Ο Πατρίσιο Γκουσμάν, ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς στην ιστορία του πολιτικού ντοκιμαντέρ, πέθανε την Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου στο Παρίσι, σε ηλικία 85 ετών. Την είδηση επιβεβαίωσε στο AFP η σύζυγός του. Ο θάνατός του ήρθε μόλις τέσσερις ημέρες μετά την 53η επέτειο του πραξικοπήματος της 11ης Σεπτεμβρίου 1973 του γεγονότος που σημάδεψε τη ζωή του και γύρω από το οποίο, με διαφορετικούς τρόπους, περιστράφηκε σχεδόν ολόκληρο το έργο του.
Nuestra comunidad universitaria despide con pesar al director de cine Patricio Guzmán Lozanes, destacado por sus grandes obras documentales. Premio Nacional de Artes de la Representación y Audiovisuales 2023, realizó estudios en la Escuela de Teatro y la Facultad @filosofiauchile pic.twitter.com/jt8mE1PXSy
— Universidad de Chile (@uchile) September 15, 2026
Ο Γκουσμάν πέρασε περισσότερο από μισό αιώνα κινηματογραφώντας όσα μια χώρα προσπαθούσε να θυμηθεί, να καταλάβει ή να απωθήσει. Η πτώση του Σαλβαδόρ Αλιέντε, η δικτατορία του Αουγκούστο Πινοσέτ, οι εξαφανισμένοι, η εξορία, αλλά και η ίδια η γεωγραφία της Χιλής η έρημος, ο ωκεανός, οι Άνδεις έγιναν στα χέρια του κομμάτια μιας μεγάλης κινηματογραφικής αναζήτησης γύρω από τη μνήμη.
«Κάθε δημιουργός έχει ένα θέμα που τον καταλαμβάνει. Για μένα είναι η μνήμη αυτής της χώρας», είχε πει. Δεν ήταν απλώς μια δήλωση για τη θεματολογία του. Ήταν σχεδόν η περιγραφή μιας ζωής.
Γεννημένος στο Σαντιάγο στις 11 Αυγούστου 1941, ο Γκουσμάν πέρασε αρχικά από τη φιλοσοφία, αλλά ο κινηματογράφος τον είχε ήδη κερδίσει. Δούλεψε στο Ινστιτούτο Κινηματογράφου του Καθολικού Πανεπιστημίου της Χιλής και το 1967 έφυγε για τη Μαδρίτη, όπου σπούδασε στην Επίσημη Σχολή Κινηματογράφου. Επέστρεψε στη Χιλή το 1971, σε μια χώρα που ζούσε ήδη τη μεγάλη πολιτική εμπειρία της Λαϊκής Ενότητας του Αλιέντε.
Το πρώτο μεγάλο σημείο καμπής ήρθε σχεδόν αμέσως. Στο «Ο Πρώτος Χρόνος», ο Γκουσμάν κατέγραψε τους πρώτους δώδεκα μήνες της κυβέρνησης Αλιέντε. Το 1972 εμφανίστηκε στο σπίτι του στο Σαντιάγο ο Κρις Μαρκέρ, ένας από τους δημιουργούς που θαύμαζε από νεαρή ηλικία. Είχε δει την ταινία και του είπε ότι, αφού ο Γκουσμάν είχε ήδη κινηματογραφήσει αυτό που ο ίδιος είχε έρθει στη Χιλή να αναζητήσει, προτιμούσε να αγοράσει τα δικαιώματά της και να την παρουσιάσει στη Γαλλία.
Ο Μαρκέρ επέστρεψε στο Παρίσι με μια κόπια 16 χιλιοστών στις αποσκευές του. Επιμελήθηκε τη γαλλική εκδοχή, επιστράτευσε γνωστούς ηθοποιούς για τις φωνές και βοήθησε την ταινία να κυκλοφορήσει στη Γαλλία, στο Βέλγιο και στην Ελβετία. Ο Γκουσμάν θα έγραφε δεκαετίες αργότερα ότι μόνο εκ των υστέρων κατάλαβε πόσο είχε αλλάξει τη ζωή του εκείνη η συνάντηση. Ο Μαρκέρ θα τον βοηθούσε ξανά λίγο αργότερα, εξασφαλίζοντας φιλμ 16 χιλιοστών για το έργο που θα γινόταν η «Μάχη της Χιλής».
Ο Γκουσμάν και μια μικρή ομάδα συνεργατών βγήκαν στους δρόμους του Σαντιάγο για να καταγράψουν την πολιτική και κοινωνική σύγκρουση που κλιμακωνόταν. Δεν γνώριζαν ακόμη ότι δημιουργούσαν ένα από τα σημαντικότερα κινηματογραφικά αρχεία της Λατινικής Αμερικής. Η κάμερα κατέγραφε συνελεύσεις, εργοστάσια, διαδηλώσεις, αντιπαραθέσεις, την καθημερινότητα μιας χώρας που έμοιαζε να κινείται όλο και πιο γρήγορα προς τη ρήξη.
Το γύρισμα συνεχίστηκε μέχρι το πραξικόπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1973, όταν οι ένοπλες δυνάμεις ανέτρεψαν την κυβέρνηση του Αλιέντε και ο Πινοσέτ εγκαθίδρυσε τη στρατιωτική δικτατορία που θα διαρκούσε έως το 1990. Ο Γκουσμάν συνελήφθη και κρατήθηκε για περίπου δύο εβδομάδες στο Εθνικό Στάδιο του Σαντιάγο, το οποίο είχε μετατραπεί σε τόπο κράτησης. Εκεί απειλήθηκε επανειλημμένα με εκτέλεση. Μετά την απελευθέρωσή του έφυγε στην εξορία.
Το υλικό της ταινίας έπρεπε επίσης να σωθεί. Οι μπομπίνες φυγαδεύτηκαν από τη Χιλή με τη βοήθεια του Σουηδού πρέσβη Χάραλντ Έντελσταμ, στάλθηκαν με πλοίο στη Στοκχόλμη και από εκεί έφτασαν στην Κούβα, όπου ο Γκουσμάν μπόρεσε να αρχίσει το μοντάζ. Η «Μάχη της Χιλής», συνολικής διάρκειας περίπου πέντε ωρών, ολοκληρώθηκε σε τρία μέρη μεταξύ 1975 και 1979.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη ιστορία μέσα στις εικόνες της. Πίσω από την κάμερα βρισκόταν ο νεαρός εικονολήπτης Χόρχε Μίλερ Σίλβα. Μετά το πραξικόπημα συνέχισε να εργάζεται στη Χιλή. Τον Νοέμβριο του 1974 συνελήφθη μαζί με τη σύντροφό του, την ηθοποιό και κινηματογραφίστρια Κάρμεν Μπουένο. Από τότε παραμένουν εξαφανισμένοι. Έτσι, για τον Γκουσμάν, ακόμη και το υλικό της «Μάχης της Χιλής» δεν ήταν απλώς Ιστορία. Μέσα του υπήρχαν τα βλέμματα και τα χέρια ανθρώπων που η δικτατορία εξαφάνισε.
Οι δύο πρώτες ταινίες της τριλογίας παρουσιάστηκαν στις Κάννες και η «Μάχη της Χιλής» καθιερώθηκε ως έργο αναφοράς του πολιτικού ντοκιμαντέρ. Δεν ήταν μόνο ένα αρχείο της κατάρρευσης μιας δημοκρατίας. Ο Γκουσμάν είχε βρεθεί μέσα στην Ιστορία τη στιγμή που αυτή συνέβαινε και είχε επιστρέψει από εκεί με τις εικόνες της.
Η εξορία δεν απομάκρυνε ποτέ τη Χιλή από το έργο του. Έζησε στην Κούβα, στην Ισπανία και αργότερα στη Γαλλία, αλλά σχεδόν ολόκληρη η φιλμογραφία του συνέχισε να κοιτάζει προς την πατρίδα του. Στο «Στο Όνομα του Θεού» στράφηκε στον ρόλο της Καθολικής Εκκλησίας στα χρόνια της δικτατορίας. Στην «Υπόθεση Πινοσέτ» ακολούθησε τη δικαστική περιπέτεια του πρώην δικτάτορα. Στο «Σαλβαδόρ Αλιέντε», το 2004, επέστρεψε στο πρόσωπο που βρισκόταν στην αρχή όλης αυτής της διαδρομής.
Αλλά ίσως μία από τις πιο αποκαλυπτικές επιστροφές του έγινε το 1997. Περισσότερα από είκοσι χρόνια μετά την εξορία του, γύρισε στο Σαντιάγο αναζητώντας τους ανθρώπους που είχε κινηματογραφήσει στη «Μάχη της Χιλής». Το αποτέλεσμα ήταν η «Χιλή, η επίμονη μνήμη»: μια ταινία όχι μόνο για το τι είχε συμβεί το 1973, αλλά για το τι είχε απομείνει από εκείνο το γεγονός στους ανθρώπους που το έζησαν και στις γενιές που μεγάλωσαν αργότερα.
Για ένα διάστημα, ο ίδιος σκέφτηκε να επιστρέψει οριστικά στη Χιλή. Δεν το έκανε. Χρόνια αργότερα εξηγούσε ότι φοβήθηκε πως δεν θα έβρισκε στη χώρα χρηματοδότηση για τις επόμενες ταινίες του γύρω από τη μνήμη. Η σχέση με την πατρίδα του παρέμενε έτσι παράδοξη: ο Γκουσμάν αφιέρωσε τη ζωή του στη μνήμη της Χιλής, αλλά μεγάλο μέρος αυτού του έργου χρειάστηκε να δημιουργηθεί μακριά της.
Όσο περνούσαν τα χρόνια, το σινεμά του άλλαζε. Η άμεση πολιτική καταγραφή άρχισε να συναντά όλο και πιο έντονα την ποίηση, τη γεωλογία, την αστρονομία, τη φύση. Η Ιστορία δεν υπήρχε πια μόνο σε αρχεία και μαρτυρίες. Βρισκόταν στο χώμα, στο νερό, στα βουνά.
Στο «Νοσταλγώντας το φως», το 2010, μία από τις κορυφαίες ταινίες του, ανέβηκε στην έρημο Ατακάμα. Εκεί, σε ένα από τα καθαρότερα σημεία του πλανήτη για την παρατήρηση του ουρανού, αστρονόμοι κοιτούν δισεκατομμύρια χρόνια πίσω στο σύμπαν, ενώ γυναίκες ψάχνουν στο ξερό χώμα τα λείψανα συγγενών τους που εξαφανίστηκαν στη διάρκεια της δικτατορίας. Το κοσμικό και το πολιτικό, τα άστρα και τα οστά, η επιστήμη και το πένθος χωρούν στην ίδια εικόνα.
Ήταν μια από τις μεγάλες ανακαλύψεις της ύστερης περιόδου του: η γεωγραφία μπορούσε να γίνει αρχείο. Η έρημος κρατούσε τα ίχνη των νεκρών, όπως ο ουρανός κρατούσε το φως άστρων που είχαν πάψει προ πολλού να υπάρχουν. Η μνήμη δεν ήταν πια μόνο ανθρώπινη. Έμοιαζε σχεδόν με φυσικό νόμο.
Πέντε χρόνια αργότερα, στο «Μαργαριταρένιο Κουμπί», κατέβηκε προς τον ωκεανό και την Παταγονία. Το νερό έγινε ο φορέας μιας ακόμη μεγαλύτερης μνήμης: των αυτόχθονων λαών που εξοντώθηκαν, των πολιτικών κρατουμένων, των σωμάτων που εξαφανίστηκαν στη θάλασσα. Το φιλμ κέρδισε την Αργυρή Άρκτο Σεναρίου στο Φεστιβάλ Βερολίνου.
Το 2019, με την «Οροσειρά των Ονείρων», έστρεψε την κάμερα προς τις Άνδεις, τη μεγάλη πέτρινη ραχοκοκαλιά της Χιλής. Ήταν το κλείσιμο μιας άτυπης τριλογίας: έρημος, νερό, βουνό. Τρία τοπία που στα μάτια του Γκουσμάν δεν ήταν ποτέ απλώς τοπία, αλλά αποθήκες Ιστορίας.
Η «Οροσειρά των Ονείρων» κέρδισε το Χρυσό Μάτι στις Κάννες για το καλύτερο ντοκιμαντέρ, εξ ημισείας με το «For Sama», και αργότερα το Γκόγια Καλύτερης Ιβηροαμερικανικής Ταινίας.
Το 2022 επέστρεψε για τελευταία φορά με τη «Φανταστική Χώρα Μου», πάνω στη μεγάλη κοινωνική εξέγερση που ξέσπασε στη Χιλή το 2019. Ύστερα από δεκαετίες ταινιών για ένα παρελθόν που αρνιόταν να περάσει, ο 80χρονος πλέον σκηνοθέτης κοιτούσε αυτή τη φορά νέους ανθρώπους στους δρόμους και μια χώρα που προσπαθούσε να φανταστεί διαφορετικά το μέλλον της.
Το 2023 η Χιλή τού απένειμε το Εθνικό Βραβείο Τεχνών της Παράστασης και Οπτικοακουστικών Τεχνών, μία από τις σημαντικότερες θεσμικές διακρίσεις της χώρας. Ήταν μια αργοπορημένη αναγνώριση για έναν δημιουργό που είχε ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του μακριά από την πατρίδα του και είχε συχνά μιλήσει για τη δυσκολία της Χιλής να κοιτάξει το παρελθόν της.
Ο ίδιος δεν πίστεψε ποτέ σε ένα αποστειρωμένο, δήθεν ουδέτερο ντοκιμαντέρ. Για εκείνον, τη στιγμή που ο κινηματογραφιστής επιλέγει πού θα τοποθετήσει την κάμερα, έχει ήδη πάρει θέση απέναντι στην πραγματικότητα. Το ντοκιμαντέρ έπρεπε να παραμένει ανήσυχο, να μη φοβάται, αλλά και να διατηρεί κινηματογραφική δύναμη. Διαφορετικά, κινδύνευε να καταλήξει απλώς σε πολιτικό φυλλάδιο.
Ίσως γι’ αυτό οι ταινίες του δεν έμειναν εγκλωβισμένες στα γεγονότα που τις γέννησαν. Η δικτατορία έγινε έρημος, το πένθος έγινε ουρανός, η ιστορική μνήμη έγινε νερό και πέτρα. Η πολιτική έγινε τοπίο και το τοπίο ξαναγύρισε στην πολιτική.
«Μια χώρα χωρίς ντοκιμαντέρ είναι σαν μια οικογένεια χωρίς οικογενειακό άλμπουμ», συνήθιζε να λέει.
Ο Πατρίσιο Γκουσμάν πέρασε τη ζωή του φτιάχνοντας αυτό το άλμπουμ για τη Χιλή. Και κυρίως φροντίζοντας να μη λείψουν από μέσα του οι δύσκολες φωτογραφίες.
Με στοιχεία από AFP, Le Monde, El País















