Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Πρώτες εντυπώσεις από την «Άλκηστη» του Καραντζά στην Επίδαυρο


Εφτασα στην Επίδαυρο όντας σίγουρη πως εγώ την ξέρω την «΄Αλκηστη» του Ευριπίδη. Αυτή δεν είναι που πριν λίγα μόλις χρόνια, το 2017 δεν ήταν, την είχα ξαναναδεί από το Εθνικό Θέατρο σε μια παράσταση της Κατερίνας Ευαγγελάτου, που είχα λατρέψει, γιατί ήταν ένα απολαυστικό χαστούκι στα μούτρα του Αδμητου; Ε, λοιπόν, πήρα το Σάββατο ένα μεγάλο μάθημα, ότι τίποτα στην τέχνη δεν είναι σίγουρο, δεδομένο, ακόμα κι αν με τις ίδιες λέξεις, τα ίδια κείμενα, τις ίδιες ιστορίες παλεύουν σκηνοθέτες, ηθοποιοί, θεατές. Διότι ο Δημήτρης Καραντζάς με μια απολύτως μελετημένη κίνηση, ακόμα και με τον κίνδυνο να μας γίνει βαρετός και δυσάρεστος, ανέτρεψε  αγαπημένα αντανακλαστικά της εποχής, που τα θέλει όλα να δηλώνονται, να κραυγάζονται, να μπαίνουν κάτω από ταμπέλες.  

Μα πώς είναι δυνατόν να βλέπουμε αυτόν τον γελοίο τον Αδμητο να δέχεται να πάει αντι γι’ αυτόν στον Κάτω Κόσμο η γυναίκα του, η Αλκηστη, να τον ακούμε να θρηνεί και να χτυπιέται  και ο σκηνοθέτης, δηλαδή ο Καραντζάς, να μην αφήνει έστω λίγη ειρωνία, λίγο σχόλιο, λίγο φτύσιμο να εισβάλλει στη σκηνή; Γιατί όλα πάνω στο πελώριο, επικλινές, γεμάτο καταπακτές και άλλα που δεν καταλάβαινα, σκηνικό, ένα κι ένα για συναυλία των Ρόλινγκ Στόουνς, κυλούσαν  με τόση χάρη, ευγένεια, συγκίνηση και  στόμφο περασμένων δεκαετιών ενώ εγώ μέσα μου έβραζα; Πόσο αντέχει ο σημερινός θεατής να βλέπει μια γυναίκα να εξαφανίζεται στον Αδη για τον νάρκισσο άνδρα της; Στους παλιούς Αθηναίους  φαντάζομαι  θά ‘ταν  ευκολάκι.

Ο Δημήτρης Καραντζάς με μια απολύτως μελετημένη κίνηση, ακόμα και με τον κίνδυνο να μας γίνει βαρετός και δυσάρεστος, ανέτρεψε  αγαπημένα αντανακλαστικά της εποχής, που τα θέλει όλα να δηλώνονται, να κραυγάζονται, να μπαίνουν κάτω από ταμπέλες

Ε, λοιπόν, ο διαολεμένος Καραντζάς χωρίς να βιάζεται, χωρίς να καπελώνει, χωρίς  να  υπογραμμίζει, ακολουθώντας πάντα το κείμενο του Ευριπίδη, έφερε τα πάνω κάτω με δυο-τρείς ιδιοφυείς σκηνοθετικές κινήσεις. Ναι, ο Αδμητος (Γιάννης Νιάρρος) είναι ένα καθικάκι, που στέλνει την γυναίκα του στον θάνατο, του το λέει και ο ίδιος του ο πατέρας, ο Φέρης (Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης). Αρχίζουμε και το διακρίνουμε επιτέλους,  με λεπτές, βέβαια, αποχρώσεις στην ερμηνεία του πολύ καλού ηθοποιού. Ναι, το πένθος στο παλάτι για την Αλκηστη φεύγει από την υποκριτική καλολογία του πρώτου μέρους (και της υπηρέτριας Δήμητρας Βλαγκοπούλου) γιατί έφτασε ο Ηρακλής (καταπληκτικός ο Γιώργος Ζυγούρης) με τα μεθύσια και τα γλέντια του, την βλακεία και την μεγάλη του καρδιά, έτοιμος να πάει για χάρη του φίλου του, του Αδμητου, στον κάτω κόσμο, να αρπάξει την Αλκηστη, να τη φορτώσει στον ώμο του σαν νάναι κανά τσουβάλι με πατατες, και να του την πετάξει στα πόδια, να την κάνει ο,τι θέλει.

Ο Ευριπίδης κεντάει. Τραβάει όλες τις κλωστές της σύμβασης του γάμου Αδμητου-Αλκηστης , που τόσο  σεβάστηκε στην αρχή του έργου του.  Ουτε γυναικεία αγάπη και αυτοθυσία, ούτε ανδρική ευγνωμοσύνη και αιώνια πίστη. Η Αλκηστη γυρνάει από τη χώρα των νεκρών, αμίλητη, άσκεπη, ο Καραντζάς δεν την καλύπτει με πέπλο, θέλει την ηρωίδα του να είναι πιά παρούσα, σοφή, αμείλικτη. Τα ακούει και τα βλέπει όλα να γίνονται –αυτά που φοβόταν όταν θρηνούσε αποχαιρετώντας το νυφικό της κρεβάτι, που κάποια άλλη γυναίκα γρήγορα θα χαιρόταν (η Ηρώ Μπέζου, όπως, παντα έξοχη).     

Ένα μόνο δεν κατάλαβα από την πανέξυπνη, εκλεπτυσμένη, αλλά και γεμάτη ζωή και ρυθμούς και χιούμορ παράσταση του Καραντζά με αυτόν τον καταπληκτικό θίασο (μέσα, φυσικά και οι Κώστας Νικούλι και Αινείας Τσαμάτης), που το κοινό του Σαββάτου χειροκρότησε με πάθος –ειχε γεμίσει και το θέατρο).  Γιατι ο Θάνατος (Θεοδώρα Τζημου) είπε αυτές τις μελούρες στο τέλος (και ήταν άραγε στίχοι του Ευριπιδη;) και γιατί καθόταν όλη  την ώρα της παράστασης ακούνητη και αμίλητη στο μπροστινό μέρος της ορχήστρας πάνω και μέσα σε ένα γιγαντιαίο φόρεμα, σαν άλλη Μπιόρκ;



Πηγή: www.lifo.gr