Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Πριν από το AI, ο Μ. Κ. Έσερ είχε ήδη κάνει την πραγματικότητα να μοιάζει ύποπτη


Οι σκάλες του Μ. Κ. Έσερ δεν οδηγούν ποτέ εκεί όπου νομίζεις. Ανεβαίνουν και κατεβαίνουν ταυτόχρονα. Τα κτίριά του μοιάζουν λογικά μέχρι να τα κοιτάξεις για λίγο περισσότερο. Το νερό κυλάει, πέφτει, κινεί έναν μηχανισμό και ύστερα επιστρέφει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε. Οι άνθρωποι περπατούν μέσα σε χώρους που δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν, αλλά το μάτι, για λίγα δευτερόλεπτα, τους πιστεύει.

Αυτό είναι το παράξενο με τον Έσερ: δεν έφτιαχνε απλώς εικόνες που μπερδεύουν το βλέμμα. Έφτιαχνε εικόνες που αποκαλύπτουν πόσο εύκολα το βλέμμα θέλει να εξαπατηθεί.

Η νέα έκθεση «M.C. Escher. The Exhibition», που ανοίγει στο Somerset House του Λονδίνου στις 5 Ιουνίου και θα διαρκέσει έως τις 6 Σεπτεμβρίου, επαναφέρει στο προσκήνιο έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους δημιουργούς του 20ού αιώνα. Περισσότερα από 150 έργα, από χαρακτικά και λιθογραφίες μέχρι σχέδια, εγκαταστάσεις και διαδραστικά στοιχεία, επιχειρούν να δείξουν όχι μόνο τον μάγο των οπτικών ψευδαισθήσεων, αλλά τον καλλιτέχνη που ένωσε με μοναδικό τρόπο την τέχνη, τα μαθηματικά, την αρχιτεκτονική και την pop κουλτούρα.

Πριν από το AI, ο Μ. Κ. Έσερ είχε ήδη κάνει την πραγματικότητα να μοιάζει ύποπτη Facebook Twitter
Στο Magic Mirror του 1946, ο Μ. Κ. Έσερ μετατρέπει ένα επίπεδο μοτίβο σε τρισδιάστατη σκηνή: φτερωτά πλάσματα μοιάζουν να βγαίνουν από την επιφάνεια, να περνούν μέσα από τον καθρέφτη και να επιστρέφουν ξανά ως εικόνα.

Ο Έσερ, γεννημένος στην Ολλανδία το 1898, δεν υπήρξε πρωτοποριακός καλλιτέχνης με τον συνηθισμένο τρόπο. Δεν ήταν σουρεαλιστής, αν και συχνά τον τοποθετούμε εύκολα εκεί. Δεν ήταν κυβιστής, παρότι ανατέμνει τον χώρο με σχεδόν εμμονική ακρίβεια. Ήταν κυρίως ένας εξαιρετικός χαράκτης και σχεδιαστής, ένας παρατηρητής που αντιμετώπιζε την εικόνα σαν μηχανισμό. Εκεί όπου άλλοι έβλεπαν τοπίο, εκείνος έβλεπε δομή. Εκεί όπου άλλοι έβλεπαν ένα κτίριο, εκείνος έβλεπε πιθανότητες κατάρρευσης της προοπτικής.

Η τεχνική του έχει σημασία. Τα έργα του δεν είναι προϊόν γρήγορης φαντασίας ή εύκολου εφέ. Είναι αποτελέσματα υπομονής, ακρίβειας και χειρωνακτικής πειθαρχίας. Στις ξυλογραφίες, στις λιθογραφίες και στα σχέδιά του, η ψευδαίσθηση χτίζεται με σχεδόν ψυχρή καθαρότητα. Δεν υπάρχει τίποτα θολό ή ονειρικό με τη ρομαντική έννοια. Αντίθετα, όλα είναι υπερβολικά καθαρά. Τόσο καθαρά, που αρχίζουν να γίνονται ύποπτα.

Τα ταξίδια του στην Ιταλία και κυρίως η επαφή του με την Αλάμπρα στη Γρανάδα υπήρξαν καθοριστικά. Τα γεωμετρικά μοτίβα του ισλαμικού ανακτόρου, οι επαναλήψεις, οι επιφάνειες που μοιάζουν να μπορούν να συνεχιστούν επ’ άπειρον, άνοιξαν στον Έσερ έναν κόσμο όπου η διακόσμηση γίνεται κοσμολογία. Από εκεί ξεκινά η μεγάλη του εμμονή με τις ψηφιδωτές δομές, τις μεταμορφώσεις, τα σχήματα που γίνονται πουλιά, ψάρια, ερπετά, μορφές που περνούν από το επίπεδο στο τρισδιάστατο και επιστρέφουν ξανά στην επιφάνεια.

Πριν από το AI, ο Μ. Κ. Έσερ είχε ήδη κάνει την πραγματικότητα να μοιάζει ύποπτη Facebook Twitter

Στα πιο διάσημα έργα του, όπως το «Relativity», το «Ascending and Descending», το «Belvedere» και το «Waterfall», ο χώρος παύει να είναι αξιόπιστος. Ένα κτίριο μπορεί να υπακούει σε δύο προοπτικές ταυτόχρονα. Μια σκάλα μπορεί να γυρίζει ασταμάτητα στον εαυτό της.

Ένα χέρι μπορεί να σχεδιάζει το άλλο χέρι που το σχεδιάζει. Στο «Hand with Reflecting Sphere», ο ίδιος ο Έσερ εμφανίζεται μέσα σε μια γυάλινη σφαίρα, με το δωμάτιο γύρω του να παραμορφώνεται σαν να έχει συμπιεστεί σε έναν μικρό, τέλειο πλανήτη.Η γοητεία του βρίσκεται ακριβώς εκεί: στην αίσθηση ότι όλα είναι σωστά και λάθος την ίδια στιγμή.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Έσερ αγαπήθηκε τόσο από μαθηματικούς, φυσικούς, αρχιτέκτονες, σχεδιαστές, κινηματογραφιστές και μουσικούς. Ο Ρότζερ Πένροου είδε στα έργα του έναν γεωμετρικό οραματιστή, ενώ ο Ντάγκλας Χόφσταντερ τον έκανε, μαζί με τον Γκέντελ και τον Μπαχ, μέρος ενός από τα πιο διάσημα βιβλία για τη συνείδηση, τη λογική και τους παράξενους βρόχους της σκέψης.

Ο Έσερ έγινε ο σπάνιος καλλιτέχνης που μπορούσε να περάσει με την ίδια άνεση από το μουσείο στο πανεπιστήμιο, από το εργαστήριο της γεωμετρίας στο φοιτητικό δωμάτιο, από την ιστορία της χαρακτικής στην ψυχεδελική αφίσα.

Πριν από το AI, ο Μ. Κ. Έσερ είχε ήδη κάνει την πραγματικότητα να μοιάζει ύποπτη Facebook Twitter
Στο Relativity του 1953, οι σκάλες οδηγούν προς όλες τις κατευθύνσεις ταυτόχρονα, δημιουργώντας έναν από τους πιο διάσημους αδύνατους χώρους της ιστορίας της τέχνης.

Η ψυχεδελική κουλτούρα των 60s βρήκε στον Έσερ έναν πρόγονο της δικής της εμπειρίας: κόσμους που ανοίγουν μέσα σε κόσμους, εικόνες που αναδιπλώνονται, πραγματικότητες που δεν έχουν μία μόνο είσοδο. Από τα εξώφυλλα δίσκων μέχρι τα videogames, από το «Labyrinth» και το «Inception» μέχρι τη σύγχρονη immersive αισθητική, η επιρροή του Έσερ ξεπερνά κατά πολύ τα μουσεία. Το έργο του έγινε ένα είδος παγκόσμιας οπτικής γλώσσας για το αδύνατο.

Όλοι αναγνωρίζουμε έναν «εσερικό» χώρο, ακόμη κι αν δεν ξέρουμε πάντα από πού προέρχεται: μια σκάλα που δεν τελειώνει, ένα δωμάτιο που γυρίζει ανάποδα, μια εικόνα που καταργεί τον ασφαλή προσανατολισμό. Το εσερικό δεν είναι μόνο στυλ. Είναι μια κατάσταση: η στιγμή όπου ο κόσμος μοιάζει να λειτουργεί, αλλά κάτι μέσα του έχει στραβώσει.

Αυτό κάνει τη νέα λονδρέζικη έκθεση κάτι περισσότερο από art event. Ο Έσερ επιστρέφει σε μια εποχή που μοιάζει παράξενα δική του.

Ζούμε μέσα σε εικόνες που δεν εμπιστευόμαστε πια. Ξέρουμε ότι κάθε φωτογραφία μπορεί να έχει πειραχτεί, κάθε πρόσωπο μπορεί να έχει παραχθεί, κάθε χώρος μπορεί να έχει στηθεί, κάθε οπτική βεβαιότητα μπορεί να είναι αποτέλεσμα τεχνολογίας, φίλτρου, αλγορίθμου ή τεχνητής νοημοσύνης. Η πραγματικότητα δεν εξαφανίστηκε, αλλά η σχέση μας μαζί της έγινε πιο νευρική. Πιστεύουμε και δυσπιστούμε ταυτόχρονα. Κοιτάμε και ελέγχουμε. Θαυμάζουμε και υποψιαζόμαστε.

Πριν από το AI, ο Μ. Κ. Έσερ είχε ήδη κάνει την πραγματικότητα να μοιάζει ύποπτη Facebook Twitter
Το Ascending and Descending και το Hand with Reflecting Sphere δείχνουν δύο από τις βασικές εμμονές του Μ. Κ. Έσερ: τον αδύνατο χώρο και το βλέμμα που επιστρέφει στον εαυτό του.
PHOTO CREDIT

Ο Έσερ το είχε καταλάβει πολύ πριν από το Photoshop, το AI και τα ψηφιακά metaverse. Όχι τεχνολογικά, αλλά φιλοσοφικά. Κατάλαβε ότι η εικόνα δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Ότι η προοπτική δεν είναι απλώς τεχνική. Είναι τρόπος να οργανώνεις τον κόσμο. Και ότι, αν αλλάξεις ελάχιστα τους κανόνες της, όλη η πραγματικότητα αρχίζει να τρίζει.

Αυτός είναι και ο λόγος που το έργο του παραμένει τόσο δημοφιλές. Δεν ζητά από τον θεατή να γνωρίζει θεωρία. Δεν απαιτεί ειδική πρόσβαση στην ιστορία της τέχνης. Σε πιάνει από το πιο απλό σημείο: από το βλέμμα. Κοίτα αυτό. Τώρα κοίτα το ξανά. Τώρα δες ότι αυτό που πίστεψες δεν στέκει. Και όμως, ακόμη το βλέπεις.

Ίσως γι’ αυτό τα έργα του δεν γερνούν. Δεν είναι μόνο έξυπνα. Είναι ανήσυχα. Δεν μας δείχνουν απλώς αδύνατους κόσμους. Μας θυμίζουν ότι και ο δικός μας κόσμος στηρίζεται σε συμβάσεις που έχουμε μάθει να θεωρούμε φυσικές. Πάνω, κάτω, μέσα, έξω, αρχή, τέλος, αλήθεια, ψευδαίσθηση: όλα μοιάζουν σταθερά μέχρι η εικόνα να τα μετακινήσει.

Πριν από το AI, ο Μ. Κ. Έσερ είχε ήδη κάνει την πραγματικότητα να μοιάζει ύποπτη Facebook Twitter
Το Rind του 1955 δείχνει την εμμονή του Έσερ με τη μεταμόρφωση της επιφάνειας: μια μορφή μοιάζει να ξετυλίγεται στον αέρα, ανάμεσα σε σώμα, γραμμή και καθαρή γεωμετρία.

Στο τέλος, ο Έσερ δεν είναι απλώς ο καλλιτέχνης των αδύνατων σκαλιών. Είναι ο καλλιτέχνης που έκανε δημοφιλή μια βαθιά μοντέρνα υποψία: ότι η πραγματικότητα μπορεί να είναι πειστική και αδύνατη την ίδια στιγμή.

Και αυτό, σήμερα, ακούγεται λιγότερο σαν οπτικό παιχνίδι και περισσότερο σαν καθημερινή εμπειρία.

με στοιχεία από τον Guardian



Πηγή: www.lifo.gr