Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις αυτό που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ


Η ντροπή δεν πέθανε.

Απλώς έκανε ballsmaxing.

Έβαλε καλύτερα ρούχα, έμαθε να μιλά για συμπερίληψη,
άνοιξε λογαριασμό στο Instagram, πήγε σε μουσεία,
απέκτησε πολιτισμικές ανησυχίες και άρχισε να λέει «δεν έχω πρόβλημα, αλλά».

 

 

Στη νέα ΟΑΣΗ, ένας queer κώλος συγκρούεται με τη στρέιτ ελληναρία, τα φαντάσματα της gay πορνογραφίας αρνούνται να γίνουν απλό περιεχόμενο, η Jerry Gogosian μετατρέπει την αγορά της τέχνης σε meme και ο Douglas Stuart θυμίζει ότι η επιτυχία είναι απλώς ένας πολύ ακριβός τρόπος να κουβαλάς τους νεκρούς σου.


Οι ανοχύρωτοι κώλοι της στρέιτ ελληναρίας

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Η στρέιτ ελληναρία έχει τους θεσμούς, τη γλώσσα, την οικογένεια και τον δημόσιο χώρο με το μέρος της κι όμως παριστάνει ότι απειλείται από ένα Pride. Ένα κείμενο για το σώμα, τη ντροπή και τους ανθρώπους που δεν θέλουν πια να γίνουν πιο ευπρεπείς για να τους αντέξει η χώρα.
 

Ο δικός μου κώλος έμαθε πολύ νωρίς ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται πάντα να σε χτυπήσει για να σε εκπαιδεύσει. Μερικές φορές αρκεί να σε κοιτάξει. Να σε κοιτάξει στο σχολείο, στο λεωφορείο, στο οικογενειακό τραπέζι, στη γειτονιά, στο φανάρι, στο καφενείο, στην παραλία, στο γραφείο, στο σχόλιο που πετιέται σαν αστείο και μετά μένει πάνω σου σαν σημάδι. Να σε κοιτάξει με εκείνο το ελληνικό βλέμμα που δεν χρειάζεται να πει «πούστη» για να το εννοήσει. Που σου μαθαίνει από νωρίς να μετράς κινήσεις, να χαμηλώνεις φωνή, να μαζεύεις καρπούς, να αλλάζεις περπάτημα, να ελέγχεις το γέλιο σου, να μη θηλυπρεπίζεις πολύ, να μη φαίνεσαι πολύ, να μην είσαι τόσο όσο είσαι.

Γι’ αυτό με διασκεδάζει και με εξοργίζει μαζί το μεγάλο ελληνικό ψέμα ότι η στρέιτ κανονικότητα απειλείται. Απειλείται από τι ακριβώς; Από ένα Pride. Από μια σημαία. Από ένα τακούνι. Από ένα drag show. Από ένα φιλί στην πλατεία. Από ένα τρανς σώμα που δεν ζητά συγγνώμη. Από μια παρέλαση που, για λίγες ώρες τον Ιούνιο, διαταράσσει την πολύ βολική πεποίθηση ότι οι ΛΟΑΤΚΙ+ άνθρωποι μπορούμε να υπάρχουμε αρκεί να υπάρχουμε διακριτικά.

Η στρέιτ Ελλάδα έχει όλα τα τείχη και παριστάνει την πολιορκημένη. Έχει τους θεσμούς, τη γλώσσα, τα σχολικά παραδείγματα, τα οικογενειακά τραπέζια, τις ευχές των γιαγιάδων, τις εκκλησίες, τα πάνελ, τις πολυκατοικίες, τα βαφτίσια, τους γάμους, τις ατάκες των θείων, τις αγγελίες εργασίας, τα βλέμματα των αφεντικών, τα «πότε θα νοικοκυρευτείς;», τα «μην προκαλείς», τα «δεν έχουμε πρόβλημα, αλλά». Έχει τον τρόπο με τον οποίο ορίζεται το φυσιολογικό πριν καν ανοίξεις το στόμα σου. Έχει το δικαίωμα να είναι χυδαία, κουραστική, βίαιη, μέτρια, κακόγουστη, επιθετική, γελοία, και παρ’ όλα αυτά να θεωρείται απλώς ζωή. Και τώρα συμπεριφέρεται σαν να την καταδιώκει ένα σώμα με glitter.

Ας το πούμε λοιπόν καθαρά. Ιστορικά ανοχύρωτος ήταν ο δικός μας κώλος. Όχι ο δικός της. Ο queer κώλος ήταν αυτός που μπορούσε να γίνει αστείο, στόχος, βρισιά, απειλή, φαντασίωση, τιμωρία, σχολικός εκφοβισμός, οικογενειακή ντροπή, αστυνομικός έλεγχος, τηλεοπτική καρικατούρα, θρησκευτική αμαρτία, ιατρικό πρόβλημα, κοινωνική εξαίρεση. Ο δικός μας κώλος έμαθε να κυκλοφορεί με ραντάρ. Να μετράει απόσταση. Να ξέρει πότε ένας δρόμος είναι απλώς δρόμος και πότε γίνεται πιθανή σκηνή εξευτελισμού. Και τώρα, επειδή μια φορά τον χρόνο κάποιοι βγαίνουν στον δρόμο με μουσική, χρώμα, σώμα, θυμό, χαρά, drag, ατέλεια, γυμνό, συνθήματα και κακή αισθητική, η στρέιτ ελληναρία συμπεριφέρεται σαν να της κατέλαβαν την πατρίδα.

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Φέτος η εικόνα είναι σχεδόν υπερβολικά καθαρή. Από τη μία, το Athens Pride επιστρέφει στο Σύνταγμα με σύνθημα «Σε αφορά». Από την άλλη, στη Θεσσαλονίκη κυκλοφορεί κάλεσμα για συγκέντρωση στο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, με σύνθημα «Σεβασμός στην παραδοσιακή οικογένεια – Όχι στα Gaypride». Δεν θα μπορούσε να είναι πιο ελληνικό ακόμη κι αν το τύλιγαν σε λαδόκολλα μετά τον εκκλησιασμό. Παραδοσιακή οικογένεια. Όχι στα Gaypride. Άγαλμα Μεγάλου Αλεξάνδρου. Θεσσαλονίκη. Πατρίδα, πίστη, αρρενωπότητα, ιστορία, οικογένεια, δημόσιος χώρος. Όλα μαζί, σαν μικρό θεατρικό της ελληνικής υποκρισίας. Όλα έτοιμα να σταθούν απέναντι σε εκείνη τη λέξη που ενοχλεί τόσο πολύ: υπερηφάνεια.

Γιατί αυτό είναι το Pride πριν γίνει οτιδήποτε άλλο. Όχι πάρτι. Όχι φιέστα. Όχι καρναβάλι. Όχι τουριστική εικόνα με μουσική. Είναι η δημόσια άρνηση της ντροπής. Και σε μια κοινωνία που εκπαίδευσε γενιές queer ανθρώπων να επιβιώνουν ως ντροπή, αυτό είναι αληθινά απειλητικό.

Το θέμα όμως δεν είναι μόνο οι φανερά ομοφοβικοί. Αυτοί είναι σχεδόν εύκολοι. Φωνάζουν «όχι στα Gaypride», βάζουν μπροστά παιδιά, αγίους, σημαίες, Μεγάλους Αλεξάνδρους, και η δουλειά της αποκωδικοποίησης τελειώνει γρήγορα. Το μήνυμα είναι στη βιτρίνα. Το πιο ενδιαφέρον, και ίσως το πιο επικίνδυνο, είναι η δεύτερη ζώνη δυσφορίας. Η ζώνη του «είμαι υπέρ, αλλά». Είμαι υπέρ των δικαιωμάτων, αλλά όχι έτσι. Είμαι υπέρ της ισότητας, αλλά όχι με τόση υπερβολή. Είμαι υπέρ των γκέι, αλλά όχι με δωδεκάποντα. Είμαι υπέρ, αλλά όχι γυμνοί. Είμαι υπέρ, αλλά όχι μπροστά στα παιδιά. Είμαι υπέρ, αλλά μήπως χάνεται το μήνυμα; Είμαι υπέρ, αλλά μήπως το Pride γκετοποιεί την κοινότητα;

Αυτό το «αλλά» είναι ένα από τα πιο επιτυχημένα πλυντήρια της ελληνικής δημόσιας ζωής. Βάζεις μέσα την ενόχλησή σου με το queer σώμα και τη βγάζεις έξω ως προβληματισμό. Βάζεις μέσα την αμηχανία σου με τη θηλυπρέπεια και τη βγάζεις έξω ως αισθητική παρατήρηση. Βάζεις μέσα τη δυσφορία σου με το τρανς πρόσωπο και τη βγάζεις έξω ως αγωνία για το μήνυμα. Βάζεις μέσα την ανάγκη σου να υπάρξει ένας «σωστός» γκέι που δεν θα σε δυσκολεύει και τη βγάζεις έξω ως υπεράσπιση της κοινότητας.

Κάπως έτσι, η ομοφοβία αλλάζει ρούχα. Δεν φορά πάντα ράσο, περικεφαλαία ή ελληνική σημαία. Μερικές φορές φοράει ωραία ελληνικά, τηλεοπτική ψυχραιμία, lifestyle ύφος, δήθεν κοινή λογική και ένα μικρό χαμόγελο αποδοχής. Δεν λέει «δεν σε θέλω». Λέει «σε θέλω αλλιώς». Πιο ήσυχο. Πιο κομψό. Πιο κανονικό. Πιο κοντά σε αυτό που η πλειοψηφία μπορεί να καταναλώσει χωρίς να ιδρώσει.

Η queer επιθυμία, ειδικά στην Ελλάδα, πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι έχει καλή αισθητική. Η στρέιτ επιθυμία μπορεί να είναι χυδαία, βίαιη, ατημέλητη, πατριαρχική, φτηνή, επιδεικτική, κακόγουστη, γελοία, και πάλι να θεωρείται φυσική. Η queer επιθυμία πρέπει να περάσει από επιτροπή γούστου. Να εξηγήσει γιατί φαίνεται έτσι. Γιατί φωνάζει έτσι. Γιατί χορεύει έτσι. Γιατί ντύθηκε έτσι. Γιατί δεν μπορεί να διεκδικήσει χωρίς να ενοχλήσει.

Αυτό είναι το υποδεκάμετρο. Της οικογένειας, της θρησκείας, της πατρίδας. Το υποδεκάμετρο του «εγώ δεν έχω πρόβλημα, αλλά» και του «τι θα πούμε στα παιδιά;». Και στο τέλος, το υποδεκάμετρο της gay αξιοπρέπειας που έχει σχεδιαστεί για να καθησυχάζει τους straight.

Ξέρω καλά αυτή τη φιγούρα. Τον «σωστό γκέι». Δεν είναι πάντα εχθρός. Αυτό είναι που τον κάνει πιο σύνθετο. Μπορεί να είναι μορφωμένος, κοσμικός, προοδευτικός, δημοσιογραφικός, καλλιεργημένος, με πραγματική υποστήριξη σε ορισμένα δικαιώματα. Μπορεί να έχει πληρώσει κι αυτός το τίμημα της ντροπής. Μπορεί να έμαθε πολύ νωρίς ότι για να επιβιώσει πρέπει να αποδείξει πως δεν είναι σαν τους άλλους. Δεν είναι σαν τις κραγμένες, σαν τις drag, σαν τις τρανς που φωνάζουν. Δεν είναι σαν εκείνους που δυσκολεύουν την εικόνα. Και κάποια στιγμή αυτό το «δεν είμαι σαν αυτούς» γίνεται δημόσια θέση. Γίνεται άρθρο. Γίνεται τηλεοπτικό σχόλιο. Γίνεται podcast άποψη. Γίνεται το πιο χρήσιμο άλλοθι της πλειοψηφίας
 

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Γιατί όταν ένας straight λέει «το Pride είναι υπερβολικό», ξέρεις περίπου με τι έχεις να κάνεις. Όταν όμως ένας γκέι με βήμα λέει «υπάρχουν άνθρωποι που δεν εκφράζονται από τα Pride», «κάποιες εικόνες γκετοποιούν την κοινότητα», «τόσο glitter δεν βοηθά», τότε η πλειοψηφία ανακουφίζεται. Δεν χρειάζεται πια να νιώθει ομοφοβική. Της το είπε ένας από μέσα. Μπορεί να συνεχίσει να ενοχλείται, αλλά τώρα η ενόχλησή της έχει πιστοποιητικό εσωτερικής αυθεντικότητας.

Αυτό είναι που με θυμώνει. Όχι επειδή δεν επιτρέπεται σε έναν γκέι να έχει κριτική για το Pride. Φυσικά και επιτρέπεται. Δεν είμαστε στρατός, ούτε εκκλησία, ούτε κόμμα. Κανένα Pride δεν είναι υπεράνω κριτικής. Υπάρχουν απολύτως αναγκαίες συζητήσεις για το corporate pinkwashing, για την εμπορευματοποίηση, για το αν οι πιο ευάλωτοι άνθρωποι της κοινότητας μένουν πάλι στο περιθώριο, για το αν τα Pride έγιναν πολύ ασφαλή για τους χορηγούς και όχι αρκετά ασφαλή για τις τρανς, τους φτωχούς, τους μετανάστες, τους σεξεργάτες, τους ανάπηρους, τους ηλικιωμένους queer ανθρώπους. Αυτή η κριτική είναι ζωτική.

Αλλά δεν είναι αυτή η κριτική που ακούμε συνήθως στα πάνελ. Αυτό που ακούμε είναι κάτι πολύ πιο φτωχό: δεν μου αρέσει η εικόνα. Δεν μου αρέσει το γυμνό. Δεν μου αρέσει να το βλέπουν τα παιδιά. Δεν μου αρέσει που έτσι δίνετε δικαιώματα στους ομοφοβικούς να σας χτυπούν.

Αυτό το τελευταίο είναι από τα πιο ύπουλα. Η ιδέα ότι η queer υπερβολή ευθύνεται για την ομοφοβία. Ότι αν ήμασταν πιο ήσυχοι, πιο κομψοί, πιο οικογενειακοί, πιο καλοντυμένοι, πιο λίγο «κραγμένοι», η κοινωνία θα μας δεχόταν ευκολότερα. Λες και η ομοφοβία γεννήθηκε επειδή κάποιος φόρεσε τακούνια στην πλατεία. Λες και οι queer άνθρωποι δεν στοχοποιούνταν και όταν δεν υπήρχαν Pride. Λες και η ντροπή δεν προηγήθηκε του glitter.

Η εσωτερικευμένη ομοφοβία δεν εμφανίζεται πάντα ως ντροπή. Μερικές φορές εμφανίζεται ως γούστο. Δεν λέει πάντα «μισώ αυτό που είμαι». Λέει «εγώ δεν είμαι σαν αυτούς». Δεν λέει «θέλω η πλειοψηφία να με δεχτεί επειδή έμαθα να της μοιάζω». Λέει «πρέπει να περάσουμε το σωστό μήνυμα».

Αλλά το Pride δεν είναι παρουσίαση PowerPoint προς την πλειοψηφία. Δεν είναι αίτηση ένταξης στην κανονικότητα με επισυναπτόμενη καλή συμπεριφορά. Δεν είναι η ευγενική μας προσπάθεια να πείσουμε τους καλούς ανθρώπους ότι, κατά βάθος, είμαστε κι εμείς σαν αυτούς.

Το Pride είναι και υπερβολή, ακριβώς επειδή η επιβίωση υπήρξε υπερβολικά δύσκολη. Είναι και θόρυβος, επειδή η σιωπή υπήρξε υπερβολικά μακρά. Είναι και σώμα, επειδή το σώμα υπήρξε το πεδίο της ντροπής. Είναι και χαρά, επειδή η χαρά υπήρξε κλεμμένη. Είναι και κακή αισθητική μερικές φορές, επειδή η ελευθερία δεν οφείλει να είναι curated. Η δημοκρατία δεν είναι γκαλερί λευκού κύβου. Δεν καθαρίζει τα σώματα πριν τα αφήσει να φανούν.

Και ίσως αυτό ενοχλεί περισσότερο απ’ όλα. Ότι το Pride δίνει χώρο και σε εικόνες που δεν περνούν από το φίλτρο της καλής ελληνικής αποδοχής. Δεν σου προσφέρει μόνο τον γκέι γιατρό, τον παντρεμένο δικηγόρο, το καλοντυμένο ζευγάρι, την τρυφερή οικογένεια που μπορεί να μπει σε δελτίο ειδήσεων χωρίς να ταραχτεί κανείς. Σου δίνει και την κραγμένη. Σου δίνει το τρανς σώμα που δεν έχει πια υπομονή. Σου δίνει το παιδί με το make-up που δεν θέλει να περιμένει μέχρι τα τριάντα του για να αναπνεύσει. Σου δίνει τη drag queen που γνωρίζει ότι η υπερβολή της είναι πιο τίμια από τη δική σου ευπρέπεια. Σου δίνει τον άνθρωπο που δεν μπορεί και δεν θέλει να γίνει εκπαιδευτικό φυλλάδιο για να τον συμπαθήσεις.

Το Pride ενοχλεί γιατί δεν ζητά συμπάθεια. Ζητά χώρο. Και ο χώρος είναι πάντα πολιτικός. Γι’ αυτό έχει σημασία ότι τα αντι-Pride καλέσματα διαλέγουν αγάλματα, πλατείες, εθνικά σύμβολα. Γι’ αυτό έχει σημασία ότι το Athens Pride γίνεται στο Σύνταγμα. Δεν μιλάμε μόνο για αισθητικές. Μιλάμε για δημόσια κυριαρχία. Για το ποιος δικαιούται να φαίνεται στο κέντρο. Ποιος δικαιούται να συνδεθεί με την πόλη. Ποιος έχει δικαίωμα να πει «αυτή η χώρα είναι και δική μου».
 

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Η παραδοσιακή οικογένεια, όπως επιστρατεύεται κάθε φορά απέναντι σε κάτι queer, δεν είναι απλώς μια μορφή ζωής. Είναι σύνορο. Είναι τρόπος να ειπωθεί ποιος ανήκει και ποιος όχι. Ποιος είναι φυσικός και ποιος εισβολέας. Ποιος είναι παιδί της πατρίδας και ποιος απειλή για τα παιδιά της. Ποιος μπορεί να κάνει λάθη και να παραμένει κανονικός, και ποιος πρέπει να είναι τέλειος για να γίνει ανεκτός.

Εδώ βρίσκεται η βαθιά ελληνική υποκρισία. Η ίδια κοινωνία που θυμάται την παραδοσιακή οικογένεια κάθε φορά που εμφανίζεται ένα Pride, δεν δείχνει την ίδια λύσσα όταν η οικογένεια γίνεται τόπος βίας. Δεν στήνει πορείες με την ίδια ένταση για τα παιδιά που κακοποιούνται μέσα στο σπίτι, για τις γυναίκες που δολοφονούνται από συντρόφους και συζύγους, για τους ανθρώπους που συνθλίβονται από οικογενειακές σιωπές, για τους εφήβους που μεγαλώνουν με την απειλή «μη μας ντροπιάσεις». Η παραδοσιακή οικογένεια εμφανίζεται ως ιερό μόνο όταν χρειάζεται να αντιπαρατεθεί σε κάτι queer. Τον υπόλοιπο χρόνο μπορεί να είναι κόλαση, και πάλι θα τη λέμε σπίτι.

Το Pride δεν απειλεί την οικογένεια. Απειλεί το μονοπώλιο της οικογένειας να ορίζει ποια ζωή αξίζει να είναι ορατή. Δεν απειλεί τα παιδιά. Απειλεί το δικαίωμα των μεγάλων να λένε ψέματα στα παιδιά. Δεν απειλεί τη θρησκεία. Απειλεί τη χρήση της θρησκείας ως αστυνομίας φύλου και επιθυμίας. Δεν απειλεί την κοινωνία. Απειλεί την ιδέα ότι η κοινωνία είναι μόνο οι άνθρωποι που ήδη ένιωθαν άνετα μέσα της.

Γι’ αυτό και η κουβέντα περί «πρόκλησης» είναι τόσο φτηνή. Πρόκληση είναι να ζητάς από κάποιον να περάσει τη ζωή του κρυμμένος για να μη χαλάσει το βλέμμα σου. Πρόκληση είναι να θεωρείς φυσική τη δική σου δημόσια επιθυμία και απειλητική τη δική μου. Πρόκληση είναι να έχεις όλα τα δικαιώματα, όλες τις λέξεις, όλα τα τραπέζια, όλες τις ευλογίες, και να παριστάνεις ότι σε καταπιέζει ένα Pride.

Δεν γράφω αυτά επειδή θεωρώ το Pride τέλειο. Δεν είναι. Δεν χρειάζεται να είναι. Κανένας θεσμός ορατότητας δεν είναι αθώος. Κανένα φεστιβάλ δεν σώζει από μόνο του μια κοινότητα. Καμία σημαία δεν χωρά όλες τις ζωές που λέει ότι εκπροσωπεί. Αλλά υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην κριτική που ζητά να χωρέσουν περισσότεροι και στην κριτική που ζητά να φαίνονται λιγότεροι. Η πρώτη ρωτά: ποιοι λείπουν; Η δεύτερη ρωτά: γιατί φαίνεστε έτσι; Η πρώτη ρωτά: ποιοι μένουν απροστάτευτοι; Η δεύτερη ρωτά: τι θα πει ο κόσμος; Η πρώτη ρωτά: πώς το Pride θα γίνει λιγότερο εταιρικό, λιγότερο ταξικό, λιγότερο λευκό, λιγότερο cis, λιγότερο ακίνδυνο; Η δεύτερη ρωτά: γίνεται να έχει λιγότερο glitter;

Ε, όχι. Δεν είναι το ίδιο. Όποιος θέλει Pride χωρίς υπερβολή, χωρίς drag, χωρίς γυμνό, χωρίς θηλυπρέπεια, χωρίς τρανς αμηχανία, χωρίς κακή αισθητική, χωρίς φωνές, χωρίς σώμα, ας είναι ειλικρινής. Δεν θέλει καλύτερο Pride. Θέλει Pride χωρίς Pride. Θέλει δικαιώματα χωρίς ιστορία. Θέλει ισότητα χωρίς μνήμη. Θέλει ορατότητα χωρίς ορατούς. Θέλει ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπους, αρκεί να μην κουβαλούν πάνω τους όσα η κοινωνία τούς έκανε.
 

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter


 

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η “υπερβολή” του Pride. Το πρόβλημα είναι ότι η ελληνική ανοχή έχει ακόμα dress code. Και κάθε φορά που οι queer άνθρωποι βγαίνουν στον δρόμο χωρίς να το φορούν, αποκαλύπτεται πόσο λίγο μας ήθελαν ελεύθερους και πόσο πολύ μας ήθελαν απλώς ευπρεπείς.

Το Pride δεν είναι ευπρεπής ευγνωμοσύνη. Είναι δημόσια ζωή. Και η δημόσια ζωή, όταν επιστρέφει σε σώματα που για χρόνια έμαθαν να επιβιώνουν σαν στόχοι, δεν έρχεται πάντα σιωπηλή. Έρχεται με μουσική. Με φωνή. Με τακούνι. Με λάμψη. Με ασχήμια. Με μνήμη. Με πείσμα. Με ανθρώπους που δεν έχουν πια καμία διάθεση να αποδείξουν ότι αξίζουν, φορώντας το σωστό ρούχο για να τους ανεχτούν.

Αν αυτό σας φαίνεται υπερβολικό, ίσως αυτό ακριβώς είναι το σημείο. Δεν φοβάστε την υπερβολή. Φοβάστε τους ανθρώπους που δεν σας φοβούνται πια.
 

illustrations: Jason Rufov


Αναζητώντας απεγνωσμένα

τον Kyle Santana

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

 

Δεν ξέρω γιατί άρχισα να ψάχνω τον Kyle Santana. Ή μάλλον ξέρω. Κάποια σώματα δεν τα ξεχνάς επειδή απλώς τα πόθησες. Τα θυμάσαι επειδή σου έμαθαν πώς λειτουργεί η επιθυμία πριν αποκτήσει linktree, promo code, pinned post, backup account και βιογραφικό στο X. Πριν ο πόθος γίνει bio. Πριν το σώμα γίνει μικρή επιχείρηση. Πριν ο gay porn star γίνει creator, δηλαδή σώμα, λογιστήριο, διανομή, ψευδοφίλος, fantasy, customer service και απλήρωτος υπάλληλος της ίδιας του της καύλας.


Τον έψαξα όπως ψάχνεις κάποιον που δεν σου ανήκε ποτέ, αλλά για κάποιον λόγο έχει μείνει μέσα σου. Όχι εραστή. Όχι φίλο. Ούτε καν άνθρωπο ακριβώς. Ένα σώμα από την παλιά gay πορνογραφία. Ένα όνομα που εμφανιζόταν κάποτε σε databases, forums, clips, ξεχασμένες σελίδες, σε εκείνη τη μισοσκότεινη περιοχή του ίντερνετ όπου η επιθυμία δεν είχε γίνει ακόμη πλήρως πλατφόρμα και το shame δεν είχε μάθει να φοράει UI.


Υπήρχε τότε μια απόσταση. Αυτό είναι που προσπαθώ να πω. Δεν ήταν πιο αθώα η εποχή. Ας μην τρελαθούμε. Η πορνογραφία δεν υπήρξε ποτέ παρθεναγωγείο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Είχε βία, εκμετάλλευση, fetish, αγορά, ψέμα, class, φυλή, νεότητα, σώματα που καίγονταν γρήγορα για να μείνουν για πάντα νέα στην οθόνη. Είχε performers που έμπαιναν από ανάγκη, από επιθυμία, από έλλειψη, από ναρκισσισμό, από τύχη, από φτώχεια, από πλήξη, από το γνωστό αμερικανικό ψέμα ότι αν πουλήσεις σωστά τον εαυτό σου μπορείς να τον αποκτήσεις. Αλλά είχε και κάτι που σήμερα έχει σχεδόν χαθεί: μυστήριο.


Δεν τα ήξερες όλα για αυτούς. Δεν ήξερες τι έφαγαν το πρωί, σε ποιο γυμναστήριο πήγαν, τι ψήφισαν, αν έχουν σκύλο, αν έχουν anxiety, αν μισούν το κοινό τους, αν κάνουν live την Πέμπτη ή αν έχουν 20% off επειδή έρχεται Pride και το ουράνιο τόξο πρέπει πάλι να πληρώσει συνδρομή. Τους έβλεπες σαν φιγούρες. Όχι σαν ολοκληρωμένους ανθρώπους, αυτό ήταν και η βία και η γοητεία. Ήταν κομμάτια μιας queer μυθολογίας χτισμένης μέσα σε δωμάτια, σκληρούς δίσκους, torrents, λάθος links, ντροπές, μοναχικά βράδια, πρώτο broadband, δεύτερο ποτό, τρίτο τσιγάρο, τέταρτη ζωή.

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Το παλιό studio porn είχε αντικείμενα. DVD covers. Scene titles. Preview photos. Passwords που περνούσαν από φίλο σε φίλο σαν μικρές μολυσμένες ευλογίες. Torrents που κατέβαιναν αργά, με τον υπολογιστή να ανασαίνει σαν συνένοχος. Forums όπου κάποιος ήξερε πάντα ποιος είχε γυρίσει τι, με ποιο ψευδώνυμο, σε ποιο studio, πριν εξαφανιστεί πάλι μέσα στην αμερικανική ανωνυμία των σωμάτων που πουλήθηκαν για να πληρώσουν κάτι. Databases που έμοιαζαν με ληξιαρχεία καύλας. Ψευδώνυμα που λειτουργούσαν σαν μικρές μάσκες τελετής. Ένα logo στην αρχή της σκηνής. Ένα set. Ένα φως. Ένα ψέμα αρκετά καλοφτιαγμένο ώστε να γίνει μνήμη.


Και οι gay porn stars εκείνης της εποχής μπορούσαν ακόμη να χαθούν. Όχι να εξαφανιστούν πραγματικά. Το ίντερνετ δεν αφήνει κανέναν να εξαφανιστεί πραγματικά. Είναι χειρότερο από θεία σε επαρχιακό γάμο. Κρατάει τα πάντα. Αλλά μπορούσαν να χαθούν αρκετά ώστε να τους ψάχνεις. Ένα παλιό username. Μια φωτογραφία χωρίς ημερομηνία. Ένας λογαριασμός που δεν ποστάρει πια. Ένα αληθινό όνομα που κάποτε υπήρχε σε porn database σαν γραφειοκρατικό φάντασμα. Ένα σημάδι ότι ο άνθρωπος που κάποτε υπήρξε πορνογραφική εικόνα προσπαθεί τώρα να ξαναγίνει απλώς άνθρωπος.


Αυτό με συγκινεί περισσότερο από όσο θα ήθελα να παραδεχτώ. Γιατί δεν είναι μόνο εκείνος που αλλάζει. Είμαι κι εγώ που τον κοιτάζω αλλιώς. Δεν είμαι πια το παιδί ή ο νεαρός που ανακάλυπτε αυτά τα σώματα σαν να ανοίγει μια βρώμικη Βίβλο επιθυμίας. Δεν είμαι πια μόνο θεατής. Έχω ζήσει αρκετά για να ξέρω ότι κάθε σώμα που κάποτε φάνηκε άφθαρτο έχει πίσω του λογαριασμούς, κόπωση, δέρμα που αλλάζει, φόβο, ντροπή, στρατηγικές επιβίωσης, ίσως μια μέρα που δεν θέλει να τον θυμάται κανείς έτσι. Έχω ζήσει αρκετά για να ξέρω ότι η αιώνια νεότητα στο ίντερνετ είναι μία από τις πιο σκληρές μορφές θανάτου.

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Σκέφτομαι τη γενιά των Sagat, Alencar, Kruger, Corrigan, Rush. Όχι σαν κατάλογο. Σαν ιδιωτικό πάνθεον. Σαν σώματα που μπήκαν στο queer φαντασιακό πριν το queer φαντασιακό γίνει πλήρως εμπορεύσιμο lifestyle με καλή τυπογραφία και εταιρική ηθική. Ο François Sagat δεν ήταν απλώς performer. Ήταν εικόνα. Ένα σώμα σχεδόν γλυπτικό, σχεδόν τέρας, σχεδόν άγιος ενός βρώμικου μέλλοντος. Ο Rafael Alencar είχε αυτό το βραζιλιάνικο υπερ-πακέτο με πρόσωπο που κρατούσε ακόμη κάτι παιδικό, σαν να είχε πέσει κατά λάθος μέσα σε σώμα που ήξερε υπερβολικά καλά τι πουλούσε. Ο Tim Kruger έμοιαζε με ευρωπαϊκή διαστροφή που φορούσε το πρόσωπο της αθωότητας. Ο Brent Corrigan έγινε scandal, media object, teen fantasy, τραύμα και εμπορικό σήμα μαζί. Ο Matthew Rush έμοιαζε με muscle celebrity πριν καταλάβουμε πόσο αδηφάγο είναι το βλέμμα που φτιάχνει celebrities από μυς.


Αυτοί οι άντρες δεν ήταν «καλύτεροι» από τους σημερινούς. Δεν θέλω να γράψω άλλη μία γεροντική ελεγεία για το παλιό ίντερνετ. Αρκετοί μεσήλικες gays το κάνουν ήδη με ύφος λες και τους πήρε η woke εποχή το δικαίωμα να καυλώνουν ανεύθυνα. Δεν μιλάω γι’ αυτό. Μιλάω για μορφή. Το στούντιο έφτιαχνε μορφή. Το ψευδώνυμο έφτιαχνε απόσταση. Το DVD cover, το scene,
η φωτογράφιση, η φήμη, το forum, όλα αυτά έφτιαχναν έναν μύθο που δεν ήταν ποτέ καθαρός, αλλά είχε σχήμα.


Σήμερα το σχήμα έχει γίνει ροή. Δεν βλέπεις πια τον porn star. Βλέπεις το account του. Δεν περιμένεις να εμφανιστεί. Τον ακολουθείς. Δεν τον ψάχνεις. Σου βγαίνει προτεινόμενος. Δεν εξαφανίζεται. Απλώς μειώνει τη δραστηριότητά του. Δεν επιστρέφει. Κάνει relaunch. Δεν αλλάζει ζωή. Κάνει rebrand. Δεν σου λείπει. Έχει subscription.


Και εδώ μπαίνει το OnlyFans σαν τεράστια αλλαγή, όχι μόνο οικονομική αλλά σχεδόν μεταφυσική. Από τη μία, έδωσε σε πολλούς performers αυτό που τα στούντιο τούς αρνούνταν: έλεγχο, χρήμα, απευθείας σχέση με το κοινό, όρια δικά τους. Για άλλους ήταν η μόνη πιθανή οικονομία. Για κάποιους, η πρώτη φορά που το σώμα τους δούλεψε για τους ίδιους και όχι για το logo στην αρχή της σκηνής. Δεν είναι λίγο. Για πολλούς ήταν σωτηρία.


Από την άλλη, τους έκλεψε το δικαίωμα στην απόσταση. Ο performer έπρεπε πια να είναι συνέχεια παρών. Να πουλάει όχι μόνο το σώμα του, αλλά την αίσθηση πρόσβασης στο σώμα του. Να είναι και εικόνα και υπάλληλος της εικόνας. Να είναι και fantasy και customer service. Να φροντίζει τον μύθο του σε πραγματικό χρόνο, με ειδοποιήσεις, μηνύματα, στατιστικά, reminders, collabs, promos, drops, private requests, δεύτερους λογαριασμούς, backup λογαριασμούς, μικρές αυτοκρατορίες πάνω σε πλατφόρμες που μπορούν αύριο να αλλάξουν όρους χρήσης και να σε πετάξουν έξω σαν να μην υπήρξες ποτέ.

 

Κάποτε η gay πορνογραφία παρήγαγε φαντάσματα. Τώρα παράγει μικρούς επιχειρηματίες της σάρκας.

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Και κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δύο βρίσκεται ο Malik Delgaty. Ο τελευταίος, ίσως, που έμοιασε με studio-born superstar μέσα στην εποχή που το studio system έχει ήδη αρχίσει να μοιάζει με παλιό εργοστάσιο. Το Men.com κατάφερε ακόμη να κάνει αυτό που τα περισσότερα στούντιο δεν μπορούν πια: να κατασκευάσει αναγνωρίσιμη μορφή. Να πάρει έναν performer και να τον περάσει μέσα από το παλιό μηχάνημα του porn stardom, πριν τον παραδώσει κι αυτόν αναπόφευκτα στη νέα οικονομία του self-branding.


Το Men.com δεν πουλά απλώς sex. Πουλάει ίσως την τελευταία βιομηχανική εκδοχή του gay porn alpha male: ένα σώμα αρκετά φουσκωμένο για να μοιάζει απρόσιτο, αρκετά καθαρό για να κυκλοφορεί σε social media, αρκετά bro για να τροφοδοτεί τη φαντασίωση ότι η αρρενωπότητα ακόμη μπορεί να κατακτηθεί με συνδρομή. Είναι ένα εργοστάσιο αρρενωπών επιφανειών. Παίρνει το σώμα, το γυαλίζει, του δίνει το σωστό ύφος «δεν προσπαθώ αλλά φυσικά και προσπαθώ», το κάνει thumbnail, fantasy, scene, meme, clip, brand asset.


Ο Malik δεν είναι ακριβώς επιστροφή στο παλιό μοντέλο. Είναι το υβρίδιο. Το τελευταίο παιδί του στούντιο και το πρώτο πλήρως εκπαιδευμένο παιδί της πλατφόρμας. Έχει ακόμη κάτι από τη σταρ-κατασκευή, αλλά ζει μέσα στη ροή. Δεν είναι Sagat. Δεν είναι Alencar. Δεν είναι εκείνη η απόσταση. Είναι ένα σώμα φτιαγμένο εξαρχής για να αντέχει το feed. Ο Sagat έγινε εικόνα. Ο Malik έγινε brand. Δεν το λέω ως υποτίμηση. Το brand είναι η σημερινή μοίρα της εικόνας όταν πρέπει να επιβιώσει μέσα στην πλατφόρμα. Η εικόνα μπορεί να γίνει cult. Το brand πρέπει να κάνει update. Η εικόνα έχει σιωπή. Το brand έχει notifications.


Κι εγώ, που νόμιζα ότι έψαχνα τον Kyle Santana, κατάλαβα ότι έψαχνα κάτι άλλο. Έψαχνα την τελευταία στιγμή που η επιθυμία μου είχε ακόμη καθυστέρηση. Την εποχή που δεν τα ήξερα όλα αμέσως. Που ένα σώμα μπορούσε να μείνει μέσα μου σαν άλυτο αρχείο. Που ένας performer μπορούσε να αποσυρθεί, να επιστρέψει, να αλλάξει όνομα, να περάσει από rough kink, να φτιάξει δικό του μικρό σύστημα διανομής, να υπάρχει και να μην υπάρχει μαζί. Να είναι δημόσιος και κρυφός. Να είναι διαθέσιμος ως εικόνα και άπιαστος ως άνθρωπος.

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Γιατί αυτό είναι το πιο σκληρό με τα πορνογραφικά σώματα του ίντερνετ. Δεν γερνάνε εκεί όπου τα πρωτοείδες. Δεν αλλάζουν. Δεν κουράζονται. Δεν αναθεωρούν. Δεν αποκτούν άλλη ζωή. Μένουν για πάντα μέσα στη σκηνή. Ο άνθρωπος μπορεί να φύγει, να δουλέψει αλλού, να ερωτευτεί, να βαρεθεί, να ντραπεί, να επιστρέψει, να ξαναπουλήσει τον εαυτό του με άλλους όρους, να γίνει άλλος. Αλλά το σώμα του μένει εκεί. Πάντα νέο. Πάντα διαθέσιμο. Πάντα έτοιμο να ξαναπαιχτεί.


Ίσως γι’ αυτό ψάχνουμε μερικές φορές τους παλιούς gay porn stars. Όχι για να τους βρούμε. Για να βεβαιωθούμε ότι δεν ήταν μόνο εικόνες. Ότι υπήρξαν. Ότι μεγάλωσαν. Ότι χάθηκαν λίγο, όπως δικαιούται να χαθεί κάθε άνθρωπος.Πριν γίνουν όλοι accounts, οι gay porn stars μπορούσαν ακόμη να χαθούν.

Και μέσα σε αυτή την απώλεια υπήρχε κάτι βαθιά queer: η γνώση ότι η επιθυμία δεν είναι ποτέ μόνο αυτό που βλέπεις. Είναι και αυτό που δεν μπορείς να κρατήσεις. Είναι το όνομα που θυμάσαι χωρίς να ξέρεις γιατί. Είναι το σώμα που έμεινε στο ίντερνετ ενώ ο άνθρωπος συνέχισε αλλού. Είναι η σκηνή που τελείωσε για όλους εκτός από εκείνον που την ξαναβρίσκει χρόνια μετά, νύχτα, όχι για να καυλώσει ακριβώς, αλλά για να καταλάβει ποιος ήταν όταν ακόμη μάθαινε να κοιτάζει.


Οπότε ίσως δεν έψαχνα πραγματικά τον Kyle Santana. Ή Rafael. Ή όποιο όνομα κουβαλά τελικά αυτό το παλιό σώμα μέσα στο δικό μου αρχείο. Έψαχνα το δικαίωμα της επιθυμίας να μη βρίσκει τα πάντα. Έψαχνα την εποχή που ένα gay porn σώμα μπορούσε ακόμη να έχει σκιά.


Jerry Gogosian: Η βρώμικη προσευχή μιας γυναίκας που αγάπησε υπερβολικά την τέχνη

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Η Hilde Lynn Helphenstein, γνωστή ως Jerry Gogosian, πέθανε πριν λίγες μέρες στα 40 της. Πίσω από την περσόνα που ξεγύμνωσε με memes τον κόσμο της τέχνης, υπήρχε μια γυναίκα που τον αγάπησε τόσο πολύ ώστε αναγκάστηκε να τον σατιρίσει.
 

Η τελευταία συμβουλή της Jerry Gogosian ήταν να αφήσουμε την πλούσια γυναίκα μέσα μας να πετάξει. Στο βίντεο που ανέβασε από τη Βραζιλία, η Hilde Lynn Helphenstein μιλούσε όπως μιλούσε πάντα η περσόνα που την έκανε γνωστή: σαν κάποια που είχε περάσει αρκετό χρόνο σε φουάρ τέχνης, ακριβά ξενοδοχεία, γκαλερί, συλλεκτικά σαλόνια και ψηφιακές νευρώσεις ώστε να μπορεί να μετατρέψει την ταξική φαντασίωση σε αστείο πριν προλάβει να γίνει προσευχή. Έλεγε στους ακολούθους της να βάλουν μακιγιάζ, να φτιάξουν τα μαλλιά τους, να ρίξουν στους ώμους ένα ωραίο σάλι, κατά προτίμηση κασμίρ ή κάτι υφασμένο στο Περού, και να επινοήσουν ανησυχίες αντάξιες μιας άλλης ζωής. Να κοιτάξουν τον ωκεανό και να ανησυχήσουν, ας πούμε, μήπως ο σύζυγός τους πάει φυλακή για φορολογικά εγκλήματα. Ήταν ένα αστείο με τέλεια δόση Jerry: πλούτος σαν drag, νεύρωση σαν lifestyle, θηλυκότητα σαν performance, αυτοσαρκασμός με ακριβό φωτισμό.

Λίγο περισσότερο από ένα εικοσιτετράωρο αργότερα, η Helphenstein βρέθηκε νεκρή στο δωμάτιό της στο Rosewood São Paulo. Ήταν 40 ετών. Σύμφωνα με τα πρώτα βραζιλιάνικα ρεπορτάζ, βρισκόταν στη Βραζιλία για περίπου τρεις εβδομάδες, έπειτα από αισθητική επέμβαση. Ένας άνδρας που εμφανίστηκε στις αναφορές ως ο πλαστικός χειρουργός της ειδοποίησε το ξενοδοχείο όταν δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της. Το προσωπικό μπήκε στο δωμάτιο, κλήθηκαν οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και ο θάνατός της διαπιστώθηκε επί τόπου. Η υπόθεση καταγράφηκε ως θάνατος υπό διερεύνηση, χωρίς να έχει ανακοινωθεί επίσημη αιτία. Στο δωμάτιο, σύμφωνα με την αστυνομική εικόνα που μετέφεραν τοπικά και διεθνή μέσα, βρέθηκαν χάπια, ένα άδειο μπουκάλι βότκα και ένα ποτήρι. Την προηγούμενη ημέρα, το ξενοδοχείο φέρεται να είχε καταγράψει παράπονο για συμπεριφορά της ίδιας και της παρέας της σε δημόσιο χώρο του ξενοδοχείου.

Τα υλικά ενός εύκολου θεάματος ήταν όλα εκεί: πεντάστερο ξενοδοχείο, πλαστική επέμβαση, χάπια, αλκοόλ, τελευταίο βίντεο. Το δωμάτιο όμως δεν εξηγεί τη Hilde. Εξηγεί μόνο την πείνα μας για τέλος. Και η πείνα μας για τέλος είναι σχεδόν πάντα πιο φθηνή από τη ζωή που προσπαθεί να κλείσει. Γιατί η Hilde Lynn Helphenstein δεν έφτιαξε απλώς ένα σατιρικό account για τον κόσμο της τέχνης. Έφτιαξε μια περσόνα από την αγάπη, τη ντροπή και την εξάντληση μιας γυναίκας που πίστεψε στην τέχνη, γνώρισε την αγορά της και μετέτρεψε την απογοήτευσή της σε ένα αστείο τόσο ακριβές, που στο τέλος το ίδιο το σύστημα το κάλεσε μέσα.
 

Υπάρχουν άνθρωποι που μπαίνουν στην τέχνη σαν να ψάχνουν ένα μέρος όπου η ζωή θα τους συγχωρήσει για την υπερβολή τους. Δεν μπαίνουν πρώτα για την καριέρα. Ούτε για τις γνωριμίες, ούτε για τα openings, ούτε για τα ονόματα που αργότερα θα γίνουν είσοδος, νόμισμα, φωτογραφία, πρόσκληση. Μπαίνουν γιατί κάποτε είδαν ένα έργο, ένα δωμάτιο, ένα φως πάνω σε έναν τοίχο, μια εικόνα που δεν ζητούσε να είναι χρήσιμη, και σκέφτηκαν: εδώ ίσως να μη χρειαστεί να μικρύνω.

Η Helphenstein πρέπει να αγάπησε την τέχνη κάπως έτσι. Όχι ήρεμα. Όχι με την ασφάλεια εκείνων που έχουν μάθει από νωρίς πως οι κόσμοι ανοίγουν μπροστά τους. Την αγάπησε σαν κάποια που ζητά καταφύγιο και ταυτόχρονα σκηνή. Σαν κάποια που θέλει να φτιάξει δωμάτια για να μπορεί η ζωή να γίνει λίγο λιγότερο υπάκουη. Πριν γίνει Jerry Gogosian, είχε ανοίξει τη HILDE στο Λος Άντζελες και αργότερα έναν δεύτερο χώρο στο Όκλαντ. Οι εκθέσεις της δεν έμοιαζαν με απλές εμπορικές παρουσιάσεις. Ήθελαν ατμόσφαιρα, ρίσκο, μικρή τελετουργία. Σε μια έκθεση, ένα γλυπτό κρεμόταν από το φεγγίτη και σταματούσε λίγα εκατοστά πάνω από το πάτωμα. Σε άλλη, ο τίτλος ερχόταν από ποίημα του E. E. Cummings και ο χώρος ήταν η παλιά αίθουσα χορού ενός γυναικείου ξενοδοχείου στο Όκλαντ, φτιαγμένου κάποτε για εργαζόμενες γυναίκες. Σε άλλη, η Helphenstein μιλούσε για έναν έρωτα που σε αρρωσταίνει, για Fassbinder, Caravaggio, γυμνά σώματα, ζωγραφισμένα σκυλιά, ώριμα φρούτα και μαραμένα τριαντάφυλλα.

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Και μετά υπάρχει εκείνη η σχεδόν μυθική σκηνή της HILDE: οι Ohlsson/Dit-Cilinn εγκαθίστανται στο σπίτι και στη γκαλερί της, στήνουν μια ωκεάνια heavy metal θρησκεία, γεμίζουν τον χώρο με άμμο, φύκια, καπνό, κεριά, ένα El Camino και μια «god lamp» που φωτίζει τη σκηνή μέσα από ένα κίτρινο αδιάβροχο. Ο κόσμος περιμένει απ’ έξω σαν να μπαίνει σε club. Η Hilde κάνει την πόρτα.

Αν δεις αυτή τη σκηνή, η Jerry Gogosian δεν μοιάζει πια να εμφανίζεται από το πουθενά. Πριν γίνει meme maker, η Helphenstein ήξερε ήδη να οργανώνει επιθυμία, είσοδο, κανόνα, θέαμα. Ήξερε τι σημαίνει να φτιάχνεις ένα δωμάτιο και να αποφασίζεις ποιος μπαίνει. Ήξερε επίσης τι σημαίνει να στέκεσαι απ’ έξω.

Αλλά η τέχνη, αυτή η παλιά υπόσχεση ελευθερίας, έχει και αγορά. Και η αγορά έχει δόντια πιο λευκά από την αλήθεια της. Εκεί πρέπει να την τοποθετήσουμε. Όχι πίσω από την Jerry Gogosian, σαν γυναίκα που περίμενε να της συμβεί το avatar. Αλλά πριν από την Jerry, μέσα στη ρωγμή όπου η πίστη στην τέχνη αρχίζει να τρίβεται πάνω στη βρωμιά της εργασίας της. Βοηθοί, γκαλερί, συλλέκτες, χαμόγελα, άντρες που μπερδεύουν τη διαθεσιμότητα με την επαγγελματική ευγένεια, λεφτά που μιλούν χαμηλόφωνα για πνευματικότητα, έργα που περιμένουν κάποιον πλούσιο άνθρωπο να τους δώσει τιμή και άρα μοίρα. Η Hilde δεν είδε την υποκρισία της τέχνης από έξω. Την υπηρέτησε. Την τακτοποίησε. Της κράτησε πόρτες. Της εξήγησε έργα σε ανθρώπους που ίσως ήθελαν κυρίως να αγοράσουν μια καλύτερη εικόνα του εαυτού τους. Γι’ αυτό και η μετέπειτα σάτιρά της είχε τέτοια ακρίβεια. Δεν ήταν μίσος. Ήταν αγάπη αφού είχε περάσει από εξευτελισμό.

Η Jerry Gogosian εμφανίστηκε στο Instagram το 2018 με ένα όνομα που λειτουργούσε ήδη σαν ανέκδοτο για μυημένους: Jerry Saltz και Larry Gagosian στο ίδιο σώμα, ο κριτικός και ο dealer, η γλώσσα και η αγορά, το θράσος της άποψης και η αυτοκρατορία του χρήματος. Ο λογαριασμός αυτοσυστηνόταν ως κάτι ανάμεσα σε κουτσομπολιό, σάτιρα, εσωτερικό δελτίο και ψυχολογική εκτόνωση για έναν κόσμο που ξέρει να μιλάει για μορφή, ιστορία και θεσμούς, αλλά συχνά δυσκολεύεται να πει στα ίσια ότι όλοι φοβούνται μήπως δεν τους καλέσουν στο σωστό δείπνο.

Τα memes της δεν ήταν γενικά αστεία για την τέχνη. Ήταν αστεία για τη συμπεριφορά γύρω από την τέχνη. Για τους συλλέκτες που θέλουν να αγοράσουν πρόσβαση μαζί με τον πίνακα. Για τους dealers που μιλούν σαν πνευματικοί μεσίτες. Για τους καλλιτέχνες που ζουν ανάμεσα στην επιθυμία να τους πάρουν στα σοβαρά και στον τρόμο ότι δεν θα πουλήσουν. Για τους assistants που σηκώνουν την αθλιότητα ενός συστήματος το οποίο παριστάνει ότι υπηρετεί την υψηλή κουλτούρα ενώ συχνά τους πληρώνει με ψίχουλα και τους μιλά σαν να είναι αναλώσιμοι. Για τις φουάρ όπου οι χειραψίες έχουν θερμοκρασία χρηματιστηρίου. Για τις γκαλερί όπου όλοι κοιτάζουν ποιος μπήκε, ποιος δεν μπήκε, ποιος χαιρετήθηκε, ποιος έμεινε μόνος μπροστά σε ένα έργο που κοστίζει όσο μια πολυκατοικία.

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Η δύναμη της Jerry δεν ήταν ότι έλεγε κάτι που δεν ήξερε κανείς. Ήταν ότι έλεγε αυτό που όλοι ήξεραν, αλλά σε μια μορφή τόσο γρήγορη, τόσο χυδαία και τόσο ακριβή που δεν μπορούσαν να κάνουν πως δεν το αναγνώρισαν. Ένα καλό meme της Jerry λειτουργούσε σαν καθρέφτης στο ασανσέρ μετά από εγκαίνια: μικρή εικόνα, λίγες λέξεις, και ξαφνικά όλο το δωμάτιο φαινόταν λίγο πιο γελοίο. Τα memes της δεν έκαναν την τέχνη φτηνή. Έκαναν την εξουσία της αναγνώσιμη. Και αυτό είναι πάντα βλάσφημο. Γιατί δεν υπάρχει πιο επικίνδυνη πράξη μέσα σε έναν ναό από το να δείξεις τον μηχανισμό που ανάβει τα φώτα του.

Όταν η Jerry κορόιδευε τον κόσμο της τέχνης, δεν στεκόταν έξω από την πόρτα με πέτρες. Ήταν ήδη μέσα. Ήξερε πού φυλάσσονται τα ποτήρια, ποιος φοβάται ποιον, ποιος γελά ψεύτικα, ποιος λέει «ριζοσπαστικό» ενώ σκέφτεται «επενδύσιμο». Το γέλιο της ήταν ακριβές επειδή ήταν οικογενειακή προδοσία.

Κάπου εκεί βρίσκεται και η θλίψη της. Η Hilde δεν κορόιδευε την τέχνη επειδή δεν την πίστευε. Την κορόιδευε επειδή την πίστευε περισσότερο από όσους την είχαν κάνει κοινωνικό νόμισμα. Η Jerry ήταν η βρώμικη προσευχή της μετά τη βεβήλωση. Ένας τρόπος να πει: αυτό που αγαπώ δεν είναι αυτό που πουλάτε, κι όμως πρέπει να μιλήσω στη γλώσσα που ακούτε. Και η γλώσσα που άκουγε η εποχή ήταν εικόνα, ταχύτητα, gossip, αλγόριθμος, ντροπή, inside joke, δημόσια εξυπνάδα. Οπότε η Hilde πήρε όλα αυτά και έφτιαξε ένα μικρό τέρας που έλεγε την αλήθεια καλύτερα από πολλούς σοβαρούς ανθρώπους.

Το τέρας το αγάπησαν. Ύστερα το κάλεσαν μέσα. Αυτό κάνουν οι αγορές όταν συναντούν κάτι που δεν μπορούν να αγνοήσουν. Στην αρχή γελούν λίγο αμήχανα, μετά θυμώνουν, μετά ρωτούν ποιος το έφτιαξε, μετά ζητούν να το γνωρίσουν, μετά του ανοίγουν μια πόρτα και του λένε: έλα, κάνε το εδώ, αλλά με τους δικούς μας όρους. Η Jerry Gogosian ήταν τέλεια γι’ αυτό το είδος πρόσκλησης. Δεν ήταν εναντίον της τέχνης. Αυτό θα ήταν εύκολο να το απορρίψουν. Ήταν εναντίον του τρόπου με τον οποίο η τέχνη γινόταν πρόσβαση, νόμισμα, κοινωνική κλίμακα, φορεμένη ευαισθησία, επενδυτικό άρωμα πάνω σε λευκούς τοίχους. Δηλαδή ήταν αρκετά επικίνδυνη για να έχει κύρος και αρκετά γοητευτική για να μπορεί να πουληθεί. Η αγορά αγαπά αυτό το μείγμα. Λίγο δηλητήριο, αρκεί να μπαίνει σε ωραίο ποτήρι.

Κάποτε το αστείο κυκλοφορούσε στα stories, στα DMs, στα κρυφά γέλια των ανθρώπων που είχαν κουραστεί να προσποιούνται ότι τα εγκαίνια είναι χαρά και όχι κοινωνική εξέταση με prosecco. Μετά άρχισε να κυκλοφορεί πιο επίσημα. Το όνομα έπαψε να είναι μόνο ψίθυρος. Η ανωνυμία, που στην αρχή ήταν προστασία, έγινε μυστήριο προς επίλυση. Και όταν το μυστήριο έπαψε να αντέχει, όταν το πρόσωπο βγήκε από πίσω, η Jerry δεν χάθηκε. Απλώς άλλαξε κατάσταση ύλης. Από φάντασμα έγινε πρόσωπο. Από πρόσωπο έγινε επαγγελματική δυνατότητα. Από δυνατότητα έγινε brand. Από brand έγινε πρόσκληση.

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Το 2020, η Jerry Gogosian πέρασε από την καθαρή σάτιρα στη δημόσια παρέμβαση. Μέσα από αναρτήσεις, κάλεσε ανθρώπους να μιλήσουν για καταγγελίες σε βάρος του Sam Orlofsky, τότε υψηλόβαθμου στελέχους στη Gagosian, σχετικά με ανάρμοστη συμπεριφορά, κυρίως απέναντι σε γυναίκες. Η υπόθεση πήρε διαστάσεις, η γκαλερί ανέθεσε έρευνα και ο Orlofsky απομακρύνθηκε. Ήταν η στιγμή που ένας λογαριασμός φτιαγμένος για να κάνει τους ανθρώπους του χώρου να γελούν με τους εαυτούς τους άρχισε να μοιάζει με μηχανισμό λογοδοσίας.

Το Sotheby’s ήταν σχεδόν αναπόφευκτο, σαν κακό αστείο που η εποχή έγραψε μόνη της. Η περσόνα που γελούσε με την αγορά της τέχνης κλήθηκε να επιμεληθεί μια πώληση μέσα σε έναν από τους ναούς της. Και όχι μια οποιαδήποτε πώληση. Μια πώληση που έπαιρνε στα σοβαρά τον αλγόριθμο. Suggested Followers: How the Algorithm Is Always Right. Ακούγεται σαν τίτλος που θα μπορούσε να έχει γράψει η ίδια η Jerry για να κοροϊδέψει το μέλλον, μόνο που το μέλλον είχε ήδη φτάσει και ζητούσε τιμοκατάλογο.

Εκεί, για μια στιγμή, φάνηκε όλη η νέα θεολογία της τέχνης. Ο παλιός κριτικός δεν πέθανε ακριβώς. Ο dealer δεν εξαφανίστηκε. Ο collector δεν έχασε την εξουσία του. Απλώς δίπλα τους κάθισε κάτι άλλο: το app. Το explore page. Το βλέμμα που εκπαιδεύεται από άλλα βλέμματα. Η υποψία ότι το γούστο δεν ανεβαίνει πια μόνο από την ιστορία, την παιδεία, τα μουσεία, τις σχολές και τις σωστές συστάσεις, αλλά και από την ψυχρή, μυστική αριθμητική του ποιος κοίταξε τι, ποιος ακολούθησε ποιον, ποιος σταμάτησε μισό δευτερόλεπτο πάνω σε μια εικόνα, ποιος έστειλε ένα έργο σε κάποιον άλλο στις δύο το πρωί με το μικρό άγχος του «μήπως αυτό είναι κάτι;». Ο αλγόριθμος δεν έχει γούστο. Έχει μνήμη επιθυμιών. Και αυτό, για την αγορά, είναι ίσως πιο χρήσιμο από το γούστο.

Η Hilde το κατάλαβε. Ή τουλάχιστον το διαισθάνθηκε αρκετά ώστε να το κάνει project. Δεν ήταν πια μόνο η γυναίκα που γελούσε με τη φυλή. Ήταν εκείνη που μπορούσε να δείξει στη φυλή ότι η καινούργια της πυξίδα δεν ήταν η αισθητική, αλλά η κυκλοφορία. Ποιος βλέπει, ποιος σώζει, ποιος ποθεί, ποιος ανεβάζει, ποιος προτείνεται, ποιος γίνεται ξαφνικά ορατός όχι επειδή κάποιος άνοιξε μια πόρτα, αλλά επειδή η μηχανή αποφάσισε ότι αρκετά βλέμματα σχηματίζουν ήδη πόρτα. Η Jerry μπήκε στον ναό κρατώντας το κινητό της σαν βρώμικο λιβανιστήρι. Και ο ναός δεν κάηκε. Αντίθετα, έμαθε τη μυρωδιά.

Εδώ δεν υπάρχει καθαρή προδοσία. Υπάρχει κάτι πιο δύσκολο: αναγνώριση. Η Hilde ήθελε να μπει, και γιατί να μην ήθελε; Είχε δουλέψει. Είχε φτιάξει χώρους. Είχε μείνει απ’ έξω. Είχε δει άντρες με λιγότερη φαντασία να περνούν σαν να τους ανήκε το δωμάτιο. Είχε γελάσει με την αγορά, αλλά η αγορά ήταν ακόμη εκεί, μεγάλη, ακριβή, γεμάτη πόρτες, και πίσω από κάποιες πόρτες υπήρχαν πράγματα που ίσως μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα: εκθέσεις, χρήματα, τηλεόραση, βιβλίο, άλλοι καλλιτέχνες, άλλο μέγεθος, άλλη ζωή

Η επιθυμία να σε αναγνωρίσει το σύστημα που κοροϊδεύεις δεν είναι αδυναμία. Είναι ανθρώπινη ντροπή. Και οι άνθρωποι συχνά ζουν μέσα από τις ντροπές τους περισσότερο απ’ όσο ζουν μέσα από τις αρχές τους. Η Hilde δεν ήταν ηθικά καθαρή φιγούρα. Ευτυχώς. Οι καθαρές φιγούρες είναι για τα μουσεία που θέλουν να πουλήσουν poster στο gift shop. Ήταν πιο ενδιαφέρουσα από αυτό. Ήταν κάποια που ήξερε την απάτη και ήθελε παρ’ όλα αυτά μια θέση στο δωμάτιο. Ήθελε να το δαγκώσει και να το χρησιμοποιήσει. Να το ξεμπροστιάσει και να περάσει μέσα. Να πει «κοιτάξτε πόσο γελοίο είναι» και ταυτόχρονα «αφήστε με να φτιάξω κάτι από εδώ».

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Αυτό είναι το σημείο όπου η Jerry παύει να είναι αστείο και αρχίζει να γίνεται μοίρα. Το 2024, η Helphenstein υπέγραψε με την UTA. Μιλούσε για τηλεοπτικές ιδέες, για μεγαλύτερα projects, για το ενδεχόμενο να περάσει από τον λογαριασμό σε κάτι πιο σύνθετο. Ήθελε να γράψει. Ήθελε να κάνει κάτι σαν τηλεοπτική σάτιρα του κόσμου της τέχνης, ένα είδος Succession ή White Lotus για τη βιομηχανία που ήξερε από μέσα. Είχε καταλάβει ότι η Jerry μπορούσε να ανοίξει πόρτες, αλλά ίσως δεν μπορούσε να χωρέσει πια όλο αυτό που ήθελε να γίνει η Hilde.

Κάπως έτσι η Jerry άρχισε να πολλαπλασιάζεται. Podcast, newsletter, εμφανίσεις, συνεργασίες, προτάσεις, στρατηγικές, πιθανές τηλεοπτικές φόρμες, brand openings που μυρίζουν λίγο σαν καινούργιο χρήμα και λίγο σαν παλιό άγχος. Η φωνή που είχε γεννηθεί ως διέξοδος άρχισε να ζητά πρόγραμμα. Η ειρωνεία που είχε σώσει τη Hilde από το να κλάψει μπροστά στο circus άρχισε να απαιτεί από εκείνη να είναι διαθέσιμη κάθε φορά που το circus χρειαζόταν σχολιασμό.

Κάπως έτσι η Jerry άρχισε να πολλαπλασιάζεται, podcast, newsletter, εμφανίσεις, brand openings που μυρίζουν λίγο σαν καινούργιο χρήμα και λίγο σαν παλιό άγχος. Η φωνή που είχε γεννηθεί ως διέξοδος άρχισε να ζητά πρόγραμμα. Η ειρωνεία που είχε σώσει τη Hilde από το να κλάψει μπροστά στο art circus άρχισε να απαιτεί από εκείνη να είναι διαθέσιμη κάθε φορά που το circus χρειαζόταν σχολιασμό.

Και τότε το avatar άρχισε να βαραίνει. Στην αρχή ήταν σώμα χωρίς σώμα. Μετά ήθελε πρόσωπο. Μετά ήθελε βιογραφία. Μετά ήθελε φωτογραφίες, συνδρομητές, coach, stylist, επόμενο βήμα. Η Hilde δεν είχε φτιάξει απλώς μια περσόνα. Είχε φτιάξει έναν οργανισμό που, για να συνεχίσει να ζει, έπρεπε να τρέφεται από εκείνη. Κανένα τέρας δεν μένει για πάντα μικρό, ιδίως όταν το αγαπούν.

Η ίδια έκανε τη διάκριση: η Jerry ήταν χαρακτήρας. Η Hilde ήταν πιο συναισθηματική, πιο φιλοσοφική, πιο ευάλωτη. Όμως οι χαρακτήρες που πετυχαίνουν τόσο πολύ δεν μένουν πάντα στην ιδιοκτησία εκείνων που τους έγραψαν. Το κοινό τούς παίρνει. Τους ζητά να επιστρέφουν κάθε μέρα με την ίδια φωνή, το ίδιο timing, την ίδια σκληράδα, την ίδια έξυπνη βωμολοχία, την ίδια διαθεσιμότητα. Κάπου εκεί, η περσόνα παύει να είναι εργαλείο και γίνεται εργοδότης.

Στο παρελθόν της υπήρχε ένα άλλο δωμάτιο, πολύ πιο άγριο από οποιαδήποτε γκαλερί. Ως παιδί και έφηβη, η Helphenstein πέρασε από το Mountain Park Baptist Boarding Academy στο Missouri, ένα fundamentalist θρησκευτικό boarding school που αργότερα έκλεισε, ύστερα από σοβαρές καταγγελίες και δικαστικές υποθέσεις για κακοποίηση. Στο αυτοβιογραφικό υλικό που δημοσίευσε η ίδια και σε μαρτυρίες ανθρώπων που τη γνώρισαν εκεί, το Mountain Park εμφανίζεται σαν ένα κλειστό καθεστώς πειθαρχίας, φόβου, επιτήρησης και δημόσιας ντροπής.

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Η πιο βίαιη λεπτομέρεια είναι αυτή που πήραν τα tabloids και την έκαναν headline: η μαρτυρία ότι η Helphenstein, παιδί ακόμη, αναγκάστηκε να φάει τον ίδιο της τον εμετό μπροστά σε άλλους μαθητές, ενώ οι γύρω της την ταπείνωναν. Πίσω από τη φράση υπάρχει μια ολόκληρη σκηνή εξουσίας. Ένα σώμα που δεν μπορεί να κρατήσει το φαγητό. Ενήλικες που δεν βλέπουν πανικό ή ασθένεια, αλλά ανυπακοή. Μια τραπεζαρία που γίνεται δικαστήριο. Άλλα παιδιά που εκπαιδεύονται να συμμετέχουν στην τιμωρία. Και μετά η σιωπή. Η Helphenstein είχε γράψει ότι ένα κομμάτι της έσπασε εκεί και φοβόταν πως δεν θα θεραπευτεί ποτέ πλήρως

Υπήρχε και η κυριολεκτική σιωπή. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, την έβαζαν «on silence», δεν της επέτρεπαν να μιλά. Αυτή η λεπτομέρεια αλλάζει τον τρόπο που ακούει κανείς τη Jerry Gogosian. Η Jerry ήταν μια φωνή που δεν περίμενε σειρά, δεν ρωτούσε αν επιτρέπεται, δεν μιλούσε με την ευγένεια που απαιτούν οι χώροι όταν θέλουν να διατηρήσουν την εξουσία τους αόρατη. Ήταν μια φωνή που γύριζε τη ντροπή προς τα έξω. Σαν κάποια που είχε μάθει πολύ νωρίς ότι οι κλειστοί κόσμοι δεν χρειάζονται πάντα κάγκελα για να σου πάρουν την αναπνοή.

Γιατί η Jerry ήταν, πριν απ’ όλα, μια κατασκευή drag. Όχι με την έννοια του κουστουμιού αλλά με την έννοια της μεθόδου. Ένα όνομα φτιαγμένο από δύο άντρες, τον κριτικό και τον dealer, φορεμένο από μια γυναίκα. Μια θηλυκότητα εξουσίας ντυμένη σαν ρόλος: το ακριβό σάλι, η νεύρωση σαν lifestyle, ο πλούτος σαν φαντασίωση που ξέρεις ότι είναι φαντασίωση. Το camp εδώ δεν ήταν διακόσμηση πάνω στη σάτιρα. Ήταν η σάτιρα. Γιατί το camp είναι ακριβώς αυτό: ο τρόπος να κοιτάξεις κατάματα εκείνο που σε ταπείνωσε χωρίς να σε ξανασκοτώσει. Ένα παιδί που το έβαλαν «on silence» μεγαλώνει και φτιάχνει μια φωνή που δεν σταματά πια να μιλά και της δίνει τακούνι, ακριβό φωτισμό, ατάκα. Η Jerry δεν ήταν μόνο κριτική της αγοράς. Ήταν η εκδίκηση της σιωπής ντυμένη πριγκίπισσα. Η ντροπή που έμαθε να φοριέται σαν κασμίρι.

Η Jerry μιλούσε στη φυλή που ήξερε τι σημαίνει να χαμογελάς μπροστά σε συλλέκτη ενώ μέσα σου έχεις ήδη πέσει από τον τρίτο όροφο. Στη φυλή που καταλαβαίνει τη διαφορά ανάμεσα στο «δεν είναι διαθέσιμο» και στο «δεν είναι διαθέσιμο για σένα». Στη φυλή που έχει διαβάσει δελτία Τύπου τόσο ακριβά και άδεια ώστε αρχίζουν να μοιάζουν με θεολογικά κείμενα για ανθρώπους που δεν πιστεύουν σε τίποτα εκτός από resale value.

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις γιατί αυτό λειτούργησε. Στην αρχή σαν εσωτερικό αστείο, μετά σαν κοινό μυστικό, μετά σαν κανονική δύναμη. Οι ακόλουθοι ανέβαιναν, οι άνθρωποι του χώρου σχολίαζαν, τα μέσα άρχισαν να γράφουν, το πρόσωπο πίσω από τον λογαριασμό έγινε αντικείμενο μαντεψιάς. Η ανωνυμία ήταν μέρος της γοητείας. Όσο η Jerry δεν είχε σώμα, μπορούσε να είναι οτιδήποτε: κακός άνδρας, πικραμένη assistant, μεγαλογκαλερίστας με κρυφό λογαριασμό, κριτικός, dealer, συλλογικό πνεύμα ενός κλάδου που έχει πιει πολύ λευκό κρασί σε πολύ άβολα εγκαίνια. Όταν αποκαλύφθηκε ότι πίσω από τη φωνή ήταν η Hilde Lynn Helphenstein, το παιχνίδι άλλαξε. Η περσόνα απέκτησε φύλο, πρόσωπο, βιογραφία, τρωτότητα. Η ίδια επέμενε ότι η ταυτότητά της δεν ήταν το πιο σημαντικό κομμάτι του project. Μόνο που το ίντερνετ δεν αφήνει εύκολα μια φωνή χωρίς σώμα. Η ανώνυμη φωνή είναι απειλή. Η επώνυμη γυναίκα είναι στόχος.

Τα τελευταία χρόνια, στο υλικό της Helphenstein μπαίνει όλο και πιο έντονα το σώμα. Όχι ως κουτσομπολιό, αλλά ως ένα ακόμη πεδίο όπου η δημόσια εικόνα ζητάει το μερίδιό της. Η ίδια μίλησε για sobriety, για binge drinking, για blackouts, για το πώς σταμάτησε να πίνει στα 33, περίπου την εποχή που η Jerry άρχισε να παίρνει μορφή. Είπε πως ένιωσε ξαφνικά ότι είχε ένα project για το οποίο άξιζε να ζήσει, και πως αν συνέχιζε να πίνει δεν θα προλάβαινε να δει τι θα γίνει. Η Jerry δεν ήταν μόνο brand. Υπήρξε και σωσίβιο.

Αργότερα, μίλησε και για αισθητικές επεμβάσεις, για την αλλοίωση της αυτοεικόνας, για το πώς ένας άνθρωπος μπορεί να χάσει προσωρινά την αίσθηση του προσώπου του και των αξιών του μέσα σε μια διαδικασία βελτίωσης. Σε έναν κόσμο όπου το πρόσωπο ενός δημιουργού φτάνει στο κοινό συχνά πριν από το έργο, η επιφάνεια δεν είναι ποτέ απλώς επιφάνεια. Είναι διαβατήριο, αγορά, υπόσχεση, απειλή. Η Helphenstein ήξερε πώς λειτουργεί η εικόνα. Και η εικόνα ήξερε πώς να λειτουργεί πάνω της.

Η παρουσία της στη Βραζιλία για αισθητική επέμβαση ανήκει σε αυτή την πιο σκοτεινή περιοχή της σύγχρονης δημόσιας ζωής: εκεί όπου η επιθυμία να ελέγξεις το πρόσωπό σου συναντά μια οικονομία που σε ανταμείβει όταν κάνεις τον εαυτό σου αναγνωρίσιμο, επιθυμητό, σχολιάσιμο, διαθέσιμο. Ο θάνατός της παραμένει αστυνομικά ανοιχτός. Αλλά το τέλος της συνομιλεί με όλη τη ζωή της στο δημόσιο πεδίο: σώμα, ντροπή, θέαμα, φωνή, χρήμα, έλεγχος.

Το tabloid θέλει σώμα χωρίς έργο. Το obituary θέλει έργο χωρίς σώμα. Η Hilde βρισκόταν ανάμεσα. Εκεί πρέπει να μείνει. Αν τη σπρώξουμε προς τη μία πλευρά, την ξαναχάνουμε. Αν την κάνουμε μόνο τραύμα, της παίρνουμε την ευφυΐα. Αν την κάνουμε μόνο ευφυΐα, της παίρνουμε το αίμα. Αν την κάνουμε μόνο θύμα, της παίρνουμε τη στρατηγική. Αν την κάνουμε μόνο στρατηγό, της παίρνουμε την κούραση. Αν την κάνουμε μόνο Jerry, της παίρνουμε την Hilde. Αν την κάνουμε μόνο Hilde, ξεχνάμε το τέρας που έφτιαξε και το οποίο μίλησε, για λίγο, καλύτερα από όλους.

Η Hilde αγάπησε την τέχνη σαν μέρος όπου θα μπορούσε να σταθεί η υπερβολή της. Η αγορά της έδειξε ότι κανένα μέρος δεν μένει αμόλυντο όταν γύρω του χτίζονται τιμές, ονόματα, θεσμοί, συλλογές, σώματα που μετράνε και σώματα που περιμένουν. Η Jerry ήταν η απάντησή της σε αυτή τη μόλυνση: όχι θεραπεία, όχι λύση, όχι καθαρή εκδίκηση. Μια βρώμικη προσευχή. Ένας τρόπος να γελάσει με τον ναό χωρίς να πάψει να πιστεύει ότι κάπου, κάτω από τα μάρμαρα, υπάρχει ακόμη κάτι ιερό.

Και ίσως γι’ αυτό ο κόσμος της τέχνης την αγάπησε αφού πρώτα την φοβήθηκε. Γιατί καταλάβαινε ότι το γέλιο της δεν ερχόταν από ανθρώπους που μισούν την τέχνη. Ερχόταν από εκείνους που δεν άντεχαν άλλο να βλέπουν την τέχνη να μικραίνει στα χέρια των ανθρώπων που ισχυρίζονταν ότι την προστατεύουν. Αυτό ήταν το δάγκωμά της. Όχι το meme. Όχι η λεζάντα. Όχι η ατάκα. Η αγάπη που ντράπηκε και έγινε σάτιρα.

Στο τέλος δεν μένει να αποφασίσουμε αν η Jerry ήταν σωτηρία ή παγίδα. Ήταν και τα δύο. Τα πράγματα που μας σώζουν σπάνια παραμένουν αθώα. Μεγαλώνουν, ζητούν, πεινούν, μαθαίνουν τις αδυναμίες μας, αποκτούν κοινό. Κάποτε πρέπει να τα αφήσουμε ή να αφήσουμε τον εαυτό μας να εξαφανιστεί μέσα τους. Η Hilde είχε αρχίσει να το καταλαβαίνει.

Δεν ξέρουμε τι θα έκανε μετά. Δεν ξέρουμε ποιο βιβλίο, ποια σειρά, ποια έκθεση, ποιο άλλο δωμάτιο, ποια άλλη φωνή θα προσπαθούσε να φτιάξει. Δεν έχουμε δικαίωμα να κάνουμε τον θάνατό της απάντηση σε ερώτηση που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί. Μπορούμε μόνο να κρατήσουμε τη δυσκολία.

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Μια γυναίκα που αγάπησε την τέχνη έφτιαξε ένα τέρας για να την υπερασπιστεί από την αγορά της. Το τέρας έγινε διάσημο. Η αγορά το κάλεσε μέσα. Το κοινό το αγάπησε. Το σώμα πίσω του κουράστηκε. Και όταν εκείνη έφυγε, οι ίδιες μηχανές που κάποτε σατίριζε έσπευσαν να αποφασίσουν τι ήταν.


Ίσως η πιο τίμια απάντηση να είναι να μην αποφασίσουμε τόσο γρήγορα. Να αφήσουμε την Hilde λίγο ακάθαρτη. Λίγο αστεία. Λίγο άδικη. Λίγο ιδιοφυή. Λίγο κουρασμένη. Λίγο φιλόδοξη. Λίγο παιδί που δεν χώρεσε. Λίγο γυναίκα που ήθελε να μπει. Λίγο φάντασμα που ήξερε πού πονάει το δωμάτιο. Να μην την κάνουμε χρήσιμη τώρα που δεν μπορεί να μας διακόψει.


Η Jerry Gogosian ήταν η φωνή που έφτιαξε για να μην την καταπιεί η σιωπή. Η Hilde ήταν το σώμα που κάποια στιγμή τη ζήτησε πίσω.


Η επιτυχία είναι ένα δωμάτιο γεμάτο φαντάσματα

 

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

 

Ο queer συγραφέας Douglas Stuart, με αφορμή το διηγημά του “A Private View”, στον New Yorker ανοίγει ένα παλιό δωμάτιο: εκεί όπου το παιδί της φτώχειας φτάνει στην τέχνη, στα μουσεία, στα βιβλία, αλλά συνεχίζει να κοιτάζει την ομορφιά σαν να της ζητά ακόμη συγγνώμη που έφτασε.

Τίποτα δεν με είχε προετοιμάσει γι’ αυτό που μου συνέβη διαβάζοντας, πριν από λίγες μέρες, το «A Private View» του Douglas Stuart στο New Yorker. Ή μάλλον δεν ήταν μόνο το διήγημα. Ήταν και η συνομιλία του Stuart με την Cressida Leyshon. 

Εκείνη η παράξενη στιγμή όπου ένας συγγραφέας αρχίζει να μιλά για τη μυθοπλασία του και, χωρίς να το καταλάβεις, παύει να μιλά μόνο για τους ήρωές του. Μιλά για τα δωμάτια όπου μπήκε αργά. Για τη μητέρα που δεν πρόλαβε να μπει μαζί του. Για το παιδί της φτώχειας που έφτασε στη Νέα Υόρκη, στα βιβλία, στην τέχνη, στα μουσεία, και συνεχίζει να κοιτάζει την ομορφιά σαν να πρέπει ακόμη να της ζητήσει άδεια.

Υπάρχουν κείμενα που δεν τα διαβάζεις ακριβώς. Σε σταματούν. Σε βρίσκουν σε ένα σημείο που νόμιζες ότι είχε τακτοποιηθεί. Εκεί όπου η προσωπική σου ιστορία έχει φορέσει καλύτερα ρούχα, έχει μάθει να μιλά πιο καθαρά, έχει αποκτήσει θεωρία, ύφος, αποστάσεις, κι όμως μέσα της στέκεται ακόμη ένα παιδί που δεν ξέρει πού να ακουμπήσει το παλτό του.
Αυτό το «πού να ακουμπήσεις το παλτό σου» είναι ταξικό. Περνά από τα λεφτά, αλλά δεν τελειώνει στα λεφτά. Είναι το αν πιστεύει το σώμα σου ότι μπορεί να σταθεί κάπου χωρίς εξηγήσεις. Αν μπορείς να μπεις σε ένα μουσείο χωρίς να απολογηθείς μέσα σου για τα παπούτσια σου. Αν μπορείς να σταθείς μπροστά σε έναν πίνακα χωρίς να ακούσεις εκείνη την παλιά φωνή: μην το παρακάνεις, δεν είναι για εμάς αυτά.

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Εγώ αυτή τη φωνή την ξέρω. Δεν ερχόταν πάντα σαν απαγόρευση. Συχνά ερχόταν σαν πρακτική συμβουλή. «Κοίτα να κάνεις κάτι να ζήσεις». «Μην πετάς στα σύννεφα». «Ποιος νομίζεις ότι είσαι;». Εκείνη η μικρή, ελληνική, οικογενειακή, ταξική αστυνομία που δεν φορά στολή, αλλά ξέρει να κουρεύει το μέλλον σου στο ύψος που αντέχει το σπίτι. Και μετά ήρθε το queer σώμα. Το σώμα που έπρεπε να μάθει πώς να επιβιώσει οικονομικά και πώς να μη φανερώσει όσα το πρόδιδαν: το περπάτημα, τη φωνή, την επιθυμία, τη λάμψη, την υπερβολή.

Υπάρχουν επιτυχίες που μοιάζουν με δωμάτια όπου μπαίνεις και καταλαβαίνεις αμέσως ποιος λείπει. Ποιος δεν πρόλαβε να δει το φως. Ποιος δεν πρόλαβε να καθίσει στο καλό τραπέζι. Ποιος δεν πρόλαβε να μπει στο μουσείο, όχι επειδή δεν αγαπούσε την ομορφιά, αλλά επειδή η ζωή του δεν του άφησε χρόνο να μάθει ότι η ομορφιά μπορούσε να τον αφορά.

Το ξέρει όποιος πέρασε από μια ζωή σε μια άλλη. Όποιος άλλαξε τάξη χωρίς να νιώσει ποτέ πραγματικά ότι η νέα του ανήκει. Όποιος μπήκε σε δωμάτια της τέχνης, της θεωρίας, της δημοσιότητας, έχοντας κρύψει το παλιό του σώμα κάτω από ένα καινούργιο ρούχο. Όποιος έμαθε να μιλά πιο σύνθετα, αλλά κράτησε μέσα του τη φωνή του σπιτιού που έλεγε τα πράγματα πιο ωμά, πιο ντροπιασμένα, πιο πεινασμένα.

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Το πέρασμα απέναντι έχει πάντα συνοδεία. Σε ακολουθεί το παιδί που δεν είχε τα σωστά εφόδια. Η οικογένεια που δεν είχε την πολυτέλεια να σου φανταστεί μεγάλο μέλλον. Η ντροπή για τα λεφτά. Η λύσσα να αποδείξεις ότι αξίζεις. Και κάτι πιο βαρύ: η ενοχή ότι έφτασες σε δωμάτια όπου οι δικοί σου άνθρωποι θα ένιωθαν άβολα, αδιάβαστοι, κακοντυμένοι, ξένοι, καθυστερημένοι μέσα στην ίδια την ιστορία της ομορφιάς.

Ξέρω τη βίαιη κομψότητα του να μαθαίνεις να στέκεσαι σε έναν κόσμο που κάποτε δεν είχε θέση για σένα. Την παράξενη αμηχανία του να γράφεις, να σκέφτεσαι, να μιλάς για τέχνη, για σώματα, για επιθυμία, για αισθητική, και να ξέρεις ότι ένα κομμάτι σου ακόμη μετράει τα κέρματα, φοβάται την απόρριψη, δεν πιστεύει απόλυτα την πρόσκληση.

Η επιτυχία, όταν έρχεσαι από έλλειψη, δεν εξαφανίζει την έλλειψη. Την ντύνει καλύτερα. Της δίνει καλύτερο φωτισμό. Τη βάζει σε δωμάτια όπου κανείς δεν μιλάει δυνατά. Την αφήνει να κρατήσει ποτήρι κρασί. Της δίνει λέξεις. Της δίνει θεωρία. Της δίνει κύρος. Αλλά εκείνη συνεχίζει. Στο χέρι που δεν ξέρει πού να ακουμπήσει. Στο σώμα που αισθάνεται λίγο παραπάνω από όσο πρέπει. Στη φωνή που προσέχει να μην ακουστεί πολύ λαϊκή, πολύ ακατέργαστη, πολύ φτωχή, πολύ αδελφή, πολύ όλα εκείνα που κάποτε έπρεπε να κρύψει για να περάσει.

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Γι’ αυτό το μουσείο είναι δικαστήριο χωρίς δικαστές. Κανείς δεν σου λέει «δεν ανήκεις εδώ». Αυτό θα ήταν σχεδόν ανακούφιση. Το σκληρό είναι η σιωπηλή βεβαιότητα των άλλων. Κινούνται σαν να έχει λυθεί από παλιά το ερώτημα ποιος δικαιούται να βρίσκεται εκεί. Σαν η τέχνη να είναι φυσική τους γλώσσα. Σαν η άνεσή τους μπροστά στην ομορφιά να είναι χαρακτήρας και όχι προνόμιο. Σαν να μη χρειάστηκε ποτέ να διασχίσουν το κενό που εσύ κουβαλάς ακόμη μέσα στο στέρνο σου.

Και τότε εμφανίζεται η μητέρα. Όχι σαν φάντασμα τρόμου. Σαν η μόνη αλήθεια που δεν μπορείς να ξεγελάσεις. Η μητέρα ως μνήμη, ως απουσία, ως σώμα φτώχειας, ως γυναίκα που ήξερε την παλιά ζωή πριν τη μάθει η λογοτεχνία. Εκείνη δεν χρειάζεται να της εξηγήσεις γιατί ένα μουσείο μπορεί να σε κάνει να νιώσεις μικρός. Δεν ξέρει απαραίτητα από μουσεία. Ξέρει από πόρτες.

Η μητέρα, σε τέτοιες ιστορίες, είναι ο πρώτος μάρτυρας της έλλειψης. Εκείνη που είδε το παιδί πριν γίνει αφήγημα. Πριν γίνει βιογραφικό. Πριν γίνει συγγραφέας. Πριν μάθει να μιλά για το τραύμα του με τρόπο που να τον αντέχει ο πολιτισμός. Η μητέρα ξέρει το παιδί πριν από την επιμέλεια. Πριν από το καλό σακάκι. Πριν από το σωστό λεξιλόγιο. Πριν από τη μετατροπή της πληγής σε ύφος.

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Αυτό είναι τρομερό. Γιατί όσοι χρειαστήκαμε κάποτε να μετατρέψουμε τη ντροπή σε γλώσσα για να μην πεθάνουμε από αυτήν, ξέρουμε πόσο εύκολα η γλώσσα γίνεται σωτηρία και προδοσία μαζί. Γράφεις για να ζήσεις. Γράφεις για να πάρεις πίσω το σώμα σου. Γράφεις για να δώσεις μορφή σε εκείνο που σε είχε διαλύσει. Και κάθε τόσο αναρωτιέσαι: μήπως το έκανα πολύ ωραίο; Μήπως σκούπισα υπερβολικά το αίμα για να μπορεί να το διαβάσει ένας κόσμος που αγαπά το τραύμα όταν έχει καλή σύνταξη;

Τα ρούχα δεν είναι στυλιστική λεπτομέρεια. Είναι ντροπή, φιλοδοξία, ανάγκη, επιθυμία. Είναι το σημείο όπου το σώμα παζαρεύει την καταγωγή του. Το σημείο όπου λες «θέλω να μπω» και την ίδια στιγμή «μην καταλάβετε πόσο πολύ θέλω να μπω». Το σημείο όπου η φτώχεια προσπαθεί να γίνει κομψή χωρίς να εξαφανιστεί.

Το ξέρω αυτό το ρούχο. Το ρούχο που φοράς για να μη φανεί ότι φοβάσαι. Το ρούχο που δεν είναι ποτέ αρκετά σωστό γιατί το πρόβλημα δεν είναι το ρούχο. Είναι το σώμα που το φοράει και θυμάται. Το σώμα που ξέρει πως η τάξη δεν είναι μόνο εισόδημα. Είναι στάση. Είναι προφορά. Είναι σιωπή. Είναι ευκολία. Είναι ο τρόπος που κάποιος παραγγέλνει κάτι ακριβό χωρίς να υπολογίζει μέσα του το κόστος. Είναι το πώς κάθεται σε μια καρέκλα σαν να του ανήκει ο κόσμος, ενώ εσύ κάθεσαι σαν να μπορεί ανά πάσα στιγμή να σου ζητήσουν να σηκωθείς.

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Και μετά υπάρχει το queer. Πάντα υπάρχει το queer. Η queer ματιά πολύ συχνά γεννιέται στα κακοφωτισμένα υλικά της παιδικής μας ζωής. Στην εκκλησία, στην τηλεόραση, στη βιτρίνα, στο σώμα που δεν έπρεπε να κοιτάξουμε, στο άγαλμα, στο ποπ τραγούδι, στο εσώρουχο, στο μελόδραμα, στην Παναγία, στη ντίβα, στο cartoon, στο τραύμα που βρήκε glitter πριν βρει θεραπεία.

Η δική μου queer αισθητική δεν έμαθε πρώτα να είναι καλλιεργημένη. Έμαθε πρώτα να είναι πεινασμένη. Να ψάχνει εικόνες όπου μπορούσε. Να παίρνει το ιερό και να του βάζει eyeliner. Να παίρνει τη βρισιά και να τη φοράει σαν ύφασμα. Να παίρνει το σκουπίδι της κουλτούρας και να βρίσκει μέσα του μια μικρή μεταφυσική. Να μην περιμένει από τους θεσμούς να της δώσουν άδεια να γίνει βλέμμα.

Το ιερό και το camp δεν είναι αντίπαλα. Για πολλά queer παιδιά, το camp υπήρξε η μόνη γλώσσα που μας επέτρεψε να κοιτάξουμε το ιερό χωρίς να μας σκοτώσει.

Και εδώ ξαναγυρνά η μητέρα. Η μητέρα δεν είναι μόνο πένθος. Είναι και αισθητική καταγωγή. Ακόμη κι όταν δεν ήξερε από τέχνη. Ακόμη κι όταν δεν είχε πρόσβαση σε μουσεία. Ακόμη κι όταν η ζωή της ήταν πολύ κουρασμένη για να γίνει θεωρία. Η μητέρα είναι η πρώτη επιμέλεια του κόσμου. Το πώς έστρωνε το τραπέζι. Το πώς κρατούσε ένα ρούχο για «καλό». Το πώς έλεγε «μην το λερώσεις». Το πώς ντρεπόταν ή καμάρωνε. Το πώς έμαθε στο παιδί ότι η ομορφιά μπορεί να χωρέσει και σε κάτι μικρό, σε κάτι φτηνό, σε κάτι που δεν θα μπει ποτέ σε έκθεση.

Πόσο εαυτό χάνεις για να γίνεις η μορφή που σε έσωσε;/ ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ Facebook Twitter

Υπάρχει μια ομορφιά που δεν σώθηκε στα μουσεία. Σώθηκε σε γυναίκες που καθάριζαν. Σε άντρες που γύριζαν κουρασμένοι. Σε σπίτια που προσπαθούσαν να φαίνονται λίγο καλύτερα την Κυριακή. Σε ρούχα φυλαγμένα για περιστάσεις που αργούσαν. Σε σεμέν, σε πλαστικά λουλούδια, σε φτηνές κορνίζες, σε εικόνες αγίων, σε τηλεοράσεις που έπαιζαν πολύ δυνατά, σε πράγματα που η υψηλή κουλτούρα συχνά κοιτάζει αφ’ υψηλού μέχρι κάποιος καλλιτέχνης να τα μετατρέψει σε installation και να τα ξαναπουλήσει ως μνήμη.

Αυτό είναι το ταξικό σκάνδαλο της ομορφιάς. Πρώτα σε ντροπιάζουν για τα υλικά σου. Μετά τα αισθητικοποιούν. Πρώτα σου λένε ότι το σπίτι σου είναι φορτωμένο, φτηνό, κακόγουστο, λαϊκό, υπερβολικό. Μετά ανακαλύπτουν την υλικότητα, το camp, το archive, τη λαϊκή εικόνα, τη μνήμη, την επιτέλεση, και τα εκθέτουν σε λευκούς χώρους όπου εσύ πάλι δεν ξέρεις αν δικαιούσαι να μπεις.

Το θέμα δεν είναι να θυμάσαι από νοσταλγία. Χρειάζεται να θυμάσαι για να μη γίνεις πλήρως ιδιοκτησία του δωματίου που σε δέχτηκε αργά. Να μη μετατρέψεις την άνοδό σου σε περιφρόνηση για εκείνους που δεν ανέβηκαν. Να μη μπερδέψεις την πολιτισμική σου επιβίωση με φυσική ανωτερότητα. Να μη γίνεις εκείνο το πιο άσχημο είδος ανθρώπου: ο άνθρωπος που κάποτε δεν χωρούσε και τώρα μετρά τους άλλους με το μέτρο του χώρου που τον αφομοίωσε.

Γιατί αυτό είναι το μεγάλο τεστ της μετάβασης. Όχι αν θα μπεις. Αλλά τι θα κάνεις όταν μπεις. Θα κάτσεις ήσυχα; Θα μιμηθείς τους τρόπους; Θα φορέσεις την αποδοχή σαν ακριβό πανωφόρι και θα κάνεις πως δεν κρυώνεις πια; Θα αφήσεις το παιδί που ήσουν έξω από την πόρτα επειδή λερώνει λίγο την εικόνα; Ή θα το πάρεις μαζί σου, με τα λάθη του, με τη φτώχεια του, με τη ντροπή του, με την επιθυμία του, με την αδέξια πείνα του για ομορφιά;

Αυτό είναι που με ενδιαφέρει στην τέχνη. Όχι η καθαρή άνοδος. Όχι η συγκινητική ιστορία επιτυχίας. Όχι το παιδί της φτώχειας που βραβεύεται και έτσι αποδεικνύει ότι το σύστημα λειτουργεί. Δεν λειτουργεί. Αν λειτουργούσε, δεν θα χρειαζόταν τόση απώλεια για να φτάσει ένας άνθρωπος ως εκεί.

Με ενδιαφέρει η τέχνη όταν αφήνει τον άνθρωπο να μπει στο δωμάτιο μαζί με τους νεκρούς του. Όταν δεν του ζητά να αφήσει τη μάνα του στην είσοδο. Όταν δεν του ζητά να καθαρίσει τη γλώσσα του από τη φτώχεια. Όταν δεν του ζητά να κάνει την queerness του πιο ευπρεπή, την τάξη του πιο αφηρημένη, το τραύμα του πιο λογοτεχνικό, τη μνήμη του πιο ευανάγνωστη. Με ενδιαφέρει η τέχνη όταν αντέχει το σώμα που μυρίζει ακόμη από εκεί που ήρθε.

Και ναι, μπορεί αυτό να είναι κάπως άβολο μέσα σε ένα μουσείο. Καλώς. Ας είναι άβολο. 

Ίσως η αληθινή είσοδος να συμβαίνει όταν σταματάς να μικραίνεις τους ανθρώπους που κουβαλάς για να χωρέσεις καλύτερα. Όταν μπαίνεις και δεν είσαι μόνο το καινούργιο σου όνομα, το καινούργιο σου επάγγελμα, η καινούργια σου γλώσσα, η καινούργια σου θέση. Είσαι και το παιδί. Και η μάνα. Και το σπίτι. Και η ντροπή. Και η κακή τηλεόραση. Και η εκκλησία. Και το cartoon. Και η φωνή που σε ρωτά ακόμη αν δικαιούσαι να βρίσκεσαι εκεί.

Η επιτυχία είναι ένα δωμάτιο γεμάτο φαντάσματα. Αν είσαι τυχερός, αν είσαι τίμιος, αν δεν γίνεις πολύ πρόθυμος να αρέσεις στους ανθρώπους που άργησαν να σε δουν, αυτά τα φαντάσματα δεν έρχονται μόνο για να σε στοιχειώσουν. Έρχονται για να σου θυμίσουν ότι δεν μπήκες μόνος. 
 

Και ότι, αν η ομορφιά σημαίνει κάτι, πρέπει κάποτε να ανοίξει 

 


την πόρτα και σε όσους άφησε μια ζωή να στέκονται απέξω.

 

*photos by Deco Muñoz





Πηγή: www.lifo.gr