ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

Επικοινωνια

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2026

Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Πέθανε η Μαρίνα Βλαντί, η μεγάλη ηθοποιός του Γκοντάρ, του Φερέρι και του Όρσον Γουέλς


Η Μαρίνα Βλαντί πέθανε την Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου σε ηλικία 88 ετών. Πέθανε στο σπίτι της, «περιτριγυρισμένη από τους δικούς της ανθρώπους και τα ζώα της», όπως ανακοίνωσαν τα παιδιά της, αποχαιρετώντας μια «μακρά, όμορφη και γεμάτη ζωή».

Ηθοποιός από τα δέκα της χρόνια, συγγραφέας και τραγουδίστρια, η Βλαντί γύρισε περισσότερες από 80 ταινίες και πέρασε με ασυνήθιστη άνεση από το δημοφιλές γαλλικό και ιταλικό σινεμά στα έργα μερικών από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους δημιουργούς της εποχής της. Δούλεψε με τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ, τον Μάρκο Φερέρι, τον Όρσον Γουέλς, τον Μπερτράν Ταβερνιέ, τον Κρις Μαρκέρ και τον Έτορε Σκόλα. Το 1963 κέρδισε το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ των Καννών για «Το Συζυγικό Κρεβάτι» του Φερέρι.

Γεννήθηκε ως Κατρίν Μαρίνα ντε Πολιακόφ-Μπαϊνταρόφ στις 10 Μαΐου 1938 στο Κλισί, έξω από το Παρίσι. Ο πατέρας της, Βλαντίμιρ Πολιακόφ, ήταν βαρύτονος της όπερας και είχε έρθει στη Γαλλία το 1915, ενώ η μητέρα της, Μιλίτσα, χορεύτρια, είχε εγκαταλείψει τη Ρωσία μετά την επανάσταση του 1917. Η οικογένεια δεν είχε οικονομική άνεση, οι γονείς δυσκολεύονταν ακόμη και να πληρώσουν το ενοίκιο της κοινωνικής κατοικίας όπου ζούσαν. Οι τέσσερις κόρες τους ακολούθησαν αργότερα καλλιτεχνική πορεία, υιοθετώντας διαφορετικά ψευδώνυμα.

Πέθανε στα 88 της η Μαρίνα Βλαντί, η μεγάλη ηθοποιός του Γκοντάρ, του Φερέρι και του Όρσον Γουέλς Facebook Twitter
Η Μαρίνα Βλαντί στις Κάννες, τον Μάιο του 1962, μπροστά στους φωτογράφους του φεστιβάλ. Φωτ.: Getty Images

Η Μαρίνα διάλεξε το Vlady προς τιμήν του πατέρα της, Βλαντίμιρ. Η ρωσική καταγωγή παρέμεινε έντονα παρούσα στη ζωή και στη δημόσια εικόνα των αδελφών Πολιακόφ. Τρεις από τις τέσσερις –η Μαρίνα, η Οντίλ Βερσουά και η Ελέν Βαλιέ– έγιναν ηθοποιοί, ενώ οι αδελφές ηχογράφησαν αργότερα μαζί ρωσικά τραγούδια και εμφανίστηκαν στη σκηνή στις «Τρεις Αδελφές» του Τσέχοφ, μια σχεδόν υπερβολικά τέλεια σύμπτωση ανάμεσα στη ζωή και στο θέατρο.

Η Βλαντί είχε ήδη εμφανιστεί μπροστά στην κάμερα ως παιδί και, πριν ενηλικιωθεί, είχε παίξει δίπλα σε ονόματα όπως η Άννα Μανιάνι. Το ευρωπαϊκό σινεμά των αρχών της δεκαετίας του 1950 είδε πολύ γρήγορα στο πρόσωπό της μια νεαρή γυναίκα που μπορούσε να είναι ταυτόχρονα αθώα και αισθησιακή, «σλαβική» και παριζιάνικη, κορίτσι και femme fatale. Ήταν μια εικόνα που οι ταινίες εκείνης της περιόδου εκμεταλλεύτηκαν συχνά χωρίς ιδιαίτερες αναστολές.

Πριν κλείσει τα 16 ξεχώρισε στο «Avant le déluge» του Αντρέ Καγιάτ, όπου υποδυόταν μια νεαρή κοπέλα που μπλέκει με την παρέα της σε μια ληστεία με τραγική κατάληξη. Η ταινία συμμετείχε στο Φεστιβάλ των Καννών του 1954 και η Βλαντί ανέβηκε τα περίφημα σκαλιά, αλλά δεν μπορούσε να παρακολουθήσει την προβολή: η ταινία ήταν απαγορευμένη για θεατές κάτω των 16 ετών. Η ερμηνεία της τής χάρισε λίγο αργότερα το βραβείο Σουζάν Μπιανκέτι για την πιο υποσχόμενη νέα Γαλλίδα ηθοποιό.

Πέθανε στα 88 της η Μαρίνα Βλαντί, η μεγάλη ηθοποιός του Γκοντάρ, του Φερέρι και του Όρσον Γουέλς Facebook Twitter
Η Μαρίνα Βλαντί το 1968. Φωτ.: Getty Images

Η εικόνα που έμελλε να συνδεθεί περισσότερο μαζί της ήρθε το 1961 με την «Πριγκίπισσα της Κλεβ» του Ζαν Ντελανουά. Το πρόσωπο της νεαρής γυναίκας που μέχρι τότε το σινεμά στόλιζε με έντονο μακιγιάζ και χρησιμοποιούσε ως φορέα πρόκλησης άλλαξε εντελώς. Η Βλαντί εμφανίστηκε με βαριά κοστούμια, κοσμήματα, αυστηρή κορμοστασιά και μια σχεδόν ζωγραφική ακινησία, σαν να είχε μόλις βγει από πίνακα του Βαν Ντάικ.

Η επιλογή της είχε προκαλέσει αντιδράσεις πριν ακόμη γυριστεί η ταινία. Ο Ζαν Κοκτό είχε εκφράσει ανοιχτά τις αντιρρήσεις του, σχολιάζοντας ακόμη και το σώμα της, το γεγονός ότι ήταν ήδη μητέρα και τη σλαβική καταγωγή της. Η ταινία, όμως, έγινε μεγάλη εμπορική επιτυχία, παρά την εχθρότητα μέρους της παρισινής κριτικής. Η Βλαντί είχε ήδη αρχίσει να ζει κάτι που θα τη συνόδευε για δεκαετίες: το σώμα της δεν ήταν ποτέ απλώς δικό της. Το σινεμά, οι σκηνοθέτες, οι κριτικοί και το κοινό έμοιαζαν πάντα να έχουν μια άποψη για το πώς όφειλε να φαίνεται και τι μπορούσε να σημαίνει.

Δεν έμεινε, πάντως, για πολύ πριγκίπισσα. Δύο χρόνια αργότερα ο Μάρκο Φερέρι την έβαλε στο «Συζυγικό Κρεβάτι», στον ρόλο μιας νεαρής καθολικής παρθένας της οποίας η σχέση με τη σεξουαλικότητα αλλάζει ριζικά μετά τον γάμο. Η ερμηνεία της κέρδισε το βραβείο στις Κάννες το 1963 και προκάλεσε ταυτόχρονα συζήτηση, επειδή η φωνή της είχε ντουμπλαριστεί στα ιταλικά: μπορούσε άραγε να βραβευτεί μια ηθοποιός όταν το κοινό δεν άκουγε την πραγματική της φωνή;

Πέθανε στα 88 της η Μαρίνα Βλαντί, η μεγάλη ηθοποιός του Γκοντάρ, του Φερέρι και του Όρσον Γουέλς Facebook Twitter
Η Μαρίνα Βλαντί σε καφέ στο Παρίσι, το 1961. Φωτ.: Getty Images.

Η ερώτηση μοιάζει σήμερα σχεδόν ειρωνική, γιατί η Βλαντί θα περνούσε μεγάλο μέρος της ζωής της διεκδικώντας ακριβώς αυτό: το δικαίωμα στη δική της φωνή. Να μην είναι μόνο το πρόσωπο, το σώμα ή η «σλαβική ομορφιά» που έβλεπαν οι άλλοι.

Το 1967 ήρθε ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ και το «2 ή 3 πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν». Η ταινία άνοιγε με την ίδια τη Μαρίνα Βλαντί να κατονομάζεται σχεδόν σαν αντικείμενο παρατήρησης, πριν γίνει η Ζιλιέτ Ζανσόν, μια γυναίκα των νέων παρισινών προαστίων που καταφεύγει στην πορνεία για να συμπληρώσει το οικογενειακό εισόδημα. Κατανάλωση, χρήμα, πολεοδομία, γυναικείο σώμα: ο Γκοντάρ χρησιμοποιούσε την ηρωίδα του για να παρατηρήσει μια ολόκληρη κοινωνία που άλλαζε.

Η ιστορία τους είχε αρχίσει πριν από τα γυρίσματα. Ο Γκοντάρ την πολιορκούσε, της άφηνε σημειώματα στο αυτοκίνητο, της έκανε δώρα, ταξίδεψε μέχρι την Ιαπωνία, όπου εκείνη εργαζόταν, και τελικά της ζήτησε να τον παντρευτεί. Η Βλαντί τον έβλεπε ως φίλο και αρνήθηκε. Λίγες ημέρες αργότερα ξεκίνησαν τα γυρίσματα. Η συνεργασία τους υπήρξε δύσκολη: ο Γκοντάρ είχε σχεδόν σταματήσει να της μιλά και συχνά της υπαγόρευε τις ατάκες μέσα από ακουστικό. Η ταινία έμεινε ως μία από τις χαρακτηριστικότερες δημιουργίες του ευρωπαϊκού σινεμά της δεκαετίας του 1960.

Στο μεταξύ η Βλαντί είχε εμφανιστεί στις «Καμπάνες του Μεσονυχτίου» του Όρσον Γουέλς, ενώ αργότερα συνεργάστηκε με τον Μπερτράν Ταβερνιέ στο «Que la fête commence». Δεν περιόρισε ποτέ την καριέρα της σε ένα μόνο είδος κινηματογράφου. Έπαιζε σε ταινίες δημιουργών, σε δημοφιλείς κωμωδίες και στην τηλεόραση, όπου ενσάρκωσε ηρωίδες του Κόνραντ, του Μοπασάν, του Μπαλζάκ, του Αραγκόν και του Τολστόι.

Πέθανε στα 88 της η Μαρίνα Βλαντί, η μεγάλη ηθοποιός του Γκοντάρ, του Φερέρι και του Όρσον Γουέλς Facebook Twitter
Η Μαρίνα Βλαντί στο σπίτι της στο Παρίσι, τον Ιανουάριο του 1978. Φωτ.: Getty Images

Η προσωπική της ζωή θα μπορούσε από μόνη της να γεμίσει μια δεύτερη κινηματογραφική βιογραφία. Ο πρώτος της σύζυγος ήταν ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Ρομπέρ Οσέν, με τον οποίο απέκτησε δύο γιους και γύρισε αρκετές ταινίες. Ακολούθησε ο αεροπόρος και επιχειρηματίας Ζαν-Κλοντ Μπρουιγέ, με τον οποίο απέκτησε ακόμη έναν γιο.

Το 1969 παντρεύτηκε τον Ρώσο ποιητή, τραγουδιστή και ηθοποιό Βλαντίμιρ Βισότσκι, μια σχεδόν μυθική φυσιογνωμία της σοβιετικής κουλτούρας. Για χρόνια η Βλαντί μοίραζε τη ζωή της ανάμεσα στη Γαλλία και τη Σοβιετική Ένωση και προσπάθησε μάταια να βοηθήσει τον Βισότσκι να φύγει από την ΕΣΣΔ. Εκείνος πέθανε το 1980, μόλις 42 ετών. Η Βλαντί επέστρεψε στη σχέση τους επτά χρόνια αργότερα με το βιβλίο «Vladimir ou le vol arrêté», ένα από τα περίπου δώδεκα βιβλία που έγραψε στη διάρκεια της ζωής της.

Η δημόσια εικόνα της Βλαντί δεν χωρούσε εύκολα στην εποχή της. Η ίδια μιλούσε χωρίς εξωραϊσμούς για τη σεξουαλική ελευθερία που είχε διεκδικήσει, για τους άντρες της ζωής της, για το σώμα της και για το τι σημαίνει να μεγαλώνει μια γυναίκα την οποία ο κινηματογράφος είχε μάθει από πολύ νέα να βλέπει τον εαυτό της μέσα από το βλέμμα των άλλων.

Στα απομνημονεύματά της θυμόταν μια γυμνή σκηνή που είχε γυρίσει με τον Μισέλ Πικολί στο «Sept morts sur ordonnance» του Ζακ Ρουφιό. Ο Πικολί τής είχε πει μετά το γύρισμα πόσο τον είχε συγκινήσει το σώμα μιας γυναίκας που είχε γεννήσει. Η Βλαντί κράτησε τη φράση. Ήξερε πολύ καλά πόσο γρήγορα η κοινωνία περνά από τον θαυμασμό για το νεανικό γυναικείο σώμα στην απαίτηση να μη φαίνονται πάνω του η ηλικία, η μητρότητα, η ίδια η ζωή.

Αυτή η αίσθηση ελευθερίας δεν έμεινε μόνο στην ιδιωτική της ζωή. Η πολιτική δράση υπήρξε σταθερό κομμάτι της διαδρομής της. Είχε ταχθεί υπέρ της ανεξαρτησίας της Αλγερίας στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και το 1971 υπέγραψε το Μανιφέστο των 343, όταν εκατοντάδες γυναίκες δήλωσαν δημόσια ότι είχαν κάνει άμβλωση σε μια Γαλλία όπου η διακοπή της κύησης παρέμενε παράνομη. Αργότερα στάθηκε στο πλευρό μεταναστών χωρίς χαρτιά, αστέγων και ανθρώπων που διεκδικούσαν δικαίωμα στη στέγη. Είχε επίσης γίνει μέλος του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος την περίοδο που γύριζε το «Le Temps de vivre», το 1969.

Στα τελευταία αυτά μέτωπα συνοδοιπόρος της υπήρξε ο ογκολόγος και πολιτικός ακτιβιστής Λεόν Σβαρτσενμπέργκ, ο τελευταίος σύντροφός της, που πέθανε το 2003. Μαζί δραστηριοποιήθηκαν για τους αστέγους, τους μετανάστες χωρίς χαρτιά και το δικαίωμα στη στέγη, ενώ η Βλαντί δεν δίσταζε να συμμετέχει η ίδια σε καταλήψεις κτιρίων και δημόσιες κινητοποιήσεις.

Παράλληλα, η ρωσική μουσική κληρονομιά της οικογένειάς της παρέμεινε ζωντανή σε όλη τη διαδρομή της. Με τις αδελφές της ηχογράφησε δύο δίσκους με ρωσικά τραγούδια στα τέλη της δεκαετίας του 1960, ενώ συνέχισε να γράφει μέχρι τα τελευταία χρόνια. Το 2005 εξέδωσε τα απομνημονεύματά της, «24 images/seconde», επιστρέφοντας χωρίς ωραιοποίηση σε μια ζωή που είχε αρχίσει μπροστά στην κάμερα πριν προλάβει καν να γίνει έφηβη.

Πέθανε στα 88 της η Μαρίνα Βλαντί, η μεγάλη ηθοποιός του Γκοντάρ, του Φερέρι και του Όρσον Γουέλς Facebook Twitter
Η Μαρίνα Βλαντί σε πορτρέτο στο Παρίσι, το 1956. Getty Images

Η Μαρίνα Βλαντί πέρασε έτσι σχεδόν οκτώ δεκαετίες μπροστά στα μάτια του κοινού. Υπήρξε παιδί-ηθοποιός, κινηματογραφική καλλονή, πριγκίπισσα εποχής, ερωτικό σύμβολο, πρωταγωνίστρια του Φερέρι και του Γκοντάρ, μητέρα, συγγραφέας και ακτιβίστρια.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της διαδρομής της: κάθε φορά που μια εικόνα απειλούσε να την κλείσει μέσα της, η Βλαντί προχωρούσε στην επόμενη. Από την παιδική «σλαβική ομορφιά» στη σεξουαλικά ελεύθερη γυναίκα, από την Πριγκίπισσα της Κλεβ στην ηρωίδα του Γκοντάρ που καταφεύγει στην πορνεία μέσα στον καταναλωτικό κόσμο των προαστίων, και από εκεί στη συγγραφέα που μιλούσε ανοιχτά για το σώμα που μεγαλώνει, τον έρωτα, την απώλεια και τις πολιτικές επιλογές της.

Δεν έμεινε τελικά παγιδευμένη σε καμία από τις εικόνες που της έφτιαξε το σινεμά. Ούτε καν στην ωραιότερη.

Με στοιχεία από Le Monde, AFP



Πηγή: www.lifo.gr