγωνίζονται σε υποσχέσεις. Σύμφωνα με αυτούς, ένοπλες δυνάμεις ενός νέου είδους, που θα χρησιμοποιούν λιγότερους άνδρες και θα είναι εξοπλισμένες με εξελιγμένο υλικό, θα ήταν σε θέση να νικήσουν γρήγορα τους νέους αντιπάλους της Δύσης. Αυτές οι αντιλήψεις, που απηχούν την έννοια της απορρύθμισης στον πολιτικό τομέα, θέτουν υπό αμφισβήτηση τον Τεϊλορισμό που κυριάρχησε για δεκαετίες στο στρατιωτικό πεδίο. Υπό αυτή την έννοια μπορούμε να χαρακτηρίσουμε αυτόν τον σχεδιασμό -ο οποίος πηγάζει εν μέρει από το κυρίαρχο βάρος του ιδιωτικού τομέα- ως νεοφιλελεύθερου τύπου.
Το όνομα που δόθηκε στην αμερικανική επίθεση στο Ιράκ το 2003, “Shock & Awe” (Σοκ και Δέος), είναι ακόμη πιο ενδεικτικό αυτού του στυλ σχεδιασμού. Όπως και το κωδικό όνομα στον ασύρματο του στρατηγού Μάτις, “chaos” τείνει να μετατρέπει μια μορφή στρατιωτικού βανδαλισμού σε στρατηγική αξία. Για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια, οι πληθυσμοί του Αφγανιστάν και του Ιράκ υφίστανται καθημερινά τις συνέπειες της εφαρμογής αυτών των θεωριών.
Ωστόσο, “κάθε εμπόδιο για καλό” για τις ιδιωτικές εταιρείες και τους ειδικούς σε στρατηγικά θέματα. Το μόνιμο χάος που προκλήθηκε από την εφαρμογή των συνταγών του “ανατρεπτικού” νεοφιλελεύθερου σχεδιασμού δημιούργησε νέες ευκαιρίες. Εταιρείες εξειδικευμένες στην επιμελητεία (logistics), όπως η Halliburton ή η Kellogg Brown Root (KBR), και οι νέες εταιρείες μισθοφόρων, όπως η Blackwater, κατάφεραν να βγουν κερδισμένες από την αστάθεια που προκάλεσαν αυτές οι επιχειρήσεις, εξασφαλίζοντας προσοδοφόρα συμβόλαια από τις αμερικανικές αρχές, οι οποίες είχαν πλέον χάσει τον έλεγχο της τροπής που πήραν τα γεγονότα στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Ειρωνικά, η αποτυχία του νεοφιλελεύθερου σχεδιασμού του πολέμου οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερη ιδιωτικοποίηση του πολέμου.
Συμπέρασμα
Αν θέλουμε να κατανοήσουμε την εξέλιξη του πολέμου και του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού του, ούτε η ανάλυση των μεταβολών στους συσχετισμούς ισχύος μεταξύ των κρατών, ούτε οι μελέτες που επικεντρώνονται αποκλειστικά στη συμπεριφορά των στρατιωτικών οργανισμών ή ενδιαφέρονται μόνο για την τεχνολογία, αποδεικνύονται επαρκείς. Είναι απαραίτητο να συνεκτιμηθούν επίσης οι ταξικές σχέσεις, τα “εγχώρια” συμφέροντα των πολιτικών ιθυνόντων, καθώς και εκείνα των αμυντικών βιομηχανιών.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο αυτών των στοιχείων, προσπαθήσαμε να δείξουμε πώς περάσαμε από έναν σχεδιασμό μαζικού πολέμου σε έναν νεοφιλελεύθερο σχεδιασμό, περνώντας από μια φάση φιλελεύθερου σχεδιασμού κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Γενικότερα, είναι ουσιώδες να λαμβάνονται υπόψη αυτά τα στοιχεία, διότι παίζουν πρωταρχικό ρόλο στη διαιώνιση των κοινωνικών συνθηκών και της ρητορικής που επιτρέπουν στον πόλεμο να παραμένει στον ορίζοντα των πιθανών επιλογών για τις κοινωνίες μας.















