Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Ο Τζορτζ Λούκας αγκαλιάζει την AI στον κινηματογράφο: «Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, είναι το μέλλον»


Ο Τζορτζ Λούκας, ο άνθρωπος που άλλαξε για πάντα το Χόλιγουντ με το Star Wars και με την τεχνολογική επανάσταση της Industrial Light & Magic, βλέπει την τεχνητή νοημοσύνη όχι ως απειλή που μπορεί να σταματήσει κανείς, αλλά ως το επόμενο αναπόφευκτο στάδιο του κινηματογράφου.

Σε μια νέα, σπάνια συνέντευξη, ο Λούκας υποστηρίζει ότι η AI θα κάνει την παραγωγή ταινιών ευκολότερη. Για εκείνον, η συζήτηση θυμίζει την παλιά σύγκρουση ανάμεσα στην άμαξα και το αυτοκίνητο: μπορεί κανείς να φοβάται τη νέα τεχνολογία, να βλέπει τους κινδύνους της, να επιμένει ότι το παλιό μέσο ήταν πιο ασφαλές ή πιο αυθεντικό, αλλά η αλλαγή έχει ήδη αρχίσει. «Δεν υπάρχει τίποτα που μπορείς να κάνεις», λέει. «Αυτό είναι πρόοδος, είναι το μέλλον».

Η θέση του δεν είναι ακριβώς έκπληξη. Ο Λούκας υπήρξε πάντα ένας σκηνοθέτης που έβλεπε την τεχνολογία όχι ως απλό εργαλείο, αλλά ως τρόπο να λυθεί ένα δημιουργικό πρόβλημα. Ίδρυσε την Industrial Light & Magic επειδή τα υπάρχοντα συστήματα οπτικών εφέ δεν μπορούσαν να φτιάξουν τον κόσμο που είχε στο μυαλό του. Πίεσε τον κινηματογράφο προς το ψηφιακό μοντάζ και τις νέες εικόνες πολύ πριν το Χόλιγουντ συμφιλιωθεί με αυτές. Γι’ αυτό και σήμερα μοιάζει να αντιμετωπίζει την AI ως ακόμη ένα τεχνολογικό πέρασμα, όχι ως το τέλος της τέχνης.

Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι υπάρχουν κίνδυνοι. Αλλά υποστηρίζει ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να δώσει και εργαλεία ελέγχου, για παράδειγμα να εντοπίζει αν κάτι είναι ψεύτικο και από πού προέρχεται. Το κρίσιμο, για τον Λούκας, δεν είναι να φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς AI. Είναι να κρατήσουμε την ευθύνη εκεί όπου ανήκει: στον άνθρωπο που χρησιμοποιεί το εργαλείο, σε αυτόν που αποφασίζει, υπογράφει και λογοδοτεί.

Το ενδιαφέρον είναι ότι, την ίδια στιγμή που ο Λούκας εμφανίζεται ανοιχτός απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη, επιτίθεται σε μια άλλη μορφή αυτοματισμού του Χόλιγουντ: τα focus groups, τις δοκιμαστικές προβολές και την ιδέα ότι οι fans πρέπει να υπαγορεύουν τις δημιουργικές αποφάσεις.

Ο δημιουργός του Star Wars λέει ότι δεν του αρέσουν τα focus groups, επειδή το κοινό δεν ξέρει πάντα τι θέλει να δει πριν το δει. Αν οι θεατές αντιδρούν αρνητικά σε έναν χαρακτήρα, αυτό μπορεί να είναι ενδιαφέρον για έναν σκηνοθέτη, γιατί ανοίγει ένα ερώτημα. Το πρόβλημα, κατά τον Λούκας, είναι ότι τα στούντιο παίρνουν συχνά το λάθος μήνυμα: αντί να καταλάβουν γιατί κάτι προκαλεί αντίδραση, αφήνουν το κοινό να αρχίσει να «φτιάχνει» την ταινία.

Εδώ βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα αντίφαση της τοποθέτησής του. Ο Λούκας αγκαλιάζει την τεχνητή νοημοσύνη ως εργαλείο που μπορεί να κάνει το σινεμά πιο εύκολο, αλλά απορρίπτει την τυποποίηση της δημιουργίας όταν προέρχεται από την αγορά, τα tests και την πίεση των fans. Με άλλα λόγια, δεν υπερασπίζεται ένα ρομαντικό, παλιό σινεμά χωρίς μηχανές. Υπερασπίζεται τον δημιουργό που χρησιμοποιεί τις μηχανές χωρίς να παραδίδει την ταινία στην αριθμητική της αποδοχής.

Για τον Λούκας, οι ταινίες δεν φτιάχνονται από δημοσκοπήσεις. Φτιάχνονται από ανθρώπους που έχουν μια ιστορία να πουν και ξέρουν πώς να τη μετατρέψουν σε εικόνα. Η τέχνη, λέει, είναι συναισθηματικό μέσο. Δεν πηγαίνουμε σινεμά επειδή μια αφήγηση πέρασε με επιτυχία από ένα focus group, αλλά επειδή κάτι μας κινεί, μας αγγίζει, μας τρομάζει ή μας μένει.

Η τοποθέτηση έχει ιδιαίτερο βάρος επειδή έρχεται από τον άνθρωπο που υπέστη ίσως μία από τις πιο μακροχρόνιες συγκρούσεις με τους fans του ίδιου του έργου του. Το Star Wars έγινε για χρόνια πεδίο χλευασμού, εμμονής και διαδικτυακής οργής, από τους Ewoks μέχρι τον Jar Jar Binks και την ίδια την ιδέα ότι το σύμπαν του ήταν, κατά τον Λούκας, πάντα και μια παιδική περιπέτεια. Σήμερα, η κριτική του στα στούντιο που ακούν υπερβολικά τους fans μοιάζει και σαν καθυστερημένη απάντηση σε αυτή την ιστορία.

Το παράδοξο είναι γόνιμο: ο Λούκας λέει «ναι» στην AI, αλλά «όχι» στο σινεμά που αποφασίζεται από το κοινό πριν υπάρξει. Δεν φοβάται τόσο την τεχνολογία όσο τη δημιουργική δειλία. Δεν τον ενοχλεί η μηχανή όταν υπηρετεί ένα όραμα. Τον ενοχλεί όταν το στούντιο χρησιμοποιεί τα δεδομένα, τους fans και τις δοκιμαστικές προβολές για να αποφύγει το ρίσκο.

Έτσι, η παρέμβασή του μπαίνει ακριβώς στην καρδιά της σημερινής συζήτησης για το Χόλιγουντ. Από τη μία, η AI υπόσχεται φθηνότερη, ταχύτερη, πιο προσβάσιμη παραγωγή εικόνων. Από την άλλη, οι δημιουργοί φοβούνται ότι το ίδιο σύστημα θα οδηγήσει σε ακόμη περισσότερη ομοιομορφία, ακόμη λιγότερες θέσεις εργασίας και ακόμη πιο προβλέψιμες ιστορίες. Ο Λούκας, όμως, δεν βλέπει το πρόβλημα μόνο στο εργαλείο. Το βλέπει στο ποιος κρατάει το εργαλείο και ποιος έχει τελικά την εξουσία της απόφασης.

Για έναν σκηνοθέτη που έχτισε μια αυτοκρατορία πάνω στην τεχνολογική φαντασία, η AI δεν είναι εισβολέας. Είναι άλλο ένα εργαλείο στην ιστορία των κινούμενων εικόνων. Το ερώτημα, όπως το θέτει έμμεσα ο Λούκας, δεν είναι αν το σινεμά θα αλλάξει. Είναι αν μέσα σε αυτή την αλλαγή θα μείνει χώρος για κάποιον που έχει ακόμη μια ιστορία να πει, αντί για ένα στούντιο που απλώς ρωτά τους fans τι θέλουν να καταναλώσουν.

με στοιχεία από A Rabbit’s Foot, Variety



Πηγή: www.lifo.gr